ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

ΗΤΟΙ

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

(Αντιπαράθεσης υπό του Ανωνύμου Απολογητού)

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» του «Ανωνύμου του Έλληνος», είναι ένας διαφωτιστικός πολιτικός λίβελος· το ότι το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» διαδίδεται ουσήμερα (2011) κι από πολιτικές δυνάμεις, κι όχι μόνο από θρησκευτικές, αποδεικνύει περίφημα την πολιτική του χροιά. Αποτελεί δε ένα πονημάτιο,  του οποίου ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να κινήσει τους αναγνώστες του, Έλληνες Χριστιανούς, εις μια πολεμική προσπάθεια ενάντια εις τον Οθωμανό Τύραννο, ίσως όχι επειδή ως Οθωμανός ήταν κατακτητής των Χριστιανών Ελλήνων (Ρωμηών), αλλά γιατί σαν Οθωμανός ήταν Ηγεμόνας, δηλαδή μονάρχης ενός «Τυραννικοῦ πολιτεύματος»· ο διαφωτισμός στη Δύση κινήθηκε κατά της Δεσποτείας - Βασιλείας,  από την εποχή του Βολταίρου κιόλας, όταν δεν μπόρεσε τελικά να δελεάσει τους ηγεμόνες,εις τις πολιτικές του ιδέες, ως «κατεξοχὴν πολιτικὸν φαινόμενον» («Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 9). Τοιουτοτρόπως οδηγήθηκε στη Γαλλική επανάσταση, όπου Γάλλοι κινήθηκαν ενάντια στην ίδια τη δική τους πολιτική αρχή, κι όχι ενάντια σε ξένους κατακτητές, για τον προειρημένο λόγο.

Μήπως ο Διαφωτισμός, αφού δεν μπόρεσε να δελεάσει τις δεσποτείες με τα κηρύγματά του, θα μάχονταν οιαδήποτε παρούσα δεσποτεία στον ελληνικό χώρο, ακόμη κι αν αυτή αντιπροσωπεύονταν από ένα Βυζαντινό αυτοκράτορα ή Έλληνα Κυβερνήτη (βλ. Ιωάννη Καποδίστρια & οπαδούς Κοραή), παρά τον Σουλτάνο εάν κι εφόσον αυτή δεν ενστερνίζονταν τις διαφωτιστικές ιδέες οργάνωσης μιας «ἑλληνικῆς πολιτείας»; Βέβαια, αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί τα αποτελέσματα του διαφωτισμού εις την Ελλάδα θα ήταν εντελώς διαφορετικά και δε θα περιλούζονταν με τόσα όμορφα φώτα δημοσιότητας ως έχει τη σήμερον, αφού θα είχε προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Ρωμηών, όπως ανάλογα εις τη Γαλλία δημιούργησε τα χρόνια της τρομοκρατίας με τις λαιμητόμους, όπου άνθρωποι θανατώνονταν υπό τους ύμνους της δημοκρατικής «καρμανιόλας».

Ο Διαφωτισμός έσβησε άδοξα· εξάλλου ήταν πάντα στο περιθώριο, κι αν έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις στο νου των σημερινών πολιτών (2011), αυτό οφείλεται εις τα πανεπιστήμια, εις τους ολίγους πάντοτε φανατικούς λογίους κι ιδίως στις ακραίες αντιχριστιανικές κοινότητες του διαδικτύου, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την διάδοση των πιο σκοταδιστικών του πολιτικών κειμένων, ως είναι η «Ελληνική Νομαρχία» σε ένα ευρύ διαδικτυακό πεδίο.

Πολύ κακώς συμβαίνει κάποιοι ν’ αντιλαμβάνονται πως ο Διαφωτισμός, ή η «Ελληνική Νομαρχία», είναι «πατριωτισμὸς» κι υπόλοιπες αντιλήψεις είναι «προδοσία». Όσοι αντιλαμβάνονται έτσι τα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος, έχουν πραγματικά πιει μόνο τ’ «ἀφρόγαλον» από τον καφέ τους κι δεν έχουν εντρυφήσει στο βάθος των γεγονότων. Άλλοι δε, εφόσον το «καϊμάκιον» δεν τους απασχολεί, αρκούνται εις την διάδοση του «ἀφρογαλίου», ηδονιζόμενοι από την παρουσίαση μιας εκκλησίας «Μοναρχικῆς» ἤ «προδοτικῆς» εις τους βιαστικούς περιηγητές του διαδικτύου.

Ο Ελληνικός Διαφωτισμός, συνοδεύθηκε από δογματικές ακρότητες κατά της Χριστιανικής Πίστεως, τις οποίες αρκετοί Έλληνες διαφωτιστές κουβάλησαν, άλλοτε με τη θέλησή τους, άλλοτε άθελά τους εις την Ανατολή, μη αναλογιζόμενοι τις άμεσες, πόσο μάλλον μακροπρόθεσμες, συνέπειες μια τέτοιας πολιτικής πολεμικής. Επιπλέον, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία στιγματίστηκε για τις κρατικές καταδίκες 2-3 αιρετικών, ο Διαφωτισμός ως πολιτική, κι όχι ως εθνική επανάσταση, είχε στείλει χιλιάδες ανθρώπους ως «ἐχθροὺς τῆς ἐλευθερίας» στις λαιμητόμους των «φωτισμένων» Παρισίων, την ίδια ώρα που ο Ορθόδοξος κλήρος κατηγορείτο ξεδιάντροπα για «ἠθικὴν κατάπτωσην» από τα ελληνικά πολιτικά προπαγανδιστικά φερέφωνα της εν λόγω αιματοβαμμένης «καρμανιόλικης» πολιτικής επαναστάσεως Γάλλων, έναντι Γάλλων.

Ο «Ανώνυμος Έλλην», παρότι παρουσιάζει εαυτόν ως «ὁμόθρησκον» των Χριστιανών, στην ουσία ανήκει εις εκείνους τους διαφωτιστές που χρησιμοποιούν το μανδύα της θρησκείας «κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ τακτικὲς σκοπιμότητες», (ως εννοεί ο Π. Κιτρομηλίδης, ό.π, σελ. 377). Έτσι, παραμένει κι αυτός ένας ακόμη αντιγραφέας των Δυτικών «ἀντιχριστιανικῶν προπατόρων» από τους οποίους αντλεί την ίδια διαφωτιστική επιχειρηματολογία, εξαπατώντας παράλληλα τους ρωμιούς παραλήπτες του έργου του, με πλείστους «ξυλοσοφικοὺς» ελιγμούς, οι οποίοι αφήνουν άφωνο και τον πλέον κακόπιστο.

Μέσα εις την προσπάθεια του να διαδώσει τις διαφωτιστικές απόψεις, ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» μεταχειρίζεται κάθε μέσο του λόγου και της ρητορικής, ακόμη και ψέματα, παρά τη δήλωσή του ότι θα διηγηθεί έργα θαυμαστά «ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων». Τον συγγραφέα αυτόν δεν απασχολεί τόσο η αλήθεια, όσο η παρακίνηση του αναγνώστη εις το «παράλογον»· δηλαδή εις την υπερνίκηση μιας αυτοκρατορίας - δεσποτείας, έστω και παραπαίουσας, από δράκες ενόπλων κι ασυντόνιστων Ελλήνων, τους οποίους διαρκώς καθυβρίζει. Με άλλα λόγια, σκοπός του ρητορικού αυτού λιβελλου, που δεν μπορεί να είναι ένα επιστημονικό έργο ιστορίας, ήταν η παρότρυνση του αναγνώστη όπως θυσιάσει την ιδικήν του ζωή εν Ελλάδι, ενώ ο συγγραφεύς φυλάσσει την ιδική του εις Εσπερία [ακόμη ένα παράλογο], όντας «ἀλήτης ἐν ταῖς ἀλλοδαπαῖς» ως μαρτυρεί ο Μοισοιόδαξ για τον δικόν του εαυτόν (Απολογία, σελ. 122)· η θυσία των Ρωμιών παρακινούνταν για ένα σκοπό που, εις την αναφερόμενη εποχή φάνταζε αρκετά νεφελώδης κι επισφαλής και δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως σίγουρα τετελεσμένος, μέσα από τη σημερινή παρατήρηση του αναγνώστη πολλούς χρόνους κατόπιν των πεπραγμένων και την επιτυχία της επανάστασης του 1821.

Ο εν λόγω ρητορικός λίβελος για τον οποίο γίνεται λόγος, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από νεοπαγανιστές ή άθεους διαφωτιστές, οι οποίοι επιθυμούν να αποδείξουν δι’ αυτού, ότι η «Ἀνατολικὴ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία» υπήρξε ένας «ἀντιεπαναστατικός δυνάστης» των Ρωμιών (Ορθοδόξων Ελλήνων) προ του 1821 ή κάποια θρησκεία που αντιστρατεύονταν την ελευθερία των Ελλήνων. Η βαθιά αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. Όχι μόνο γιατί η «πολιτικὴ ἀναμόρφωση» δεν ήταν ένα απλό μήνυμα «ἐλευθερίας», αφού συνοδευόταν από ακρότητες, σφαγές και αντιθρησκευτικά πομπώδη κηρύγματα ανοησιών, αλλά και διότι υπάρχουν σοβαρότατα έργα της εποχής, που φανερώνουν είτε αντιεπαναστατικές αδυναμίες όλων των Ρωμιών, προτού, κατά τη διάρκεια και κατόπιν της Επαναστάσεως, μα κι επειδή αυτά τα ίδια φανερώνουν πλείστες προσπάθειες εκκλησιαστικών εις την «ἀπελευθέρωσιν» του γένους των Ελλήνων  (βλ. Α.Σ. 8).

Το ερώτημα είναι: γιατί η παρούσα εργασία στρέφεται κατά της «Ελληνικής Νομαρχίας»; Δεν επιθυμεί την επιτυχημένη πλέον κι υπάρχουσα απελευθέρωσή της Ελλάδος;

Είναι γνωστό πως ο «Ανώνυμος Έλλην», αν κι ό ίδιος κατήγορος, είναι με τη σειρά του κατήγορος των κατηγόρων: «...οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...», σελ. 117. Ενώ κατηγορεί τους «συμπατριώτας» του, παριστάνει τον θιγμένο έναντι της συμπεριφοράς των ξενιτεμένων Ελλήνων: «Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν.», σελ. 133

Όπως λέγει ο μελετητής του νεοελληνικού Διαφωτισμού Π. Κιτρομηλίδης: «Η πηγή αυτή [ένα αδημοσίευτο ανώνυμο κείμενο για τη ιδεολογική διαμάχη στη Σμύρνη], μαζί με το «Περί Θεοκρατίας» του Παμπλέκη και την «Ελληνική Νομαρχία», συμπληρώνει το τρίπτυχο της πιο βίαιης καταγγελίας της στάσης της εκκλησίας απέναντι στο Διαφωτισμό. [(«Νεοελληνικός Διαφωτισμός», ο.π, σελ. 373]», κι όχι τη στάση της Εκκλησίας ενάντια εις την εθνική επανάσταση αυτή καθ’ εαυτή.

Εκείνο που κατάφερε αρχικά ο Διαφωτισμός ήτο να ανησυχήσει την ιεραρχία, για τους σκοπούς της τότε αυτής ιδεολογικής και κοινωνικής επανάστασης ως έχουσας αντιχριστιανική τινά χροιά και κατόπιν ετών, δια μέσω των φανατικών αντιχριστιανών και των ερμηνευτικών διαστρεβλώσεων που αυτοί επέφεραν εις τις ιστορικές συμπεριφορές προσώπων, επέτυχε να καταγγελθεί η ιεραρχία ως έχουσα αντεθνική, κι όχι αντιδεοντολογική στάση, ως όντως είχε. 

Σε αυτό το μύθευμα συνεπικούρησε και συνεπικουρεί ακόμη, η τελείως επιφανειακή ενασχόληση του μέσου αναγνώστη του διαδικτύου γύρω από το φαινόμενο του Διαφωτισμού, ο οποίος τις περισσότερες φορές πίπτει επί αναρτημένων κειμένων, εξαιρετικά φανατισμένων κατά της Εκκλησίας και του κλήρου.

Το ίδιο λυπηρό μονόχρωμο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε αίθουσες ορισμένων πανεπιστημίων, όπου εκεί η προσέγγιση του μαθητή προς το φαινόμενο αυτό είναι μονομερής και καθοδηγημένη «διὰ τῆς εἰμαρμένης» εις «παπαγαλίαν» των σημειώσεων που τριγυρίζουν με τις, υπέρ του διαφωτισμού, διαλέξεις του «καθηγητοῦ», οι οποίες αποκρύβουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα γεγονότα γύρω από τις διάφορες αποτυχίες κι ακρότητες των διαφωτιστών ή των διδασκαλιών τους. Για παράδειγμα η «θρησκευτικὴ νηστεὶα» καταγγέλθηκε από το διαφωτισμό επικαλούμενη λόγους υγείας, όταν η σημερινή ιατρική επιστήμη δεν είναι το αυτό καταγγέλλουσα. Αυτό όμως δε διδάσκεται στα ελληνικά, τουλάχιστον, Πανεπιστήμια.

Η παρούσα εργασία επιθυμεί επίσης να καταγγείλει τη διανόηση όλων εκείνων που αντλούν αποσπάσματα από την «Ελληνική Νομαρχία» κατά της Εκκλησίας, παραδίδοντας έτσι εις τον μέσο αναγνώστη τη δυνατότητα να εννοήσει το επίπεδο των συγγραμμάτων από τα οποία αντλούν επιχειρηματολογία αντιχριστιανικοί κύκλοι, οι οποίοι μερικές φορές, φτάνουν εις το επίπεδο της ψευδούς ρητορικής «πολιτικῶν κομμάτων», και των περί αυτών «κομματοκολάκων», που ενώ πληρώνονται από το δημόσιο κατά τη συμμετοχή τους εις το κοινοβούλιο, καταγγέλλουν το χρηματισμό της Εκκλησίας και τον «πολιτικὸν» της λόγο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Κάτωθι παρουσιάζεται το σύγγραμμα  του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» με σχολιασμούς του «Ἀνωνύμου Ἀπολογητοῦ» οι οποίοι δεν πρέπει να γίνουν αντιληπτοί ως έχοντες αποκλειστικό στόχο ορισμένες απόψεις του πρώτου. Αντίθετα έχουν παράλληλο στόχο την υιοθεσία της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» υπό συγχρόνους νεοπαγανιστές και διαφωτιστές οι οποίοι ασφαλώς δεν έχουν ως δικό τους σκοπό μια κάποια «ἐθνεγερσίαν» ή πολιτική επανάσταση των Ελλήνων· την «ἐθνεγερσίαν» ούτως η άλλως επέτυχαν, οι μισητοί για τη θρησκεία τους, προγονοί τους Ρωμιοί κι όχι ο διαφωτισμός [:«Ἡ Ἐπανάσταση δὲν ἄρχισε ἀπὸ τοὺς διανοουμένους τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀγροτικὲς μάζες στὴν Ἤπειρο καὶ στὴν Πελοπόννησο, ποὺ εἶχαν φτάσει σὲ ἀπόγνωση ἐξαιτίας τῶν δηώσεων τῶν ὀθωμανικῶν στρατευμάτων μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἄλῆ Πασᾶ» (ό,π. σελ. 408)], ενώ μια κάποια πολιτική επανάσταση τη σήμερον θα έπρεπε να στρέφονταν κατά «άλλων» στόχων, παρά κατά των ιερέων και των μοναχών. Εκ τούτου συνεπάγεται ότι η εμμονή τη σήμερον ημέρα εις αυτό το διαφωτιστικό «πονημάτιον» εξυπηρετεί θρησκευτικούς λόγους, όχι επαναστατικούς ή πολιτικούς.

 

 

 

 

ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΧΙ ΕΘΝΙΚΗ

 

Έγραφε ο Αδαμάντιος Κοραής:  «Τί συμφέρει εἰς τὴν ἐλευθερωμένην ἀπὸ Τούρκους Ἑλλάδα νᾶ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας. [«Διάλογος δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ. Πανταζίδην, Παρίσι 1830, 36 (είναι ψευδώνυμο του Κοραή)]», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 514)

Η υποδούλωση «εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας» είναι η διατήρηση της Βασιλείας έναντι της Γαλλικής εμπνεύσεως Δημοκρατίας (βλ. γεγονότα με Καποδίστρια). Η «ελευθερία» δεν ήταν ίσως ζήτημα αλλαγής «εθνικής» κυβέρνησης, αλλά ζήτημα αλλαγής «πολιτικής» κυβέρνησης. Ζήτημα λεπτότατο, βαρύνον και παντελώς παραμερισμένο από το σημερινό βόρβορο της αντικληρικής μανίας ορισμένων.

 

Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833). (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

Είναι πολλοί οι εχθροί της Εκκλησίας οι οποίοι αποφεύγουν να ξεκαθαρίσουν ορισμένα σημαντικά πράγματα εις το μυαλό του αναγνώστη τους. Από αυτά, το κυριότερο ίσως είναι ότι ο Διαφωτισμός δεν στόχευε εις τις εθνικές επαναστάσεις των λαών προς δημιουργία αντίστοιχων εθνικών κρατών. Στόχευε εις την εγκαθίδρυση πολιτευμάτων «Δημοκρατίας». Προς τούτο εις την Γαλλία  συνετέλεσε εις την επανάσταση του ίδιου του Γαλλικού λαού εναντίον του βασιλέα του, της αριστοκρατίας του και των κληρικών του οι οποίοι τον καταπίεζαν οικονομικά:

«Η αποκήρυξη του δεσποτισμού σε όλες του τις μεταμφιέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της "φωτισμένης" εκδοχής του, η οποία είχε κυριαρχήσει στην ελληνική πολιτική σκέψη στο άμεσο παρελθόν, ήταν μια ακόμη ένδειξη της ιδεολογικής απελευθέρωσης την οποία βίωνε η ελληνική συνείδηση. Με το αβασίλευτο δημοκρατικό πολιτειακό σχήμα ο Διαφωτισμός πρότεινε μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, την οποία αντιπαρέθετε στις διαψευσμένες υποσχέσεις της απολυταρχίας.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 350)

Όταν η ιδεολογία του Διαφωτισμού μεταλαμπαδεύτηκε προς την Ελλάδα, το μήνυμα της Δημοκρατίας επέπεσε επί του εκείνην την περίοδο ευρισκομένου ως Μονάρχη των Ελλήνων, δηλαδή του Τούρκου Σουλτάνου· επέπεσε εναντίον του, όχι επειδή απλά ήτο Τούρκος, όπως σήμερα αντιλαμβάνεται ο μέσος Έλληνες μετά από δεκαετίες εθνικιστικής πλύσης εγκεφάλου, αλλά επειδή ήτο Μονάρχης. Κανείς δε μπορεί να παραβλέπει την τελική δογματική αντιπάθεια των διαφωτιστών για τις μοναρχίες και τους μονάρχες· και μάλιστα ακόμη κι εκείνη την αντιπάθεια ενάντια σε Μονάρχες που ο σημερινός ελληνικός εθνικισμός, οπωσδήποτε θαυμάζει, τους Μακεδόνες Φίλιππο και Μέγα Αλέξανδρο.

Ο Ρήγας Φερραίος (1759-1798) «κατόρθωσε να κατηχήσει όχι μόνο πολλούς προκρίτους και αρματολούς, αλλά όπως λένε, κατόρθωσε να προσελκύσει ακόμη κι αυτόν τον περίφημο Πασβάνογλου του Βιδινίου.

[...]

Ο Ρήγας σύνθεσε το "Θούριό" του ως Μασσαλιώτιδα της ελληνικής επαναστάσεως. Την επανάσταση τη φανταζόταν ως ένα γενικό ξεσήκωμα των λαών της Τουρκίας εναντίον του απολυταρχικού Σουλτάνου.

Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμιοί

νησιώτες κι Ηπειρώτες με μια κοινή ορμή,

για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί.

[...]

νʼ ανάψουμε μία φλόγα εις όλην την Τουρκιά,

να τρέξει από τη Μπόσνα έως την Αραπιά»,  (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 190)

[ συνέχεια...]

 


«Η εμπειρία του μεγαλείου και της παρακμής είχε σημαδέψει την κοινωνική ιστορία και των δύο άλλων κοινωνιών της Μεσογείου στις οποίες αναφέρονται οι Φιλιππίδης και Κωνσταντάς: της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Και εδώ η τυραννική διακυβέρνηση, και, πάνω από όλα, ο διεφθαρμένος κλήρος και η Ιερά Εξέταση, έφεραν την ευθύνη για τη δυσπραγία των δύο εθνών», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 145)

Το ίδιο μοντέλο «δυσπραγίας» σαν μήτρα καλουπιού «ερμήνευσε» όλες τις αποτυχίες των κοινωνιών της Ευρώπης στα μάτια των διαφωτιστών, ακόμη κι όταν η μεταφορά του στην Ελληνική χερσόνησο προσέκρουε σε μια κατοχή 400 ετών του ελληνικού έθνους υπό ξένου στρατιωτικού κατακτητή κι όχι απλά πολιτικού δυνάστη [Μονάρχη]. Για όλα, μέσα στο μυαλό των ακραίων Διαφωτιστών, έφταιγαν «οι κληρικοί και οι μοναχοί», ακόμη και για τη στρατιωτική δύναμη των Οθωμανών:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

Είναι απίστευτο ότι αυτές οι μωρολογίες τριγυρίζουν σε μυαλά «διανοουμένων», ενώ είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσαν ποτέ έστω και να συγκινήσουν ελαφρώς τα μυαλά στρατιωτικών καριέρας.

Άλλοι διαφωτιστές, ακόμη κι ιερείς, στερέωσαν τις αντιμοναχικές τους απόψεις επάνω σε δυτικές θεωρίες:

«Μολονότι οι ίδιοι οι συγγραφείς ανήκαν στις τάξεις του κλήρου, αυτό δεν τους εμπόδισε να επισημάνουν ότι το κακό αυτό δεν ήταν άλλο από την κοινωνική θέση του κλήρου, και ιδιαίτερα του μοναχισμού. Εκκλησίες και μοναστήρια ήταν πανταχού παρόντα στις ελληνικές περιοχές και τα πιο σημαντικά απ’ αυτά μνημονεύονται από τους συγγραφείς, στις κατά τόπους επισκοπήσεις τους. Στη θέα, ωστόσο, της μοναστικής πολιτείας του Άθω, η δυσφορία τους έφτασε στο σημείο της έκρηξης. [Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σσ. 255-260] Ο Κωνσταντάς και ο Φιλιππίδης θα θεωρούσαν άξια απορίας οιαδήποτε διαφορετική αντίδραση ενός φωτισμένου (;) ατόμου, που θα αντίκριζε τα απέραντα εδάφη που εξέτρεφαν την απραξία των μοναχών του Άθω. Η οργή τους συνδυαζόταν με τη γνώση της κοινωνικής ιστορίας του μοναχισμού στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Πράγματι, η εξάπλωση του μοναχισμού, που κορυφώθηκε με την ίδρυση των μοναστηριών στην Αθωνική χερσόνησο, ήταν κατά την κρίση τους υπεύθυνη για την καταστροφή της αυτοκρατορίας και την παρακμή του ελληνικού πολιτισμού. [...] Ακολουθώντας την ερμηνεία του Montesquie για την παρακμή της χριστιανικής αυτοκρατορίας [Πρβλ. Montesquie, Considérations sur les causes de la grandeur et de la décadence des Romains, κεφάλαια XXI-XXIII], οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας κατόρθωσαν να συνδέσουν το σύνδρομο της δεισιδαιμονίας και της μοναστικής απραξίας με το κύκλο της διαφθοράς που θεωρούσαν υπεύθυνο για την δυσπραγία της κοινωνίας τους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 155-156)

Με αυτή την υπεραπλούστευση πίστεως οι διαφωτιστές όρμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, αφού...: «οι μοναχοί κι οι κληρικοί έφταιγαν για όλα»...


 

ΑΝΤΙΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ»

Η τρέλα των Διαφωτιστών

 

Όπου παρακάτω γίνεται αναφορά στην «αντικληρικαλισμό» της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», αυτός θα πρέπει να εννοείται ως κατάργηση των ιερέων, όσων και των μοναχών από τους όποιους αιρετικούς Προτεστάντες - Διαμαρτυρόμενους - Ευαγγελιστές, αλλά και τους Καλβινιστές.

 

 

 

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

 

1.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

2.

ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ,  ΤΥΧΗ & ΠΛΟΥΤΟΣ

3.

ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ, Ο ΛΑΟΣ, Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ & Ο ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

4.

ΤΑ «ΠΟΛΛΑ» ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ & ΟΙ «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ» ΤΩΝ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΩΝ

5.

Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ» & ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΩΝ ΤΟΥ

6.

Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»

7.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ & ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

8.

ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ & ΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

9.

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ», ΓΥΝΑΙΚΑ & ΕΡΩΤΑΣ

10.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΠΕΡΙ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

11.

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ»: «ΣΦΑΞΟΝ ΜΕ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ»;

12.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΤΟΠΗΜΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»

13.

ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821;

14.

«ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ» 2011. «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΓΙΑ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ & ΝΕΟ-ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ

15.

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ;

16.

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΔΟΥΛΟΣ;

17.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

18.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ & «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ»

19.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ»

20.

 

ΑΠΑΤΕΣ ΑΘΕΪΣΜΟΥ

 

 

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΓΕΝΝΟΥΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΝΟΜΑΡΧΙΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, , σσ. 24-25, 29, 51-52, 56)

 

ΚΛΕΦΤΕΣ & ΚΛΕΦΤΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ.114-115)

 

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ & ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 121)

(Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 18η έκδοση, Αθήνα, σελ.32)

 

ΟΙ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119)

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144)

 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ & Ο «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ» ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 110)

 

Η ΥΓΕΙΑ & Η ΥΓΕΙΑ (ΝΗΣΤΕΙΑ)

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 123)

 

500.0000 - 200.000 - 10.000 ΑΠΡΑΓΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

(Απανταχού νεοπαγανιστές & νεοδιαφωτιστές)

 

ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΚΟ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 120)

 

100.000 ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119 )

 

ΚΑΤΑΔΑΦΙΣΟΝ ΟΛΑ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 123-124 )

 

Η ΑΜΑΘΕΙΑ & Η ΑΜΑΘΕΙΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ & Ο ΟΡΘΟΣ ΛΟΓΟΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 14  )

 

ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ & ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 112-116,123-124 )

 

Η ΗΘΙΚΗ & Η ΗΘΙΚΗ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 157)

 

Η ΦΤΩΧΕΙΑ & Η ΦΤΩΧΕΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία,  σελ. 92)

 

ΟΙ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ & Η ΑΛΗΘΕΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 100)

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΑΜΑΘΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΑΜΑΘΕΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 54-56)

 

ΜΗ ΛΑΛΕΙΣ ΕΠ’ ΑΜΒΩΝΟΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 122)

 

ΤΑ ΔΥΟ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ & ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 88, 123)

 

Η ΕΛΛΑΣ ΓΕΝΝΑ ΑΚΟΜΗ ΛΕΩΝΙΔΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

Ο ΧΡΥΣΟΣ & Ο ΧΡΥΣΟΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

Η ΕΛΛΑΣ & Η ΕΛΛΑΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 39)

 

ΟΙ ΗΓΕΜΟΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΚΝΗΡΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 65)

 

21.

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Στιγμιότυπα του 1821

Ο σέρβος Καραγεώργης

Η επιρροή της Δυτικής σκέψης στον «Ανώνυμο Έλληνα»

Ο εθνικισμός & οι μάρτυρες Άγιοι

Το παραμύθι του ανθρωπίνου αρίστου πολιτεύματος ( Η «φωτισμένη» Δημοκρατία)

Η μεταφυσική του διαφωτισμού & το «Αόρατο Χέρι» της οικονομικής του θεωρίας

Σφάξε με πασά μου νʼ αγιάσω

 

 

 

 

 

Πρώτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ & μετά ΕΛΛΗΝΑΣ ο Ρήγας Φεραίος

 

«Ομολογούσε [ο Ρήγας] ότι αισθανόταν βαθύ μίσος για τη βάρβαρη τουρκική φυλή και δήλωνε ότι, μετά τη σωτηρία της ψυχής του, η βαθύτερη επιθυμία του ήταν να δει τους Τούρκους να διώχνονται από την Ελλάδα», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 314)

Άλλο δεν σημειώνει η παραπάνω μαρτυρία πως, ο επηρεασμένος από το Διαφωτισμό Ρήγας Φεραίος πρώτα ήταν Χριστιανός και μετά Έλληνας· 1η προτεραιότητα του ήταν το σώσιμο της ψυχής του και 2η η σωτηρία της πατρίδος του· σκεπτικό απόλυτα σύμφωνο με τον «ἀγώνα ὑπὲρ πίστεως [1ο] καὶ πατρίδος [2ο]» των αγωνιστών του 1821, που κι ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» αναφέρει με την σωστή προτεραιότητα: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος», σελ. 119

Ας το έχουν λοιπόν καλά βαλμένο στο μυαλό τους αυτό και νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, όταν προσπαθούν δια μέσω του διαφωτισμού και των ελλήνων εκπροσώπων του να συμπαρασύρουν πολίτες εις την αθεΐα κι όταν προσπαθούν τάχα κάτι να πουν ενάντια στον Γεννάδιο Σχολάριο:

«Η εθνική μυθολογία, που ακολούθησε, μεγαλοποίησε το πρόγραμμά του [Ρήγα Φεραίου], ενώ οι προθέσεις του παραποιήθηκαν, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μεταγενέστερων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, αφού ο Ρήγας, ως πνευματικός πρόγονος, διεκδικήθηκε τόσο από την εθνικιστική δεξιά όσο και από την επαναστατική αριστερά.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 311)

«Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε...», λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην», αλλά οι νεοπαγανιστές λατρεύουν τα είδωλα κι οι νεοδιαφωτιστές τη νοημοσύνη τους, δίχως να λαμβάνουν υπόψη τους πλήρως τα λόγια του, σύμφωνα με τον Κιτρομηλίδη (ό.π., σελ. 345), «ὀξυδερκοῦς συγγραφέως». Αν οι  πνευματικοί του ακόλουθοι δεν τον λαμβάνουν πλήρως στα υπόψη, τότε ας μην περιμένουν να τον λάβουν οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι.

 

Δεξιά: O Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Γεννάδιος_Σχολάριος)

 

Ο Ρήγας όταν αντιλήφθηκε ότι ο Βολταίρος είχε κάνει λάθος για τα παλιρροϊκά κύματα στη Μεσόγειο πρόσθεσε:  «καὶ ἀπόρησα πῶς ἔκαμε τοιτοῦτον λάθος ἕνα τόσον μεγάλο πνεῦμα; [Ρήγας Βελεστινλής, Φυσικής απάνθισμα, σελ. 64 ]», (Πηγή: ό.π., σελ. 293)

Ο θαυμασμός των ικανοτήτων, των κατά μονάς Δυτικών φιλοσόφων για τα φυσικά πράγματα, από τους νεοέλληνες διαφωτιστές, είχε φθάσει κοντά εις το σεβασμό των Δυτικών για το πρόσωπο του Πάπα περί αοράτων πραγμάτων· δηλαδή πλησίαζε εις το «ἀλάθητον»· ήταν δε ίσος με το σεβασμό των Ανατολικών για τα δόγματα των Πατέρων της Εκκλησίας περί αοράτων, ενώ τους είχε κατά πολύ ξεπεράσει για εκείνα περί ορατών. Πάρα ταύτα, δύο διαφωτιστές που είχαν εκπέσει της Ορθόδοξης πίστεως, χωρίς να αναλογίζονται μετά ταπεινώσεως τη δική τους θέση, κατηγορούσαν τους Επισκόπους περί «πάσης ξηροκαμπίας» [Περί Θεοκρατίας, Χριστόδουλος Παμπλέκης, σελ. 162 & «Ἀνώνυμος τοῦ 1789»]», (Πηγή: ό.π., σελ. 371)

 

 

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Η «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» του «Ανωνύμου του Έλληνος», είναι ένας πολιτικός επαναστατικός λίβελος. Ο συγγραφέας του ενδιαφέρεται να κινήσει τους πιθανούς αναγνώστες,  Έλληνες Χριστιανούς, σε μια πολεμική προσπάθεια ενάντια στους κατακτητές τους, Τούρκους Οθωμανούς κι ενάντια εις τους κοινωνικούς αντιπάλους του Διαφωτισμού.

«...ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων», σελ. 11

Για να το πετύχει αυτό, μεταχειρίζεται κάθε μέσο του λόγου και της ρητορικής τέχνης, παρά τη δήλωσή του, ότι θα διηγηθεί έργα θαυμαστά «Ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων».

Ο συγγραφεύς αυτός, δεν ενδιαφέρεται εμπράκτως τόσο για την αλήθεια των επιχειρημάτων του, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του περί του αντιθέτου. Το έργο του δεν είναι επιστημονικό, όπως δεν μπορεί να είναι επιστημονική μια επαναστατική ή μία πολιτική προκήρυξη. Σκοπός του είναι η παρακίνηση του αναγνώστη εις το «παράλογον» (βλ. Α.Σ. 17), δηλαδή εις την νίκη επί μιας αυτοκρατορίας (βλ. Οθωμανικής), έστω και παραπαίουσας, από δράκες ενόπλων κι ασυντόνιστων Ελλήνων (βλ. Α.Σ. 21), υπερνικώντας το «ανυπέρβλητο», δηλαδή το «στοχασμό της διαφύλαξης της ζωής», όπως λέγει ο ίδιος:

«....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14

Άλλωστε ο ίδιος, παρά τις όποιες ποίκιλλες του απόψεις, γνωρίζει πως η ελευθερία των Ελλήνων δεν μπορεί να έρθει μόνο εκ των έσω· έτσι μιλώντας εις τους ξενιτεμένους Έλληνες λέγει:

«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;                                                                                                                                               

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140 

Με άλλα λόγια, σκοπός του λιβελλου αυτού, είναι η παρότρυνση του αναγνώστη όπως θυσιάσει την ιδικήν του ζωή εν Ελλάδι, ενώ ο συγγραφεύς φυλάσσει την ιδική του εις Εσπερία [ακόμη ένα «παράλογον»] (βλ. Α.Σ. 11 & «Ανώνυμος Έλλην: σφάξε με να αγιάσω»). Δηλαδή, να θυσιάσει ο πρώτος τη ζωή του για ένα σκοπό, που για την αναφερόμενη εποχή (1806) φαντάζει αρκετά νεφελώδης κι επισφαλής και δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως κάτι το απολύτως δυνατόν να επιτευχθεί, μέσα από τη σημερινή παρατήρηση του αναγνώστη πολλούς χρόνους κατόπιν των πεπραγμένων και την επιβεβαιωμένη πλέον επιτυχία της επανάστασης. Οι πολλαπλές διακυμάνσεις κι οι δυσκολίες μέσα από τις οποίες πέρασε το ελληνικό έθνος μέχρι να καταφέρει να ελευθερωθεί πλήρως είναι ενδεικτικές των δυσκολιών αυτών. Βέβαια, ουδείς αγών εύκολος.

Ο εν λόγω διαφωτιστικός λίβελος περί του οποίου ο λόγος, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από νεοπαγανιστές ή άθεους διαφωτιστές, οι οποίοι επιθυμούν να αποδείξουν δι’ αυτού, ότι η «Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία» υπήρξε ένας «αντιπεπαναστατικός δυνάστης» των Ρωμιών (Ορθοδόξων Ελλήνων) προ της επαναστάσεως του 1821, με την έννοια του ότι υποστήριζε τον Οθωμανισμό χάριν κάποιας «ανθελληνικής» συμπεριφοράς.

Η φύση του λιβελλου αυτού, δε δύνανται να αποδείξει κάτι τέτοιο. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν πλείονα σοβαρότερα έργα της εποχής, που φανερώνουν ομοίως  αντιεπαναστατικές αδυναμίες όλων των Ρωμιών ανεξαιρέτως (βλ. Α.Σ. 22) προ της Επανάστασης (βλ. Α.Σ. 16), κατά τη διάρκεια της, μα και κατόπιν αυτής (βλ. Α.Σ. 28), μα διότι επιπλέον, αυτά τα ίδια φανερώνουν πλείστες προσπάθειες εκκλησιαστικών (βλ. Α.Σ. 10) εις την «εθνική αναγέννηση» του 1821 του ελληνικού έθνους  (βλ. Α.Σ. 8).

Πρέπει δε, αφού σημειωθεί η πολιτική φύση του βιβλιαρίου αυτού, να τονισθεί ότι εν λόγω λίβελος, προέκυψε ως απάντηση, κατόπιν αντιδράσεων του πληρώματος της εκκλησίας σε βίαιες αντιθρησκευτικές απόψεις του διαφωτισμού· ως εκ τούτου ήταν αναμενόμενο να έχει ακραία επιθετική μορφή. Μερικοί νεοπαγανιστές ή διαφωτιστές εμφανίζοντας αντίληψη «ὑψηλοῦ ἐπιπέδου», παρουσιάζουν μία ή δύο παραγράφους αυτού του λιβέλου, επιθυμώντας να «γράψουν ιστορία γεγονότων»· μέσα από την παρούσα εργασία, η αλήθεια διαμορφώνεται αρκετά διαφορετική:

«Ὦ Ἀναγνῶστα!

Ἐπειδὴ ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία διεξοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας· ἐπειδὴ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων ὁποὺ κατὰ συνήθειαν, καὶ χωρὶς αἰτίαν κάμνουσι, ὡς οὐδὲν κρίνω·»., σσ. 8-9

Άραγε, μπορούν να υπάρξουν «ἀντιρρήσεις» βασισμένες σε μίαν «αἰτίαν» ή και περισσότερες, έπειτα από την προτροπή του συγγραφέως «ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ»;

Στην παρούσα εργασία αυτό θα δειχθεί· ότι μπορούν να υπάρξουν καίριες αντιρρήσεις.

 

 

 

ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ,  ΤΥΧΗ & ΠΛΟΥΤΟΣ

 

Ο πνευματικός χώρος, ο οποίος γέννησε το πόνημα του «Ανωνύμου του Έλληνος», αντλεί σαφώς τα πολιτικά ιδανικά του από την αρχαία Ελλάδα. Εις τις όποιες φιλοσοφικές εντρυφήσεις αυτός ο χώρος προσφέρει, έρχονται να προστεθούν ακόμη περισσότερες ανακυκλώσεις μέσα από την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν»:

«ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά, καὶ σύ, ταλαίπωρε, νὰ νομίζῃς ἕναν ἄλλον ὅμοιόν σου ὡς ἕνα θεόν, νὰ τρέμῃς ἔμπροσθέν του, καὶ νὰ τοῦ πωλήσῃς τὸ ἀξιώτερον δῶρον τῆς φύσεως, τὴν ἐλευθερίαν σου!», σελ. 23

Αυτά τα λόγια θυμίζουν το ευαγγέλιο, στο Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ε΄ «45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.»

Σύμφωνα με την αρχαία φιλοσοφική φυσιοκρατική αντίληψη, όλοι είναι «ίσοι απέναντι εις τη φύση», ενώ ο πολιτικός νόμος έφερε την τεχνητή διαφοροποίηση ανάμεσα στους ανθρώπους. Παρότι ο «Ανώνυμος Έλλην» αντιλαμβάνεται όλους τους ανθρώπους ίσους βάση της φύσης κι άνισους ένεκα της πολιτικοποιημένης κοινωνίας -ελεύθερους/δούλους- εντούτοις θέλει να κάνει τους αναγνώστες του να πιστέψουν, ότι η διαφορά πλούτου και φτώχειας είναι αποτέλεσμα της «τύχης», κι όχι κοινωνικών ή πολιτικών παραγόντων, ως λ.χ. οι πολιτικές, και κατά συνέπεια, ταξικές επαναστάσεις (βλ. Γαλλική Επανάσταση):

α. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, [...] Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.», σελ. 18.

β. «Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα...», σελ. 144

γ. «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19

Παράλληλα ο «Ανώνυμος Έλλην» διακρίνει, ότι ο πλούτος της συσσώρευσης αγαθών «διὰ τὴν αὔριον» άρχισε με την κοινωνική δημιουργία, κι όχι «τυχαίως»· ούτως ειπείν, διατεινόμενος ο «Ανώνυμος Έλλην» ότι η τύχη βασικά είναι εκείνη που ορίζει τα υλικά αγαθά του κάθε ανθρώπου, υποκρίνεται ή, άλλως ειπείν, ψεύδεται, παρότι έχει εμμονή με την «ἐπιστήμην»:

«Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, [...] ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον».

Υποκρίνεται σαφώς, ή ασκεί τη ρητορική τέχνη·  ιδίως, όταν επιδεικνύει με ποιους τρόπους αποκτάται ο πλούτος από μερικούς:

α. «Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς [τοὺς κυβερνήτας], εἰσέρχεται εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ», σελ. 83

β. «Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας, ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τοὺς διαφόρους τρόπους, ὁποὺ ἐπιχειρίζεται, διὰ νὰ ἐκδύῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὁ συχνότερος εἶναι ὁ ἀκόλουθος: Ἐκλέγει κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν κάμνει διοικητὴν εἰς ἕνα ἢ εἰς περισσότερα χωρία, πλὴν αὐτὴν τὴν διοίκησιν τοῦ τὴν πωλεῖ ὅσον θέλει. Ὅθεν ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐβγάλῃ τὰ ὅσα ἐπλήρωσε, καὶ νὰ κερδίσῃ, ἁρπάζει πλέον καὶ ἐκδύει φανερὰ ὅλους, ἀλλ᾿ ἀφοῦ πλουτίσῃ, εὐθὺς ὁ τύραννος τὸν κράζει, τὸν βάζει εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τοῦ τὰ παίρνει, καὶ ἔπειτα, ἢ τὸν φονεύει, ἢ τὸν ξαναβάνει εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρῶτον τέλος.», σελ. 84

γ. «Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν, ὁποὺ ἔτυχα παρών, ὅταν μιὰ γυναίκα χήρα καὶ μὲ πέντε τέκνα ἀνήλικα εἶχεν ὑπάγει νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα σιωπῶ διὰ ὀλιγοτέραν του ἐντροπήν, διὰ νὰ τῆς κατεβάσουν τὸ δόσιμον, λέγουσα, ὅτι, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀπερασμένον, εἶχεν πωλήσει κάθε περιττὸν στολίδι, ὁποὺ τῆς εἶχεν μείνει, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ πωλήσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὅσα τῆς ἐζητοῦσαν, μάλιστα κλαίουσα ἐφώναζεν, πὼς ἔχει νὰ θρέψῃ καὶ νὰ ἐνδύσῃ τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο υἱούς... ὁ σκληρὸς ἄρχων δὲν τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ τὴν περίοδον, καὶ εὐθύς, ὁποὺ ἤκουσε νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει τόσα παιδία, μὲ ἀνήκουστον βαρβαρότητα καὶ ἀδιαφορίαν τῆς λέγει: «πώλησον δύο ἀπὸ τὰ παιδία σου καὶ πλήρωσον τὸ δόσιμον». Ἐγὼ σιωπῶ, ὁ δὲ ἀναγνώστης ἂς κρίνῃ, ὅπως θελήσῃ.», σελ. 90

δ. «Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.

Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των », σελ 63

ε. «Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην, τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.», σελ. 84

στ. «Δὲν ἠμπορεῖτε, ὦ Ἕλληνες, νὰ καταλάβητε, ὅσον πρέπει, τὴν οὐτιδανότητα τῆς ψυχῆς μερικῶν, μάλιστα τῶν ὅσων διὰ κλοπῆς καὶ πολλῶν χρόνων κολακείας, ἀπόκτησαν πολλὰ χρήματα. Ὦ Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα ἐκφέρουσι παντοτινὰ ἀπὸ τὰ στόματά των, ὄντες ὄντως κόρακες, ἐνδυμένοι μὲ τὰ πτερὰ τοῦ παγωνίου.», σελ. 130

ζ. «Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων, ὁποὺ ὑποφέρουσι, πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.», σελ.83

Συνεπώς και σύμφωνα με την υποκριτική στάση του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ανωτέρω, η δική του ρητορική ερώτηση («Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχει αὐτός, ὁποὺ τόσον αὐστηρῶς καὶ ὑπερηφάνως κτυπᾶ, ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ τοὺς ἄλλους; Διατί, διατί, ὁ ἕνας νὰ ὀνομάζεται δοῦλος καὶ ὁ ἄλλος κύριος; Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ, νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε, νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;», σελ. 107), μπορεί να επιδεχθεί την εξής απάντηση δια της δικής του φιλοσοφικής σκέψεως: «διότι ἡ τύχη εἶναι τὸ αἴτιον τῆς τοιαύτης ἀνομοιότητος».

Και βεβαίως όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» φθάνει εις εκείνο το στόχο τον οποίο βάλλουν ομοίως οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, δηλαδή τον εκκλησιαστικό τομέα, τότε λησμονεί ολωσδιόλου τη διδαχθείσα υπ’ αυτόν «Θεάν Τύχην» που γεννά τον πλούτο και ορίζει αντίθετα, ότι ο πλούτος γεννάται με την αρπαγή των κόπων:

«...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

Τέτοιες παρατηρήσεις για τις «ἐπιστημονικές ἤ φιλοσοφικὲς ἀντιφάσεις» του συγγραφέως ξεφεύγουν από τους, κατά του Χριστιανισμού, «ὁξυδερκείς» νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές. Τους διαφεύγει επίσης ότι ο ίδιος συγγραφέας σε ανύποπτες στιγμές γι’ αυτούς θα φτύσει τη φυσική ομοιότητα [«ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους»] που θυμίζει την Κ.Δ., και θα διδάξει αντίθετα ότι η φύση μερικούς τους προικίζει διαφορετικά (βλ. ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος»). Δίχως καμία μορφή «ὁξυδέρκειας» αποδέχονται αρκετοί τα αποφθέγματα «τοῦ Ἄνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ως έχουν, διότι έτσι εξυπηρετούνται οι κρύφιοι τους πόθοι κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Όταν δε ο ίδιος συγγραφεύς ζητά με το έργο του να προκαλέσει αγανάκτηση στους Ρωμιούς, για να τους οδηγήσει στην ποθητή επανάσταση, ακόμη κι ενάντια στους Προεστούς  (βλ. Α.Σ. 8), γνωρίζει πολύ καλά πως ο πλούτος ή η φτώχεια δεν είναι αποτέλεσμα της τύχης· διότι η τύχη δεν μπορεί να ανατραπεί με επαναστάσεις ούτε με κανέναν άλλον αυτοσχεδιασμό, αφού αυτή είναι απροσδιόριστη ή «παράλογην» ως λέγει ο Θουκυδίδης κι αναγνωρίζει ο ίδιος:

«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.», σελ. 40

Ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζει την τύχη ως γενεσιουργό δύναμη του πλούτου στην αρχή του δοκιμίου του, ίσως διότι δε θέλει να προκαλέσει μια προσκόλληση σε μια κάποια κοινωνική τάξη των Ελλήνων, μήτε επιθυμεί να αναταράξει τα αισθήματα των παραληπτών του βιβλίου του, οι οποίοι φαίνεται πως ήσαν περισσότερο εύποροι από τους συνήθεις «ἀμαθεῖς» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και τέτοιοι ήσαν πιθανώς οι έμποροι κι ιδιαίτερα οι αστοί.

Τέτοιοι παραλήπτες δε θα μπορούσαν να ήταν η πλειοψηφία του απλού αγράμματου λαού, που δεν γνώριζαν καν ανάγνωση, αλλά κυρίως οι «γνώστες», γραμματιζούμενοι, «διανοούμενοι», ηγέτες, έμποροι που διακινούσαν βιβλία, ή άλλοι, με θέσεις σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Γιατί είναι αμφίβολο κατά πόσον οι απλοί αγράμματοι Ρωμιοί γνώριζαν ποιός ήταν ο «Ζεύς», ο «Λυκοῦργος», κ.α. πρόσωπα της αρχαίας γραμματείας τα οποία ο «Ανώνυμος Έλλην» χρησιμοποιεί κατά κόρον:

«...οι πολιτικές επιδιώξεις του επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνο τις κοινωνικά και ιδεολογικά προηγμένες ομάδες που ποσοτικά αντιπροσώπευαν μόνο έναν πολύ μικρό, αν και δυναμικό, τμήμα της κοινωνίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 310)

Είναι λάθος ο σημερινός αναγνώστης να αντιλαμβάνεται, πως το κείμενο της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» τύγχανε στην εποχή που εκδόθηκε, της ίδιας κατανόησης με τη σημερινή από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της Βαλκανικής, και κατ’ επέκταση της ίδιας της Ελληνικής Χερσονήσου. Άλλωστε ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» το επισημαίνει αυτό, όταν καλεί τους έλληνες που βρίσκονται σε άλλες χώρες, λέγοντας πως στην Ελλάδα όλοι εκείνοι που χρειάζονται διδαχή, είναι εκείνοι που δε γνωρίζουν ανάγνωση:

«Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὅσοι περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι ἀπὸ διδαχήν, δὲν ἠξεύρουσι γράμματα. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁμιλοῦντος, διὰ νὰ καταπείσῃ τοὺς πεπλανημένους εἰς τὸ ψεῦδος.», σελ. 138

Όμως, ακολουθεί ή όχι μία φιλήσυχη και συμφέρουσα για τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις «πολιτική γραμμή» ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζοντας ότι εις την «Νομαρχίαν», επειδή ομοίως με την αρχαία Ελλάδα σ’ αυτήν υπάρχει φροντίδα για τον πολίτη, δύναται «ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν»;, σελ.19.

Με άλλα λόγια, εις την «Νομαρχίαν» του «Ανωνύμου του Έλληνος» ο φτωχός πρέπει να παραμένει πτωχός, διότι ο πλούσιος πρέπει να παραμένει πλούσιος; Κι αυτή η ερώτηση τίθεται ιδιαίτερα προς τους «προοδευτικοὺς» κύκλους που κάνουν χρήση της «τοιαύτης Νομαρχίας» ομοίως με τους νεοπαγανιστές, επειδή αντιπαθούν την Εκκλησία.

Είναι δύσκολο να απαντηθεί αυτή η ερώτηση με σιγουριά. Όμως, δε θα πρέπει να παραβλεφθούν δύο πράγματα· πρώτον η προτίμηση του «Ανωνύμου του Έλληνος» προς την «ἀριστοκρατία», αφού κι εκεί «σώζεται ἡ Ἐλευθερία» του φτωχού επαναστατημένου, αλλά ιδίως δε θα πρέπει να παραβλεφθεί αυτή η άποψη, η οποία είναι μια «παλαιὰ καραμέλα» της εμπορικής τάξεως και δηλαδή εκείνη η οποία ζητούσε την κατάργηση των θρησκευτικών αργιών με πρόσχημα το «περισσότερον κέρδος»:

«Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας; [...] τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος», σελ. 88

[Σημ: Περισσότερα για το ζήτημα, πρβλ. εις την απάτη «Το κέρδος & οι αργίες», ενώ για την υποκρισία του «Ανωνύμου του Έλληνος» για την πτώχεια των κληρικών πρβλ. την απάτη «Η φτώχεια & η Φτώχεια»].

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε, ίσως να οφείλει αυτή την προσκόλλησή της εις τη διατήρηση των κοινωνικών οικονομικών ανισοτήτων, εις την αντανάκλαση που δέχεται από την Γαλλική Επανάσταση της «Δημοκρατίας», εκεί όπου ο πλούτος δεν καταργήθηκε, αλλά άλλαξε χέρια και πέρασε από το βασιλιά και τους αριστοκράτες της Δύσης, εις τα ανώτερα αστικά στρώματα των πόλεων. Ο χωρικός κι ο μέσος αστός, παρέμειναν πάντοτε παραμελημένοι και «πιόνια» των ανωτέρων στρωμάτων της Ευρωπαϊκής κοινότητας, όπως ακριβώς επιθυμείτο να συμβεί και με την «τάξη» του κληρικού και του μοναχού εις τις «επαναστατημένες» περιοχές. Προς τούτο οι Ανατολικοί κληρικοί εις την «Ἑλληνικήν Νομαρχίαν» θεωρούνται παραδόξως «πλούσιοι», ωσάν να ήτο Δυτικοί (τάξη) και κατηγορούνται έναντι του πτωχού λαού (βλ. Α.Σ. 5 & 27)· έτσι «δικαιολογημένα» θα έπρεπε βάσει του διαφωτισμού να στερηθούν οι πρώτοι αυτού του «πλούτου» εις το άμεσο μέλλον, ωσάν να είναι «ἱδιώτες», με μια κάποια επιδιωκόμενη πολιτικοοικονομική επανάσταση του τελευταίου:

«λλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

Μόνο που... μια τέτοια κοινωνική επανάσταση πολύ λίγο θα είχε να κάνει με την επενέργεια της τύχης ως δύναμης η οποία ανακατανέμει δικαίως, αλλά δεν εξαλείφει, αυτόν τον άδικο «πλούτο», σύμφωνα με τις επαναστατικές κι αντικληρικαλιστικές επιδιώξεις της «Ελληνικής Νομαρχίας»:

«Ο "Έλληνας Βολταίρος", υπέρμαχος της αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές οικονομικές μονάδες», «νωθροί πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας». Συνεπής με αυτές τις θέσεις, ο Κοραής ήταν υπέρ της δήμευσης των μεγάλων κτημάτων των μοναστηριών - ωστόσο, δεν διαμαρτυρήθηκε όταν αυτά δεν δόθηκαν σε ακτήμονες αγρότες, αλλά σε μεγαλοαστούς κεφαλαιούχους...» (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

 Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833). (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

Όσο περισσότερο μελετά κανείς την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν», τόσο αντιλαμβάνεται πως αυτή δεν απευθύνεται εις τον απλό Ρωμιό κι επαναστάτη κάτοικο των χωριών της Πελοποννήσου, της Ηπείρου ή των Νησιών. Άλλωστε αυτός ο τελευταίος δεν επρόκειτο ποτέ να δει, ούτε να παραλάβει ποτέ, αυτόν τον «πλούτο» που «κρατούσε  αδίκως» ο Ανατολικός κληρικός στα χέρια του.

Έπειτα, για τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», αυτά τα ίδια πρόσωπα που θα σηκώσουν το κύριος βάρος του αγώνα  (βλ. Α.Σ. 24, 14 & 26 κ.α.), όσο αφορά τις μάχες εις τις οποίες θα ρισκάρουν τον «ἀναγκαιότερο στοχασμὸ», δηλαδή «τὴν ζωήν» τους, περιγράφονται υπ’ αυτού με εκείνον τον όρο, που για την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν» αποτελεί την ύψιστη προσβολή για το ανθρώπινο γένος, δηλαδή με τη λέξη «δούλος»:

«Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

Απορεί μετά συγγραφικής βδελυγμίας ο «Ανώνυμος Έλλην», αναφερόμενος εις τα υπόδουλα χωριά, κάνοντας χρήση τρίτου κι όχι δευτέρου προσώπου:

«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36

Βέβαια, είναι πολύ εύκολο να απορεί κανείς μακρόθεν κι εκ της Εσπερίας, με τους «δούλους» Ρωμιούς, που θα πρέπει να ρισκάρουν τη ζωή τους, ενώ κάποιοι άλλοι εξίστανται μέσα από «βιβλιάρια» της Δύσης, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι εκ τους ασφαλούς:

«Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» σε διαφορετική ενότητα:

«Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά. Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν, πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.», σελ. 82. (βλ. Α.Σ. 14 & 15)

Οι «Ἕλληνες Χριστιανοὶ» θανατώνονταν ακόμη και για φοροδιαφυγή. Για τις συνέπειες μιας αποτυχημένης επανάστασης ούτε λόγος (βλ. χαρακτηριστικά καταστροφή Χίου):

«...ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον. Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται.», σελ. 83

Ακόμη κι άλλοι διαφωτιστές της εποχής αναγνωρίζουν πως η επανάσταση είναι ένα παιχνίδι χειρότερο από εκείνο με την φωτιά:

α. Το δοκίμιο «Στοχασμοὶ εἰς τοὺς παρόντας κρισίμους καιροὺς τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους» [Ευγένιος Βούλγαρης, Κέρκυρα 1854, Βλ. Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σσ. 29-30 & 157, Πρβλ. Π.Μ.Κιτομηλίδης, Η Πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη, πρακτικά του Ε ΄Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τομ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 601-614], που «προφανώς ήταν εμπνευσμένο από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 και μπορεί βάσιμα να αποδοθεί στον Βούλγαρη [...] αποπειράται να διαπραγματευθεί με τους όρους της θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα για την ισορροπία δυνάμεων -της "ἀντιρροπίας", όπως αποδίδει ο συγγραφέας τον όρο-τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκάλυπτε πολιτικό ρεαλισμό όσο και σοβαρή γνώση της οθωμανικής κοινωνίας και διοίκησης, ο συγγραφέας ανασκεύαζε αρκετές εσφαλμένες αντιλήψεις, τρέχουσες στη σύγχρονη του ευρωπαϊκή σκέψη, οι οποίες υποστήριζαν ότι η οθωμανική εξουσία είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και εκφυλισμό. Ο συγγραφέας προειδοποιούσε ότι, παρά τις πρόσφατες ήττες τους, οι Τούρκοι γρήγορα διδάσκονταν από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη. [ό.π,. σσ. 8-9, 18-22] Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν πλήρως.». Ο Βούλγαρης σχολίαζε πικρά την εγκατάλειψη των Ελλήνων από τους Ευρωπαίους ή ακόμη όταν εκείνοι «είχαν εμποδίσει τους επίδοξους ελευθερωτές τους» και πρόβαλλε την άποψη ότι «ο διαμελισμός των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής ηγεμονίας με περιορισμένη έκταση θα ευνοούσαν τη διατήρηση της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων [ο.π, σελ.43]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)

β. «οι Έλληνες της Πελοποννήσου [...] ύστερα από ένα σύντομο διάστημα επαναστατικού πυρετού, τα γνωστά "Ὀρλωφικά", υποβλήθηκαν σε σκληρά αντίποινα από τους Οθωμανούς κυρίους τους, οι οποίοι εξαπέλυσαν ορδές Αλβανών ατάκτων κατά της Πελοποννήσου [A. Camariano-Cioran, La Guerre rusoturche de 1768-1774 et les Grecs, Revue des études Sud-Est européennes, 3 (1965), σσ. 513-547, Π.Μ. Κοντογιάννης, Οι  Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσοτουρκικόν πόλεμον, 1768-1774 & Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν 1715-1821, Αθήνα 1939, σσ. 146-206]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 185)

Τέτοιοι διαφωτιστές και «διανοούμενοι», σαν τον «Ανώνυμο Έλληνα», κατάφεραν να «σείσουν» τον δικό τους «βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας» καταφεύγοντας εις τη δύση, εγκαταλείποντας την πατρίδα τους, από όπου άνανδρα κατηγορούσαν άπαντες τους Ρωμιούς για «δειλίαν»!  Μια ελληνική παροιμία λέγει: «Ὅποιος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν χορόν πολλὰ τραγούδια ξεύρει».

Όμως, για να μην μένει κανείς μόνο εις τις παροιμίας, ας δει την άποψη του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» περί της «δειλίας» και το πως συνδυάζεται αυτή με τη φυγή «τῶν δούλων»:

«Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των  καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι; Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν;», σελ. 51. (βλέπε περισσότερα στην ενότητα που ο Ανώνυμος φοβάται τη συνομωσία)

Αντιγραφείς άνανδροι του «Ἁνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» είναι οι σύγχρονοι παγανιστές και «προοδευτικοί» διαφωτιστές, οι οποίοι ενστερνιζόμενοι τις κατηγορίες του πρώτου ενάντια τους Χριστιανούς του 1821 περί «δούλων», ξεχνούν ότι αυτοί ως κατήγοροι τυγχάνουν, όχι υπόδουλοι μιας κάποιας βάναυσης αυτοκρατορίας που κυβερνά με το σπαθί, ενάντια εις την οποία ο καθείς θέτει «τὴν κεφαλὴν» του κι εκείνη της οικογενείας του εις την περίπτωση πολεμικής αποτυχίας, αλλά απλοί πολυλογάδες και πολυγραφότατοι αστοί που ζουν με όλες τις ανέσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, πίσω από μία συγγραφική πένα ή ένα ασύρματο ποντίκι ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, που το μόνο που γνωρίζει να πράττει είναι να εκτοξεύει κατηγορίες προς την Ορθόδοξον Εκκλησία και το ποίμνιό της.

Αντιγράφουν αυτοί τόσο ξεδιάντροπα τις ρητορείες του «Ανωνύμου του Έλληνος», που πείθονται πως ενώ από τη μια μεριά η πτώχεια είναι αποτέλεσμα της «τύχης» και μέσα στη «Νομαρχίαν» μία αδιάφορη κατάσταση όπου  μπορεί «ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν» σελ.19, από την άλλη δε, αποδέχονται αντιθέτως ότι η πτώχεια είναι «θέρμη» και συνεπώς αρρώστια που χρήζει θεραπευτικής αγωγής από πλούσιους «ευεργέτες»:

«Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 92

Δεν χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να αντιληφτεί ο καθείς ότι οι νόμοι δεν μπορούν να ισοζυγίσουν δίκαια την φτώχεια· διότι ακόμη και εις την περίοδο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που τόσο θεωρείται θαυμαστή από όλους τους «διανοούμενους» παπαγάλους της Δύσης, όπως και σήμερα, το χρήμα καθόριζε και καθορίζει την απονομή αυτής της δικαιοσύνης, είτε αυτή λέγεται χρηματικό πρόστιμο (το πρόστιμο ίδιας αξίας επί διαφορετικού «πορτοφολιού» δεν έχει την αυτήν βαρύτητα), είτε ενοικίαση ικανού ή μη δικηγόρου (ρήτορα) κ.λ.π. Το ρητό «ὁ Νόμος εἶναι ἴσος γιὰ ὅλους» είναι ένα ψέμα και «Νομαρχιῶν» ή «Μοναρχιῶν»· επί παραδείγματι, το πρόστιμο για παράνομο παρκάρισμα είναι ίσης χρηματικής αξίας για πλούσιο είτε πτωχό· η εξαγορά ποινής φυλάκισης είναι η αυτή για πλούσιο και πτωχό· η εξαγορά της στρατιωτικής θητείας είναι η αυτή για πλούσιο και πτωχό, κ.ο.κ.

 

 

ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ, Ο ΛΑΟΣ, Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ & Ο ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

 

Όσοι κάνουν κακή χρήση της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», καλή χρήση άλλωστε δεν υπάρχει, δε θα ομολογήσουν πως οι κατηγορίες της απευθύνονται εις την ουσία εις όλο τον ελληνικό λαό συλλήβδην, παρά θα στρέψουν πονηρότατα την προσοχή αποκλειστικά και μόνον εις τον Ορθόδοξο κλήρο:

α. «Αὐτός [ὁ Ἀλὴ Πασὰς], ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ ἀνεξάρτητον κράτος τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ᾿ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως, πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς, ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεὶς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸν ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν καὶ ἕνα πατέρα.», σελ. 35

β. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

γ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

δ. «Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἰμὴ τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ] ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του», σελ. 35

ε. «Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του», σελ. 36

στ. «Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

ζ. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται.», σελ. 112

η. «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν [και των ελλήνων]», σελ. 36

θ.  «ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101

Τέτοιες παρουσιάσεις είναι φανερό πως μειώνουν την «αίγλη» της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» ως διαφωτιστικού κειμένου έναντι του ελληνικού λαού, αφού ο συγγραφεύς της κατηγορεί τους πάντες κατά την ιδικήν του εποχή, άλλοτε ως «δούλους» κι άλλοτε ως «προδότας»:

ι. «Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται, δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.», σελ. 92

Κι ενώ στο παραπάνω εδάφιο του ο «Ανώνυμος Έλλην» αποδίδει κλάδους ελαίας εις τους ευεργέτες της Ελλάδος, δε θα μπορέσει μήτε αυτούς στο τέλος να μη κατηγορήσει μέσα στο σύγγραμμά του:

ια. «Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ, διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου, τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐνάρετον.

Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει, καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο, ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον του ἐνάρετον.», σσ. 93-94

Αυτές οι κατηγορίες προς τους ευεργέτες της Ελλάδος, παρά τις όποιες ευχαριστίες του συγγραφέως κατηγόρου, συνεχίζονται επί των σελίδων 94-96.

Αληθεύει δε ιστορικά, ότι ο Διαφωτισμός στην Ελλάδα περίμενε μια υπερυψωμένη εκτίμηση ιδίως από τους εμπόρους, από τους οποίους άλλωστε είχε αντλήσει πολλές φορές οικονομική δύναμη κι υποστήριξη:

«...ο Κοραής παρουσίαζε ουσιαστικά μια περίπτωση εμπειρικής εφαρμογής της θεωρίας του Montesquieu για τη σχέση εμπορίου και ελευθερίας...»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 390)

 Όταν όμως οι έμποροι κοιτώντας τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφόρησαν για το Διαφωτισμό στην Ελλάδα, τότε έγιναν κι αυτοί ξεκάθαρος στόχος παραπόνων:

α. «...ποιά ήταν η στάση των αστών εμπόρων που θα ’πρεπε να είναι φυσιολογικοί εχθροί της τυραννίας και υπέρμαχοι της ελευθερίας και του Διαφωτισμού; Ο συγγραφέας διαπίστωνε με θλίψη και αγανάκτηση ότι η στάση των Ελλήνων εμπόρων διέλυε κάθε ψευδαίσθηση ότι η ελευθερία θα μπορούσε να προέλθει με δική τους πρωτοβουλία. Παρά το γεγονός ότι ο ζυγός της τυραννίας βάραινε την Ελλάδα, η μόνη φροντίδα των εμπόρων ήταν οι επιχειρήσεις τους. [Ανώνυμος Συγγραφέας, Ρωσσαγγλογάλος]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)

β. «Οι έμποροι που αρνούνταν να επιστρέψουν, το έκαναν από απληστία και αχαλίνωτη επιδίωξη ατομικού κέρδους. Οι δωρεές που κατά καιρούς πρόσφεραν στην πατρίδα τους αρκούσαν μόνο για να απαλύνουν τις τύψεις της συνείδησής τους. Όσο για τους σπουδαστές που επί χρόνια φοιτούσαν στις ακαδημίες της Ευρώπης [...] προτιμούσαν να σπουδάζουν την επικερδή επιστήμη της ιατρικής.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Είναι γνωστό πως ο «Ανώνυμος Έλλην», ως ακόλουθος του «μαχητικού» πνεύματος του Διαφωτισμού, και δηλαδή κατήγορος των πάντων, είναι με τη σειρά του κατήγορος των κατηγόρων:

«...οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...», σελ. 117

Κι ενώ κατηγορεί τους «συμπατριώτας» του, παριστάνει τον θιγμένο έναντι της συμπεριφοράς των ξενιτεμένων ελλήνων που δεν θίγονται όταν τους κατηγορούν:

«Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν. (Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.)», σελ. 133

Ο  «Ανώνυμος Έλλην» μπορεί να μην έζησε να δει την επανάσταση του 1821. Το πιθανότερο είναι, ότι αν ζούσε μέχρι τότε,  θ’ άλλαζε γνώμη για τους ίδιους αυτούς «δούλους» και «προδότας» βλέποντας τη πατριωτική συμπεριφορά τους· θα έβλεπε το ότι αυτοί οι ίδιοι «προδόται» έθυαν εαυτούς (βλ. Α.Σ. 24) υπέρ «πίστεως καὶ πατρίδος»  (βλ. Α.Σ. 6), όπως ο ίδιος άλλωστε έλπιζε:

«Ἡ διαγωγή των [Ἑλλήνων] εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154

Το «καίριο ερώτημα» λοιπόν είναι, γιατί (επιμ-) μένουν εις αυτή τη στάση του χλευασμού προς τον κλήρο και το λαό της προ του 1821 εποχής οι σημερινοί νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές όταν αυτοί ακριβώς που κοροϊδεύουν ήταν εκείνοι που τελικά συμμετείχαν ενεργά, κι όχι θεωρητικά, στην επανάσταση; Δεν έχουν αντικρύσει τόσα και τόσα παραδείγματα αυτοθυσίας χριστιανών για την πατρίδα τους, μέσα στα βιβλία της σύγχρονης ιστορίας του έθνους τους; τί σημασία έχει πλέον η σκωπτική στάση για την εθνική, όχι πολιτική, επανάσταση, έστω κι αν αυτοί ήσαν αντιδιαφωτιστές;

Όπως και να έχει το ζήτημα, δε θα πρέπει να απορεί κανείς με τις ρητορείες του συγγραφέως που φέρει το όνομα «Ανώνυμος Έλλην»· διότι αυτού του συγγραφέως, του φταίνε όλοι ανεξαιρέτως για την υποταγή της Ελλάδος εις τους Τούρκους. Ακόμη κι ο ίδιος ο αρχαίος ο Μακεδόνας Φίλλιπος, ενώ δεν μπορεί να λείπει εκ του συλλογισμού αυτού κι ο υιός του Φιλλίπου, ο Μέγας Αλέξανδρος κι ίσως αυτές οι προτιμήσεις του να δικαιολογούν το θαυμασμό του υπέρ του ρήτορα Δημοσθένη:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» αναγνωρίζει άλλωστε, μέσα από τα χείλια των «φίλων» του «Σ. & Κ.», ότι δεν παραμέλησε κανέναν δίχως να υποστεί ύβρη («Καὶ ποῖον ἄφησε ἄβριστον; Βασιλεῖς, ἀρχιεπισκόπους, εὐγενεῖς, πλουσίους...», σελ. 166). Βεβαίως «ἄφησε ἄβριστον» τον ίδιον του τον εαυτόν· ίσως σημάδι υπερήφανου ηθικοπλαστικού εγωισμού.

Κατόπιν των ανωτέρω, είναι λοιπόν παρήγορο το ότι μέσα σε όλους αυτούς που κατηγορούνται για τα δεινά της Ελλάδος, όπου δεν εξαιρούνται ο Φίλιππος κι ο Μέγας Αλέξανδρος, κατηγορούνται κι οι κληρικοί της Ελλάδος και οι Πατριάρχες ως «ὑπεύθυνοι» για την Οθωμανική κυριαρχία! Είναι παρήγορο, διότι μόνο μέσα σε ένα ρητορικό κείμενο θα βρει κανείς κατηγορίες προς όλους τους Έλληνες για τα δεινά της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, πλην των ελαχίστων Σουλιωτών, που ήσαν κι Αλβανοί, παρότι ο ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν φαίνεται να θέλει να το αντιληφτεί, αν δεν το γνώριζε πνιγμένος μέσα στην τόση «μόρφωσὴ» του.

Αντίθετα, δεν είναι διόλου παρήγορο το ότι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές ασπάζονται αυτές τις ρητορείες περί ιστορικών αιτιών της Τουρκοκρατίας στις σελίδες τους, οι οποίες ρητορείες είναι «τραβηγμένες από τα μαλλιά», εφόσον απʼ όλους αυτούς τους «ὑπεύθυνους» της Ρωμαϊκής κι Οθωμανικής κυριαρχίας που αναφέρει ο «Ανώνυμος Έλλην», οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές επιλέγουν μόνο το «παπαδαριὸ» και τους «Πατριάρχες» για να επιρρίψουν τις ρηθείσες «ἱστορικές εὐθύνες»· αν επέλεγαν αντίθετα να κατηγορήσουν τους πάντες, ως επιλέγει να πράξει ο «Ανώνυμος Έλλην», σήμερα θα χαρακτηρίζονταν ως άτομα πάσχοντα από «χρονίζων θρησκευτικὸν ἤ ἐθνικιστικὸν παραλήρημα»· έτσι διαλέγουν και συμπεριφέρονται μόνο ως αντιχριστιανοί καμουφλάροντας την άρρωστη διάνοιά τους πίσω από μουχλιασμένες θεωρίες.

Ο δε «Ανώνυμος Έλλην» παρότι στην ουσία κατηγορεί τους πάντες για τα δεινά της νεότερης Ελλάδας, ακόμη κι ανθρώπους που έζησαν 2000 χρόνια πριν (!), ωσάν να ευθύνονται εκείνοι για την εμφάνιση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων ως οι Άραβες, οι Νορμανδοί, οι έμποροι Βενετοί, οι Βούλγαροι κι οι Οθωμανοί, μέσα στη ρητορική του προσπάθεια θα υπερβάλλει ακόμη περισσότερο, υπακούοντας στον αντικληρικαλισμό του Διαφωτισμού, λέγοντας πως:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», σελ. 98

Η πασιφανής δε απόδειξη πως ο «Ανώνυμος Έλλην» στρέφεται βασικά έναντι όλων των Ελλήνων, είναι η ύπαρξη του ίδιου του γραπτού του· διότι τί νόημα έχει άραγε η συγγραφή ενός επαναστατικού λιβέλου προς ένα λαό, ο οποίος έχει ήδη επαναστατήσει ή προς ένα λαό που συμμετέχει σε μεγάλο ποσοστό σε μια επανάσταση; καμία. Εξάλλου το γραπτό της «Ελληνικής Νομαρχίας» ως πρόσκληση για επανάσταση συγγράφτηκε το 1804, όταν η επανάσταση δεν έχει ξεκινήσει μαζικά. Σκοπός της η στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ως «κυρίως ὑπευθύνων» με παράλληλη «ἄφεση ἀμαρτιῶν» του κυρίου και πολυάριθμου πολιτικού σώματος των Ρωμιών· ήτις, το κείμενο αυτό, ενώ γνωρίζει τη συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας στο «ραγιαδισμὸ» παράλληλα αναζητεί «ἀποδιοπομπαίους τράγους» για να μη κατηγορήσει, βουβά δικαιολογώντας έτσι, τη στάση των υπολοίπων και περισσοτέρων:

 α. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161

 β. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52

γ. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140

Άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τη Ρούμελη. Συγγράμματα, κονδύλια και μελάνι δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να διώξουν τον Τούρκο, αν δεν υπήρχαν μαχητές επαναστάτες, οι οποίοι προηγήθηκαν ιστορικά αυτού, των υπολοίπων διαφωτιστών και των όποιων γραπτών τους. Με άλλα λόγια, αν όλοι ακολουθούσαν  του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος» την υπεροπτική θέση «επαναστατώντας» με λιβέλους, η «Ρούμελη» δεν θα ελευθερώνονταν ποτέ.

Σήμερα (2011) το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» το διακινούν επί το πλείστον ξεκάθαροι εχθροί της εκκλησίας και «διανοούμενοι», οι οποίοι εφόσον όλοι μαζί ζουν εις την μετά την  επανάσταση εποχή, βεβαίως δεν νιώθουν τύψεις να τους βαραίνουν για κάποιο «ραγιαδισμὸ», τον οποίο θα ένιωθαν σίγουρα το 1804 έναντι της «Ἑλληνικής Νομαρχίας», αφού αποκλείεται εκ των πραγμάτων να ήτο όλοι «ἀρματολοὶ» και «κλέφτες»· επιπλέον, κι αυτή είναι η χειρότερη ειρωνεία της υπεροψίας, αρκετοί από τους σημερινούς «διανοουμένους», ακριβώς γιʼ αυτή την αγάπη τους για τα γράμματα θα εβρίσκονταν εις την θέση του κληρικού ή του Φαναριώτη, τους οποίους σήμερα στοχοποιούν, μη αναλογιζομένοι από την «μέθην τῶν γραμμάτων» ποια είναι η κοινωνική τους θέση και ποια θα ήτο εις τα χρόνια της σκλαβιάς εκείνη η ανάλογη της σημερινής τους.

Περισσότερα βλ. απάτη «Δύο Αίτια».

 

 

ΤΑ «ΠΟΛΛΑ» ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ & ΟΙ «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ» ΤΩΝ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΩΝ

 

Ο αναγνώστης θα πρέπει να σταθεί στις κατηγορίες του συγγραφέως προς τους Έλληνες ιερείς του 1821· διότι αυτές είναι οι οποίες εξάπτουν τη φαντασία νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Ο παγανιστής αναγνώστης πάντοτε θα προσπεράσει την κρίση του συγγραφέως «διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς!», δηλαδή τους ιερείς, και θα ενθυμηθεί εις την κριτική του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» μόνο το προσωποποιημένο (ειδωλολατρικό) «ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας» έμπροσθεν του οποίου θα θυσιασθούν γενικόλογα οι πρώτοι -υπάρχει δε κι η πιθανότητα ο συγγραφέας να ψεύδεται και να κολακεύει.

Ο δε «Ανώνυμος Έλλην» κατηγορώντας τους ιερείς, φέρνει τα εξής «πολλά» παραδείγματα για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του,  τους οποίους με γενικολογικούς συλλογισμούς αποδέχονται οι οπαδοί του, ωσάν η ρητορεία να είναι «ἀλάνθαστον ἀκαδημαϊκόν ἐγχειρίδιον»:

1. «νῦν ἀρχιερεὺς [ἕνας] τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης, χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν», σελ. 100

2. «Ἐγὼ εἶδα πολλάκις ἕνα  [ἀκόμη ἕναν] ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὴν μέσην τῆς λειτουργίας, νὰ ὑβρίζῃ, νὰ ἀναθεματίζῃ, καὶ νὰ δέρνῃ οὐκ ὀλίγας φορὰς τοὺς παπάδες, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστο τοὺς διακόνους.», σελ. 100

3. «Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα [ἀκόμη ἕναν] καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, ὁποὺ μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐκλέφθησαν μερικὰ χρήματα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν του.». σελ. 100.

Αυτά τα τρία ανώνυμα επί το πλείστον αντικληρικά παραδείγματα, όλα κι όλα, λοιπόν δεν είναι σε καμία περίπτωση περισσότερα από όσα τίθενται από την άλλη πλευρά της ζυγαριάς της δικαιοσύνης του δικού του γραπτού:

«Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ [ἕνας], ὁ σοφώτατος λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου, ὁ ὁσιώτατος καὶ ἐλλογιμώτατος διδάσκαλος [ἕνας] εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας ἱερεύς, καὶ ἄλλοι πολλοί.», σελ. 99 [Πρβλ. απάτη «Οι αφορισμοί & οι αφορισμοί»]

Με τόσα «πολλά» παραδείγματα κατηγορίας, δηλαδή μόλις 3, που δεν είναι καν επώνυμα όπως της υπεράσπισης, οι νεοπαγανιστές έχουν καταφέρει κι αναγάγει μέσα στο μυαλό τους την «Ελληνική Νομαρχία» ως ένα «γερό» θεμέλιο, από τα «διάφορα», της αντιεκκλησιαστικής εκστρατείας τους επειδή ο συγγραφέας του βιβλιαρίου αυτού φουσκώνει το αριθμό τους με ρητορικά σχήματα. Ας σημειωθεί ιδιαιτέρως, πως οι ψόγοι αυτοί με τα παραδείγματα δεν αφορούν κάποια «ἀντιεπαναστατικὴν» ή «ἀνθελληνικὴν» στάση, παρά μόνο «ἀντιευαγγελικὴν», για την οποία οι νεοπαγανιστές ειδικότερα δεν θα ’πρεπε να ιδρώνουν στα αυτιά τους.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» στενοχωριέται ακόμη, διότι αυτή η ανάρμοστη συμπεριφορά κατατρώγει «τὰ ἀθῶα καὶ πολλὰ ἥμερα πρόβατα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας», (σελ. 101)· λογικά πρόβατα για τα οποία οι σημερινοί νεοπαγανιστές δεν έχουν καμία έννοια ή ανησυχία, εφόσον είναι ενάντιοι εις την «μάνδραν τοῦ Χριστοῦ».

Υπάρχουν δε εντελώς διαφορετικές ιστορικές, κι ουχί ρητορικές, μαρτυρίες για την επανάσταση του 1821 και τους ιερείς των Ελλήνων, τις οποίες οι αρνητές της εκκλησίας θα ξεπεράσουν για χάρη του λιβέλου του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

1. «Ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ απαριθμεί τις θυσίες των Ελλήνων κληρικών σε 11 πατριάρχες, 100 επισκόπους και 6000 ιερείς και καλόγερους. Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’, Κύριλλος ΣΤ’) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες.»

2. «Ο κλήρος υπήρξε και ο οδηγός της φυλής και το στήριγμα της», Ιστορικός Δ. Κόκκινος

3. «Ο Ορθόδοξος ελληνικός κλήρος απετέλεσε πρωταρχικόν παράγοντα της κηρύξεως της επαναστάσεως και της επιτυχίας ταύτης…», Απόστολος Δασκαλάκης

4.  «Ανάμεσα στους στρατιώτες βρίσκονταν και μεγάλος αριθμός παπάδων. Αυτοί οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού», Χάμφρεϋς

5. «Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί όπως διαδίδεται οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών», Ντομένικο Οριγκόνο, Πρόξενος Ολλανδίας.

6. «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρο, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους» (43), Μώραλη Μελίκ Μπέη

7. «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων», Ζανί Ζαντέ

8. «...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν», Κ. Παπαρρηγόπουλος

 

α. Πρβλ σελίδα: «Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Τουρκοκρατία 1430-1821».

β. Πρβλ. σελίδα «Απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων προ του 1821».

 

 

Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ» & ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΩΝ ΤΟΥ

 

Ο «Ανώνυμος Έλλην» διατυμπανίζει, πως οι Έλληνες Ρωμιοί, παρέα με τους ιερείς, ήταν «ἀμαθείς», «δειλοί» & «δούλοι». Εκείνο που δε γίνεται σαφέστατα αντιληπτό, είναι η αιτία για την οποία ο ίδιος δεν θα μπορούσε να λάβει τουλάχιστον τον ίδιο τίτλο του «ἀμαθοῦς», όταν μπορεί να κερδίσει εύλογα τον τίτλο του «δειλοῦ» μέσα από τους δικούς του υπαινιγμούς. Κι αν ο ίδιος δεν αρμόζει να λάβει αυτόν τον τίτλο, αν σκόπιμα ρητορεύει και δημαγωγεί χάριν επανάστασης, πράγμα «κατανοητό», τουλάχιστον το λιβελογράφημα του οφείλει να τον λάβει μόνο και μόνο για τους σημερινούς του τυφλούς ακόλουθους, οι οποίοι είναι προφανές πως το χρησιμοποιούν γιατί μισούν το Χριστιανισμό, και κατ’ επέκταση την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η αλαζονεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» είναι πρόδηλη σε όλο το έργο του και τον οδηγεί εις το να παραπέφτει σε πλείστες αντιφάσεις κι αστοχίες, τις οποίες δε λαμβάνουν στα υπ’ όψιν οι «αντιεκκλησιαστικοί» του 21ου αιώνος, οι οποίοι δε θα έπρεπε να τον ακολουθούν εις τις μικρότητές του, αν κινούνταν καθαρά από αγάπη προς την ιστορική αλήθεια.

Στη σελίδα 50 του έργου του π.χ., ο «Ανώνυμος Έλλην» αναλίσκεται να αποδείξει ότι οι «δούλοι», όντας  μισθοφόροι, αδυνατούν να νικήσουν σε ένοπλες συμπλοκές κι εγκαταλείπουν ως «δειλοί» το πεδίον της μάχης, επειδή αυτό δεν αποτελεί εδαφικό τμήμα της πατρίδας τους, και ξεχνά ή αγνοεί τα ανδραγαθήματα των επίφοβων μισθοφόρων Ελλήνων «τῶν Μυρίων» του Ξενοφώντα εις το πεδίο της μάχης, όπου μεταξύ του Πέρση Μονάρχη Κύρου και του Μονάρχη της Ιωνίας Κροίσου, πολεμούσαν «ἐπὶ μισθώσει» για χάρη του τελευταίου. Και τα αγνοεί παριστάνοντας τον πεφωτισμένο, παρότι δείχνει σαφώς ότι έχει μελετήσει την ελληνική αρχαιότητα, η οποία άλλωστε βρίθει κι από άλλα παραδείγματα άξιων μισθοφόρων.

«Ξεχνά» και παραβλέπει ο «Ανώνυμος Έλλην», και μαζί του οι σύγχρονοι παγανιστές/διαφωτιστές, τους μισθοφόρους στρατιώτες της Ρώμης, («οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται [...] τοῦ κόσμου», σελ. 73») που υπάκουαν εις ένα Μονάρχη κι όχι σε κάποιους «Νόμους» μιας κάποιας «Νομαρχίας», και που διέπρεψαν εις τις στρατιωτικές τους προσπάθειες κατά των «Ἐλευθέρων» της αρχαίας Ελλάδας, με τους οποίους τελευταίους οι διαφωτιστές έχουν εξ ανάγκης συμπλεγματική συμπάθεια έναντι του Βυζαντίου, ως αυθεντικοί εθνικιστές του Διαφωτισμού:

α. «Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν, καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας, ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν.», σελ. 73

β. «Πῶς λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; », σελ. 72

Ποιός αλήθεια είναι εκείνος του 21ου αιώνα επιστήμονας ο οποίος μπορεί να δεχθεί, σαν τους σύγχρονους διαφωτιστές κι αντιπάλους της του Χριστού Εκκλησίας πως οι Ρωμαίοι διέπρεψαν στρατιωτικά, επειδή «διδάχτηκαν από τους Έλληνες επιστήμες και νόμους»;

«ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος. Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿ αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου», σελ. 73

Εκείνος που ασπάζεται τέτοιες απόψεις, χάριν κάποιου μίσους κατά του Χριστιανισμού, ως οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές, πρέπει να έχει μια κάποια άγνοια γύρω από την στρατιωτική τέχνη των αρχαίων Ρωμαίων. Κι αν ακόμη τέτοιες απόψεις, ήταν ποτέ δυνατόν να «ερμηνεύσουν» την υπεροπλία των Ρωμαίων με ένα απλό «πιθηκισμό» της ελληνικής νομικής κι επιστήμης, τότε πώς μπορούν να ερμηνεύσουν την τρομερά νικηφόρα τακτική, του «κτύπα και φεύγε», του ιππικού των Πάρθων, που έφερε νίκες επί των «ελληνο-διδαχθέντων» Ρωμαίων; Σάμπως οι Πάρθοι ήσαν πολίτες μιας κάποιας «Ελληνικής Νομαρχίας»; Δεν είναι άλλωστε ο αυτός ρήτορας «Ανώνυμος Έλλην» εκείνος που επισείει τη σημασία της στρατιωτικής τακτικής, εις το ρητορικό του κείμενο;

 «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας», σελ. 31

Παρότι οι ιστορικές γνώσεις του συγγραφέως αυτού μέσα από το γραπτό του φαίνονται τουλάχιστον μεροληπτικές, αν όχι ελλιπείς και δικαιολογημένα αν σκεφτεί κανείς την εποχή που αυτός έζησε, εντούτοις οι σύγχρονοι αντίπαλοι της Εκκλησίας τον αποδέχονται για μέντορά τους. Ενώ αυτοί ζουν στον 21ο αιώνα της πληροφορίας, ακόμη και της δημοτικής εκπαίδευσης, εντούτοις αποδέχονται τυφλοσούρτη φληναφήματα εκείνου του μακρινού και σκοτισμένου από το διαφωτισμό 19ου. Κανείς δε εκ των νεοπαγανιστών ή των νεοδιαφωτιστών δεν παρατηρεί τα άστοχα, ήτις ρητορικά, παραδείγματα του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» περί της αρχαιότητος:

«Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζῃ ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], ὁπού, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787 μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάγχνως.», σελ. 34

Άστοχα παραδείγματα, γιατί αν είναι ντροπή ένα έθνος να είναι σκλαβωμένο εις την υπεροπλία ενός διαφορετικού, τότε είναι χειρότερη εντροπή, για τους εθνικιστές, το ίδιο έθνος να σπαράσσεται από εμφυλίους 30 ετών, ως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που περιέγραψε ο Θουκυδίδης εις τα βιβλία του:

«Ὁ πόλεμος ποτὲ μὲν εἶναι δίκαιος, ποτὲ δὲ ἄδικος, καὶ αὐτὸ κρίνεται ἀπὸ τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν προξενοῦν. Εἶναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, ὅταν κινεῖται πρὸς διαυθέντευσιν τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἄδικος δέ, ὅταν ἕνας φθονερὸς καὶ ἅρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του, ἢ διὰ χρημάτων, ἢ διά τινων ἄλλων οὐτιδανῶν μέσων, τινὰς κακοτρόπους καὶ κακοήθεις ἄνδρας, ὁρμεῖ ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, ἁρπάζει, λεηλατεύει καὶ ἀσπλάγχνως καταφθείρει τὸ πᾶν, διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας του, ἢ τῆς κενοδοξίας του.», σελ. 27

Πρβλ. απάτη «Οι Ελεύθεροι γεννούνται μέσα σε Νομαρχίες».

 

 

 

Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»

 

Δεν είναι να απορεί κανείς για το ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» ψεύδεται εις το σύγγραμμά του· αυτός υπαινίσσονταν στην αρχή του δοκιμίου του πως θα διδάξει αλήθειες:

«Ναί, φιλτάτοι μου Ἕλληνες, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι δύσκολον δι᾿ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἡ Πατρὶς τὸ ζητεῖ, τὸ χρέος μου μὲ βιάζει, καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν.», σελ. 11

Καθώς κατηγορεί τους Ρωμιούς Έλληνες για την υποταγή τους εις τους Τούρκους, και τους βδελύσσεται ως ανόητους για την αμάθειά τους, χρησιμοποιεί για παράδειγμά του έναν αρχαίο ρήτορα, τον πολύ γνωστό «Δημοσθένην», και ισχυρίζεται ότι μήτε εκείνος δε θα μπορούσε να τους διδάξει τη δικαιοσύνη και την ελευθερία:

«Μήπως εἶνε ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὸ δίκαιον, διὰ νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ τινάς; Ὦ ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀνόητοι, καὶ ἱσχυρογνώμονες, ὁποὺ ὅλοι οἱ Δημοσθένεις τοῦ κόσμου δὲν ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ τοὺς καταπείσουν», σελ. 146

Όμως, ποια σχέση μπορεί ν’ έχει το γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» με την αλήθεια, σαν ασκεί τέτοιες συνδέσεις μεταξύ δικαίου, αλήθειας και ρητορείας;

Ο Δημοσθένης, πέρα που ήταν εκείνος ο οποίος ζητούσε την προσφυγή των Αθηναίων εις τους Πέρσες ενάντια εις τον Φίλιππο (4ος Φιλιππικός) κι ήταν εκείνος που μάχονταν για μια Αθήνα ενάντια στο Μέγα Αλέξανδρο, βασιλιά που μήτε ο «Ανώνυμος Έλλην» συμπαθεί, βασικά ήταν εκείνος ο ρήτορας ο οποίος «ενδίδει σε σφοδρές λοιδορίες και στη χυδαία σπίλωση προσώπων» (Πηγή: Michael Edwards, Οι Αττικοί Ρήτορες, 1994, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2002, σελ. 60) όπως πράττει κι ο «Ανώνυμος Έλλην» ως «ἄξιος μιμητὴς» του, κατά ιερέων, μοναχών και πασών των ελλήνων ρωμιών.

Ο Δημοσθένης ήταν επίσης ο ρήτορας εκείνος που «οι πελάτες του ήταν εύποροι και ο βασικός στόχος του [...] ως λογογράφου ήταν καθαρά πρακτικός·  να κερδίσει χρήματα» (ό,π., σελ. 63). Ήταν επίσης  αυτός που στο λόγο στο «Περὶ στεφάνου» «δεν είναι αλήθεια όσα λέει [...], αλλά κατατροπώνει τον αντίπαλό του. Τα γεγονότα της υπόθεσης καθεαυτήν φαίνονται μικρής σημασίας: αυτό που ενδιαφέρει είναι το μεγαλείο της Αθήνας - κι ο ίδιος ο Δημοσθένης είναι ο μεγαλύτερος τιμητής της»  (ό,π.,σελ. 70).

Ανάλογα εις όλο το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» εκείνο που ενδιαφέρει είναι η κοινωνική, εθνική και πολιτικού περιεχομένου επανάσταση μπρος εις την οποία όλες οι θυσίες είναι «κατανοητές»:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Γενικά για τους ρήτορες ως ο «Ανώνυμος Έλλην», ισχύει ότι και για τον Δημοσθένη:

α. Η «ιδιαίτερη μέθοδος του Δημοσθένη εντούτοις είναι να οδηγεί τα πράγματα σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα: η κατηγορία εναντίον του Αδροτίωνος υπόκειται συστηματικά σε γενικεύσεις και προβάλλεται μέχρι του σημείου η καταδίκη του να φαίνεται αναγκαία για την ευημερία της πόλεως [των Αθηνών]» [24, «Κατὰ Τιμοκράτους»], ό.π., σελ 65.

β. Στο λόγο 20, «Πρὸς Λεπτίνην» «ο Δημοσθένης τάσσεται υπέρ της κατάργησης του νόμου... Επρόκειτο σαφώς για ένα ζήτημα που επηρέαζε άμεσα όσους άνηκαν στη τάξη του Δημοσθένη -στους χαμένους από την εφαρμογή του νόμου περιλαμβάνονταν κι ο Εύβουλος- αλλά και πάλι ο Δημοσθένης διευρύνει το θέμα ώστε να άπτεται του εθνικού [Αθηναϊκού] συμφέροντος», ό.π., σελ. 65

γ. Τέλος «η χρήση των ρητόρων θέτει τον ιστορικό που μελετάει την αρχαιότητα πολλά θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα. Ένας ομιλητής, στο δικαστήριο ή στη συνέλευση, δεν είναι αδιάφορος για το αποτέλεσμα της αγόρευσης του· απεναντίας, έχει κατά νου πολύ συγκεκριμένο στόχο, να κερδίσει την υπόθεσή του ή να κάνει αποδεκτή από τους άλλους την πολιτική του, και έτσι θα ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέθοδο για να επιτύχει αυτόν τον σκοπό, ακόμη και ανακρίβειες, ψευδή επιχειρήματα και στρέβλωση ή παράλειψη των γεγονότων.».(ο.π., σελ. 97)

Παρομοίως πράττει κι ο «Ανώνυμος Έλλην» μέσα στις ρητορικές του εντρυφήσεις· είναι ιδιαιτέρως δε ατυχές, το ότι το κείμενό του χρησιμοποιείται από πολλούς σήμερα στο διαδίκτυο ως «ἐφημερὶς τῆς ἀληθείας». Επιβεβαίωση του παρόντος συμπερασμού, δηλαδή του ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» ψεύδεται ασυστόλως χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων,  είναι ότι η «Ελληνική Νομαρχία» σήμερον, εν έτη 2011, δημοσιεύεται «μεγαλεπηβόλως» από σελίδες κομμάτων, ή ιδεολόγων κομμάτων, επισφραγίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο το βωμό της ανοησίας, εις τον οποίο τα περισσότερα κόμματα φονεύουν την αλήθεια ως θυσία, ονειρευμένα την χειραγώγηση του Χριστιανικού Ποιμνίου της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού, κάτι για το οποίο ο «Ανώνυμος Έλλην», παριστάνοντας τον πολιτικά αδιάφορο, ως «ὁμόθρησκος», αποποιείται:

«Ἀλλά, εἰς τί ὁ πατριωτικὸς ἐνθουσιασμός μου μὲ παρακινεῖ! Ἐγὼ νὰ νουθετήσω τὰ ὑποκείμενά σας; Ἔ, μὴ γένοιτο!», σελ. 127

Τα ύψη των ρητορικών υπερβολών του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι αρκετές φορές δυσθεώρητα:

α. «Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι . Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ. Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες.

Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι».», σσ. 114-115

Βέβαια πρέπει να λεχθεί, ότι νεοπαγανιστές και άθεοι νεοδιαφωτιστές δεν πιστεύουν στα θαύματα καθόσον τα θεωρούν απίστευτα. Πιστεύουν όμως με σχετική ευκολία κι ευλαβικώς τις απίστευτες υπερβολές του «Ανωνύμου του Έλληνος», σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι αρχιεπίσκοποι κοιμούνται στις μητροπόλεις τους 14 + 2 = 16 ώρες ημερησίως, ωσάν να μην ήτο Homo Sapiens αλλά αιλουροειδή:

«ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως»....

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν ήταν ο μόνος από τους ελάχιστους 3-4 διαφωτιστές που χρησιμοποίησαν υπερβολές στα γραπτά τους· για τον «Λίβελλον κατὰ τῶν Ἀρχιερέων», τον οποίο ο «Ανώνυμος Έλλην» είχε μελετήσει αναφέρεται ότι:

«Η ένταση της ιδεολογικής διαμάχης μπορεί να ερμηνεύσει τόσο τη δριμύτητα της γλώσσας όσο και τις τυχόν υπερβολές στα επιχειρήματα του κειμένου. Η ιστορική κριτική του κειμένου θα επισήμαινε φυσικά την παρουσία μιας σημαντικής παράδοσης θρησκευτικής και κλασικής παιδείας στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και την ηγετική συμβολή της ιεραρχίας στις παιδευτικές προσπάθειες του υπόδουλου γένους. Το κείμενο, εν πάση περιπτώσει, παρ’ όσα θα μπορούσαν να αντιταχθούν στα επιχειρήματα του συγγραφέα, συνιστούσε σημαντικό τεκμήριο ενός ορισμένου ιδεολογικού κλίματος και της αντίστοιχης συνειδησιακής κατάστασης σε μια κρίσιμη καμπή της κοινωνικής και πολιτισμικής μεταβολής στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, ως ιστορική πηγή καταγράφει με τρόπο δραματικό τη μαχητικότητα που εκδηλωνόταν κυρίως με την αντίθεση προς την Εκκλησία, ως την κοινωνική και πνευματική δύναμη που πρόβαλλε ως ο κυριότερος αντίπαλος του νέου συστήματος αξιών»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 376-377)

Ανάμεσα στις άλλες υπερβολές, υπάρχει και του «Ανωνύμου του Έλληνος»  η ρηθείσα «λύπη» του, γι’ όλες αυτές τις λοιδορίες άνω ποταμών κατά των εκκλησιαστικών τις οποίες «ἡναγκάσθη ὑπὸ τοῦ χρέους πρὸς τὴν πατρίδαν» να εκφράσει. Όμως, δεν είναι δυνατό να υποστηρίζει κανείς ότι λυπάται για την συμπεριφορά κάποιων, όταν παράλληλα την αμαυρώνει με απίστευτες παραδοξολογίες.

Ρητορική δε προχειρότητα στο δοκίμιο του «Ανωνύμου του Έλληνος» σημειώνεται στο απλό δόγμα, το οποίο πολλοί παγανιστές προσκυνούν, πως «Ἡ Ἑλλάς, [...] ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε», πράγμα εντελώς ανήκουστο, γενικόλογο, γελοίο, ψευδές κι αυθαίρετο για τα ιστορικά πεπραγμένα της Ελλάδος ως ενιαίου κράτους υπό το πρίσμα της πολιτικής ιδεολογίας του διαφωτισμού.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» πάντα σε τόνο αλαζονικό κι υπεροπτικό, που τον έχει απονείμει εις τον εαυτόν του δια μέσω της ανάγνωσης μερικών εγχειριδίων, τόσο της εποχής του, όσο και της αρχαιότητος, από ξένες μεταφράσεις, σύμφωνα με τους μελετητές, λέγει ότι οι ιερείς πέτυχαν την «καταδυνάστευση» των συμπολιτών του, ωσάν να είναι οι ίδιοι κατακτητές της Ελλάδος, κι όχι οι Οθωμανοί Τούρκοι: 

«...καθὼς μέχρι τῆς σήμερον [Οἱ ἱερεῖς], μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ κακομάθησιν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των», σελ. 67

Η πνευματική τάξη από την οποία προέρχεται, ή από τα γραπτά της οποίας έχει επηρεαστεί βαθιά, ο «Ανώνυμος Έλλην», θεωρεί «ἀργοὺς» τους ιερείς, ιδιαίτερα τους μοναχούς, ωσάν οι ιερείς να μην επιτελούσαν διακονία των πνευματικών αναγκών των σκλαβωμένων ορθοδόξων Ελλήνων στην Ελλάδα, μη διαφεύγοντας κι αυτοί ένεκα της «γραμματιζουμένης» δειλίας τους εις την Ιταλία ή εις την Γαλλία, ομοίως ως έπραξαν όλοι οι «πνευματικοὶ ἀδελφοὶ» με τον «Ανώνυμο Έλληνα»:

«...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

(Πρβλ. απάτη «Το παραμύθι περί της αμαθείας»).

Δεν υπερβάλλει κανείς όταν αμφιβάλλει για την «επιστημονική» αλήθεια  των λόγων του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», αλλά κι εκείνων των σημερινών του «επιστημονικών» ακολούθων, που χειρότερα πράττοντας, τον αντιγράφουν χάριν αντιχριστιανισμού:

 «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36

Αν στα αλήθεια Έλληνες των λοιπών πόλεων, πλην του Σουλίου και χωρίων, ζουν μέσα στην «πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν», τότε πώς δύναται επίσης να αληθεύουν οι ψεύτικοι μακαρισμοί του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την πτώχεια των «γλυκυτάτων ἀδελφῶν καὶ ἀγαπητῶν Ἑλλήνων», που άλλη πρόθεση δεν έχουν παρά την αγανάκτηση του αναγνώστη τους κατά «παντὸς ὑπευθύνου» (πρβλ. απάτη «δύο αίτια»):

«Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 92

Ποιά «λιτότηταν καὶ εὐτυχίαν» θαυμάζει άλλωστε ο «Ανώνυμος Έλλην» κάτοικος της «πολυτελεστάτης» Εσπερίας; ποιά λιτότητα θαυμάζουν άλλωστε οι Έλληνες παγανιστές κι οι διαφωτιστές, κάτοικοι των σύγχρονων δυτικών πόλεων του 21ου αιώνα;

Είναι φανερό πως τους «διαφωτιστές» και τους πιστούς του νεοπαγανισμού απασχολούν επιλεκτικοί στόχοι της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», ήτις αποκλειστικά και μόνον οι ιερείς κι η Ορθόδοξος Εκκλησία, ειδάλλως δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί με ποίον τρόπο τέτοιες «διδασκαλίες», ως οι άνωθι, δύνανται να γίνονται δεκτές τυφλοσούρτη από τους «διανοούμενους».

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δε ήταν εκείνος, που για να στηλιτεύσει τους Ρωμιούς ως «δούλους», υπαινίσσονταν ότι «ἡ φύσις» δεν επιφέρει διαφορές εις τους ανθρώπους:

α1. «Πῶς λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ ταλαίπωρος δοῦλος,[...], πῶς, λέγω, ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ, ὅτι ἡ φύσις μᾶς ἔκαμεν ὅλους ὁμοίους, καὶ ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ βλέπωσιν ἀδιαφόρως ὅλους τοὺς πολίτας;», σελ. 22

α2. «Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος, ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα.», σελ.22

α3. «τόσον καὶ σὺ [δοῦλε] διαφέρεις ἀπὸ τὸν κύριόν σου· ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά», σελ. 23

Χάριν ρητορείας αλλού διδάσκει διαφορετικά, υπαινισσόμενος ότι «ἡ φύσις» επιφέρει διαφορές εις το «πνεῦμα», κι άρα εις τις «διοικητικὲς» ικανότητες, των ανθρώπων.

β. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου [...]. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ ἰδία φύσις, ἡ ὁποία ἄλλους μὲν ἔκαμεν δυνατῆς κράσεως, καὶ ἄλλους ἀδυνάτους, ἐχάρισε μερικῶν περισσότερον πνεῦμα, καὶ ἄλλων τινῶν ὀλιγότερον, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἐν πρώτοις ἀναμεταξύ των κατὰ φυσικὸν τρόπον», σελ. 17

γ. «Ἔ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω, καὶ θαυμαστὸς Ρήγας, ἂν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ ἦτον ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χάριτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής, ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις.», σελ. 38

δ. «Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει νὰ ἑνώσῃ εἰς πολλὰ φυσικὰ χαρίσματα πολλὰς ἀρετὰς καὶ μαθήσεις.», σελ.31

Αλλού θα ομιλήσει για την «φυσικὴν ἀνομοιότητα»:

ε. «Ἡ ἀναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἁπλῆν φυσικὴν ἀνομοιότητα ἀνυπόφορον, καὶ ἐξακολούθως ἡ μοναρχία, καὶ μετ᾿ αὐτῆς ἡ τυραννία, ἠθέλησαν νὰ μετριάσουν ὁπωσοῦν τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα [...]

Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομαρχία[...] ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα, ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι», σελ. 18

Στις ίδιες ρητορικές κακοτοπιές περί φυσικών χαρισμάτων πίπτει και κατά την έξοδο του γραπτού του, εκεί όπου τελειώνοντας κολακεύει τους Έλληνες θέλοντας να αφήσει μια ευχάριστη τελευταία αίσθηση εις τον αναγνώστη κατόπιν τόσων ψόγων επί των πρώτων:

στ. «Οἱ Ἕλληνες, ὦ ἀδελφοί μου, ἔχουσι μίαν φυσικὴν διάθεσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμῶνται, - ὁμιλῶντας γενικῶς - ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐφευρίσκωσι.», σσ. 151- 152

ζ. «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες [...] Εἶναι δὲ γενικῶς πεπροικισμένοι ἀπὸ τὴν φύσιν μ᾿ ἓν πνεῦμα γεννητικὸν καὶ ὀρθόν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τὰς φυσικάς των ἀρετάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ φιλοξενία εἶναι εἰς αὐτοὺς γενική», σελ. 153

Δεν είναι μήπως ο «Ανώνυμος Έλλην» εκείνος, που αν κι «στολίζει» με τα πιο «όμορφα» επίθετα, όπως λ.χ. «κτῆνος», τον οιοδήποτε μονάρχη μη παραδεχόμενος πολιτικές προσωπικότητες ως «αὐθεντίες», χάρη επαναστάσεως, εντούτοις θαυμάζει έναν και μόνο νομοθέτη ως τον «ἀξιώτερον καὶ τιμιώτερον τῶν ἀνθρώπων»;

«Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων», σελ. 19

Με άλλα λόγια, γιατί άραγε δε θα μπορούσε αυτός «ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων» νομοθέτης να ήτο ταυτόχρονα και μονάρχης, όταν ο  «Ανώνυμος Έλλην» κι οι οπαδοί του παραδέχονται πως η «φύσις», ίσως, του «ἐχάρισε [...] περισσότερον πνεῦμα» από τους υπολοίπους;

Μπορεί οι σύγχρονοι υποστηρικτές του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές, να μην εμφανίζουν συλλήβδην μοναρχικές τάσεις δια μέσω της προβολής του έργου του πρώτου, εφόσον ως ελέχθη τους είναι ασύμφορο ενάντια εις το «Χριστιανικὸν Μοναρχικὸν Βυζάντιον» κατά του οποίου, ως αυτό να είναι κάποιο «Χριστιανικὸν  Οἱκουμενικὀν δόγμα», τάσσουν πάντοτε μία κάποιαν φανταστική «Δημοκρατίαν» ως αντίβαρο για να δημιουργούν εντυπώσεις εις τους ανημέρωτους.

Αντιθέτως, ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είχε τέτοιους περιορισμούς εις το ρητορικό του έργο· πεπαιδευμένος κι αυτός από τον προγονικό μονόδρομο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ο οποίος χάραξε τα εθνικά κράτη της Ευρώπης, πέφτει στο ίδιο λάθος που πίπτουν κι οι ακόλουθοί του. Δηλαδή, ενώ ρητορεύει υπέρ της νομοθεσίας μιας «Ἐλευθέρας Πολιτείας Ἐλευθέρων Πολιτῶν», θαυμάζει το βασιλιά Λυκούργο, δηλαδή ένα μονάρχη βασιλέα, επειδή ήτο «ἄριστος νομοθέτης» και σίγουρα ακόμη περισσότερο επειδή ήτο «ἄρχαῖος Ἕλληνας»:

«Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος...», σσ. 19-20

Ο «Ανώνυμος Έλλην», δεν κωλύεται από του να πτύει κατάμουτρα την μοναρχία, την οποία εις το πρόσωπο του Λυκούργου θαυμάζει, επηρεασμένος από την αντίληψη του Διαφωτισμού ότι η Σπάρτη ήταν «Δημοκρατία», μαζί με τη Ρώμη και την Αθήνα, προφανώς ανάλογη εκείνων των μιλιταριστικών της Λατινικής Αμερικής:

α. «ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος», σελ. 15

β. «Δὲν ἠξεύρετε, ὦ Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἀρετὴ τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοὺς θρόνους; [...] Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;», σσ. 141-142

Βέβαια, θα πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης πως το ζήτημα εις την παρούσα δεν είναι μόνο ο «Ανώνυμος Έλλην», ο οποίος με τη ρητορική του δεινότητα στόχευε εις την επανάσταση των Ελλήνων. Στόχος, της παρούσης σελίδας, είναι κυρίως η καταγγελία όλων εκείνων που γίνονται τυφλοί «ιστορικοί» οπαδοί του, χάριν κάποιου μίσους κατά του Χριστιανισμού.

Κρατώντας λοιπόν εις την μνήμη του ο αναγνώστης τα άνωθι, θα πρέπει να αντιληφθεί, ότι η προγονολατρία διαφωτιστών και νεοπαγανιστών, όπως σαφώς και του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», φτάνει σε τέτοια ύψη, που τις πλείστες των περιπτώσεων δύο είναι τα μόνα πολιτικά στρατόπεδα που θαυμάζονται· είτε «ἡ Ἀθήνα τοῦ Περικλέους», είτε «ἡ Σπάρτη τοῦ Λυκούργου», αφού μόνο μέσα από αυτές τις δύο διαπιστώνονται κι αντλούνται αρεστά πολιτικά μοντέλα για τον Διαφωτισμό:

«Τὸ νὰ διαφέρωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀναμεταξύ των, τόσον κατὰ τὸ σῶμα, καθὼς καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, οὐδεὶς βέβαια ἀμφιβάλλει. Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τοιούτου ἀποτελέσματος. [...] Ἡ δὲ δευτέρα ἐκτελεῖ τὸ αὐτὸ ἀπὸ πολίτην εἰς πολίτην, καὶ οὕτως ὁ Ἀθηναῖος διαφέρει ἀπὸ τὸν Λακεδαίμονα. », σελ. 155

Ο Κιτρομηλίδης, γνωστός μελετητής του νεοελληνικού διαφωτισμού, σωστά δεικνύει την επαναλαμβανόμενη πολιτική προτίμηση των διαφωτιστών, όπως και του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος», με την «επιλογή και την ανάλυση ηθικών διδαγμάτων από την ιστορική εμπειρία των τριών μεγάλων πολιτειών της αρχαιότητας, της Αθήνας, της Σπάρτης και της Ρώμης [Μαυροκορδάτος, Φροντίσματα, σε. 202]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 104)

Αυτή η προγονολατρία επιφέρει πάντοτε τα ίδια προβλήματα εις τους υποστηρικτές της. Όπως ελέχθη, ο νεοδιαφωτιστικός χώρος ή ο νεοπαγανιστικός, φτύνει το «Χριστιανικὸν Βυζάντιον» κατάμουτρα, χάρη αντιχριστιανισμού, αντιμοναρχισμού και «σκοταδισμοῦ», αυτού του τελευταίου ως μια δήθεν έλλειψη επιστήμης, αλλά χωρίς καμία δυσκολία, και με απόλυτη «θρησκευτικὴν εὐλάβειαν», προσκυνά «τὴν Σπάρτη τοῦ Λυκούργου», κι όχι μόνον.

Ο «Ανώνυμος Έλλην», αλλοπρόσαλλος πάντοτε εις την επιχειρηματολογία του, θα παρομοιάσει τη «δουλείαν» ως ένα δάσος, όπου τα φυτά εκεί αναπτύσσονται χωρίς δόξα, μία πόλη όπου δεν προσφέρει εις τα τέκνα της ευκαιρίες αναγνώρισης. Με άλλα λόγια θα ψάλλει τον ύμνο εις τον πολιτισμό, παρότι ως είδε ο αναγνώστης εις την έναρξη της παρούσης έψαλλε τον ύμνο εις «τὸ φυσικὸν σύστημα» του προ-βάρβαρου ανθρώπου:

«Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.»

Ἀλλά, πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον! Αὐτὴ γὰρ ἀποκαταστεῖ γλυκεῖαν τὴν ζωήν, αὐτὴ γεννᾶ διαυθεντευτὰς τῆς πατρίδος, αὐτὴ νομοδότας, αὐτὴ ἐναρέτους, αὐτὴ σοφούς, αὐτὴ τεχνίτας, καὶ αὐτὴ μόνον, τέλος πάντων, τιμᾶ τὴν ἀνθρωπότητα.

Πόσοι, ἆραγε, ἄνδρες ἄξιοι γεννῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καθὼς γεννῶνται, οὕτως καὶ ἀποθνήσκουν, μὴν ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν μεγάλα πράγματα.

Ἄν ἕνας νέος μεγάλου πνεῦματος παρ. χάριν γεννᾶται ὑπό δουλεῖας υἱός χαλκέως, τί ἄλλο ἡμπορεῖ νά γίνῃ, παρὰ ἕνας χαλκέυς; Ἅν ὅμως ὅ αὐτὸς εὑρίσκετο εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν τότε εἰς τὰ κοινὰ φροντιστήρια ἥθελε φανῆ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸ εἶναι του, καὶ ἐξακολούθως ἥθελεν ἀποκατασταθῆ ὅσον ἡμπορούσε ἀξιώτερος, καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἤθελε χάσει αὐτὸν ἵνα διαυθεντευτήν, καὶ αὐτὸς ἥθελεν ἀπεθάνει μεγάλος ἄνθρωπος.», σελ. 25

Όσα λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είναι πλήρως αναληθή. Ακόμη όμως κι αν ήτο, δεν μπορούν παρά να επισημάνουν κάτι εις βάρος του νεοπαγανισμού και του νεοδιαφωτισμού. Η τόσο αγαπημένη «Σπάρτη τοῦ Λυκούργου» άφησε εις την ιστορία πολύ λίγα γνωστά ονόματα, κι όσα άφησε, ήσαν επί το πλείστον στρατιώτες. Το δε μισούμενο υπ’ αυτών «Χριστιανικὸν Βυζάντιον» κι η «μισητὴ Μοναρχία» του, άφησε πλείστους, όχι μόνο στρατιώτες, αλλά κι ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, ενώ βεβαίως η «μισητὴ Μοναρχία τοῦ Χριστιανικοῦ Βυζαντίου» εκ μέρους των παγανιστών, είχε και Νόμους κι ήτο και «Νομαρχία», επέζησε δε εν μέσω πολλών εχθρών για πάρα πολλούς αιώνες· εντούτοις...

α. «Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! Ὅσον γνωρίζομεν τὴν ἀληθῆ σημασίαν σου, τόσον αὐξάνει ὁ πόθος μας εἰς τὸ νὰ σὲ ἀπολαύσωμεν. Ἐσὺ εἶσαι ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον!», σελ. 17

β. «Ὄντας φανερὸν λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐναρέτους, καὶ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὸ εὖ πράττειν, διὰ τοῦτο εἰς μόνον τὰς ἐλευθέρας πολιτείας γεννῶνται τὰ μεγάλα ὑποκείμενα, καὶ ἰδοὺ τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.», σελ. 25

Γενικά το λιβελλογράφημα με τίτλο «Ἑλληνική Νομαρχία» δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ασκεί κριτική σε όλους και σε όλα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από μειονεκτική πάντοτε θέση. Μειονεκτική, διότι ασκεί κριτική κατά των Ρωμιών επειδή δεν επαναστατούν, ενόσω ο συγγραφεύς ζει και στη Δύση αρκετά εξασφαλισμένος.

Η ρητορική μανία του «Ανωνύμου του Έλληνος» καταντά επίσης κωμική με σύνταξη τέτοιων προτάσεων κατά του Ορθοδόξου κλήρου:

«ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον τὸν χρυσόν», σελ. 102

Θέλοντας να στηρίξει με τη ρητορική του δεινότητα τη μανία του κλήρου για χρυσό, περιγράφει μια αλυσίδα εξαρτώμενων εκ του Πατριαρχείου αρχιεπισκόπων κι επισκόπων, όπου ο ένας πουλά εις τον επόμενο αρχιεπισκοπές κι επισκοπές, ωσάν να ήτο τσιφλίκια, κι όπου ο τελευταίος επισκοπικός κρίκος αυτής της αλυσίδας ξεπληρώνει τον προηγούμενο από τα χρήματα του λαού, πάνω εις τον οποίο λογικά στηρίζει «ὁ Άνώνυμος Ἕλλην» όλο το οικονομικό οικοδόμημα του ιερατείου, από επάνω έως κάτω:

«ἐπίσκοποι τὰς πωλῶσι τῶν χριστιανῶν, δηλαδὴ γυμνώνουσι τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐβγάλωσι τὰ ὅσα ἐξώδευσαν», σελ. 110.

Με τον άνωθι τρόπο ερμηνεύει και στηρίζει ο συγγραφέας το σίγουρο αλισβερίσι των «αγορα-πωλημένων» επισκοπών· πλην ξεχνά, πως κατά τις δικές του πάντοτε περιγραφές, ο τελευταίος κρίκος του «σίγουρου» αλισβερισιού των επισκόπων «πολλάκις» αποσυντίθεται, αφού «ἑκατοντάδες» επισκοπές δεν έχουν Χριστιανούς εις την «ποίμνη» τους :

 «Αὐτὸς [ὁ Πατριάρχης] λοιπὸν διαμοιράζει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, καὶ πολλάκις πέμπει καὶ ἐκεῖ ὁποὺ δὲν εἶναι χριστιανοί, τόσας ἑκατοντάδας ἀρχιεπισκόπους, ἐξ ὧν ὁ καθεὶς ἔχει τέσσαρας ἢ πέντε ἐπισκοπάς, εἰς τὰς ὁποίας πέμπει καὶ αὐτὸς τόσους ἐπισκόπους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς», σελ. 110

Ακόμη κι αν ο τελευταίος αυτός κρίκος δε γκρεμίζονταν από την έλλειψη χριστιανών, θα γκρεμίζονταν από τη φτώχεια των Ελλήνων, πάνω εις την οποία αυτός ο συγγραφέας στηρίζει όλον τον πλούτο των επισκόπων κι αρχιεπισκόπων, ωσάν ούτοι να κέρδιζαν περισσότερα από τους Τούρκους από τους οποίους άλλωστε υποχρεωτικά φορολογούνταν κι εις αυτούς κατέληγαν τα όποια αυτά χρήματα. Έτσι στο κείμενό του «ὁ Άνώνυμος Ἕλλην» προσφωνεί μεν τους Έλληνες ως «πτωχούς» κι «ἱλαρούς» μα εντούτοις από αυτούς τους πτωχούς ζουν 100.000 χιλιάδες «μαυροφορεμένοι» ως «ἀργοὶ» πλουσιοπάροχα:

α. «Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων», σελ. 92

β. «Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ . Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 119

Ακόμη και σήμερα που το ιερατείο της Ελλάδος μισθώνεται, οι μοναχοί εργάζονται, όπως κι οι ιερείς.

Ίσως η ρητορική του να ήτο επωφελής για την ενορχήστρωση φανατισμού και θυσίας εις μία  επανάσταση, αλλά δεν μπορεί να είναι κι αληθής. Μόνο παγανιστές και διαφωτιστές μπορούν να πιστεύουν, ότι οι καθ’ όλα και δια πάντα υβριζόμενοι ως «δοῦλοι» στην εργασία του από την αρχή μέχρι το τέλος Ρωμιοί Έλληνες, λίγο προ του τερματισμού του πονήματός του λούζονται με όλες εκείνες τις κολακείες που κι ο ίδιος δεν μπορεί να αποκρύψει:

α. «Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά.», σελ. 155

β. «Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅσοι Ἕλληνες εὑρίσκεσθε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴν πατρίδα μας, καὶ ἐσεῖς οἱ ἴδιοι εὐεργέται αὐτῆς, τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128

Η κολακεία στην έξοδο του γραπτού έχει ένα απλό και βασικό σκοπό. Να φέρει τον αναγνώστη εκεί που οδηγούν συνήθως τα κινηματογραφικά έργα του Χόλυγουντ τους τηλεθεατές τους· σε ένα ευτυχισμένο τέλος (Happy Ending). Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το κατορθώνει αυτό, πλαισιώνοντας τις κολακείες του με έναν τελευταίον, εκτός νοήματος, «Διάλογον, ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του», σελ. 165

Ακόμη κι όταν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα προσπαθήσει να μιλήσει για τη λογική του ανθρωπίνου είδους, δε θα πάψει από το να πέφτει σε αρχαίες ελληνικές κακοτοπιές:

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν» σελ. 14

αλλά...

«...οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν», σελ. 50

ανάμεσα στα άλλα κι επειδή

«...Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα», σελ. 50

Ούτως ή άλλως:

«Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων», σελ. 50

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα παραδειγματιστεί από τον αρχαίο Όμηρο για καίρια ανθρωπιστικά ζητήματα χρησιμοποιώντας τον αρχαίο παγανισμό, όταν εις το γραπτό του καθυβρίζει τους Ορθοδόξους Ιερείς για τις εκφάνσεις της δικής τους θρησκείας:

«Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα λαὸν ὑποδουλωμένον, εἰς τρόπον ὁποὺ φαίνεται φανερῶς, ὅτι ἐνόμιζεν τοὺς δούλους νὰ εἶναι μιᾶς διαφορετικῆς φύσεως, καὶ πολλὰ κατωτέρας ἱκανότητος ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους. Τόσον δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐλευθερίαν ἔκρινε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁποὺ χωρὶς αὐτὴν δὲν μποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος», σελ. 21

Αυτές οι θρησκευτικές και παγανιστικές αντιλήψεις για τους δούλους οδηγούν στις παρελθοντικές φιλοσοφικές απόψεις περί «ἀνδραπόδων» της αρχαίας Ελλάδας, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Έπειτα, ασκώντας υπερβολικά τη ρητορική τέχνη προς θεατρική τέρψιν νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών, ο «Ανώνυμος Έλλην» εκπλήσσεται για το ότι κάποιοι έχοντες ως ιδανικό το «χρυσίον»  δε θεωρούν ως ανθρώπους τους μη κατέχοντες αυτόν, ενώ δεν εκπλήσσεται με τον δικό του εαυτόν σαν συμφωνεί με τους αρχαίους και δε θεωρεί ανθρώπους τους μη κατέχοντες την «ἐλευθερίαν»

α. «Οἱ γέροντες εὔχονται καὶ λέγουσι τῶν νέων: «Προσπάθησε, τέκνον μου, νὰ γίνῃς ἄνθρωπος», ἐννοοῦντες, νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα. Καὶ πάλιν λέγουσι: «Ὁ δεῖνας πρὸ τριῶν χρόνων δὲν ἦτον τίποτες, τώρα ἔγινεν ἄνθρωπος», δηλαδὴ ἀπόκτησε χρυσάφι, εἰς τρόπον, ὁποὺ οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον, δὲν νομίζονται παρ᾿ αὐτῶν ἄνθρωποι.», σελ 108

β.«Ἀπέδειξα τί ἐστὶ ἐλευθερία. Ἔπειτα ἐφανέρωσα πόσον ἀναγκαῖον ἀπόκτημα εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον· ὅτι μόνον αὕτη τὸν ἀποκαταστεῖ ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, ὄντας ὁ δοῦλος ποταπότερος καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα.», σελ. 163

Αφού ο «Ανώνυμος Έλλην» της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» εξέθεσε, εις την αρχή του συγγράμματός του τις απόψεις του «υπέρ» του πολιτισμού, κατόπιν αλλάζει πορεία πλεύσης, ίσως γιατί το γραπτό του κείμενο είχε σκοπό να πείσει αστούς, ή τουλάχιστον χωρικούς της Ελληνικής Χερσονήσου, κι όχι απολιτίστους των σπηλαίων, να νιώσουν «ἐλεύθεροι» ή «εὐτυχεῖς» ξανά μέσα εις το «ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων» του πολιτισμένου κόσμου. Δηλαδή, είχε σκοπό να πείσει εκείνους τους ανθρώπους, οι οποίοι από χιλιετίες είχαν απορρίψει «τὸ φυσικὸν σύστημα» της «μοναχικής ζωής του δάσους» κι είχαν αποφασίσει να ιδρύσουν κοινωνίες, χωριά και πόλεις, για να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με νόμους μιας αστικής κοινωνίας, όχι σαφώς με την «βαρβαρικὴν ἐπιστροφήν εἰς τὴν φύσιν».

Η αλλαγή αυτή της πορείας, περί των παραληπτών του έργου του «Ανωνύμου του Έλληνος», έφερε τον τελευταίον εις τη δυσάρεστη θέση να υποστηρίξει διαφορετικώς, από όσα διατύπωσε εις την εκκίνησή του έργου του· δηλαδή να υποστηρίξει, ότι ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα εις την κοινωνία, δύναται να είναι ευτυχής, αρκεί να ακολουθήσει τις επιταγές του συγγραφέως, κι όχι άλλου, ως προς τις πολιτικές του προτιμήσεις.

Αναφερόμενος, λοιπόν, ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», εις τις πολιτικές εκείνες προτιμήσεις κατά τις οποίες η «εὐτυχία» δύναται να ευδοκιμήσει μεσούντος του πολιτισμού, εμφανίζει ακόμη μία ασύμφωνη ιδεολογία με τις διαδρομές ποικίλλων νεοπαγανιστικών / νεοδιαφωτιστικών κινημάτων. Η ασύμφωνη αυτή ιδεολογία του έχει να κάνει με την «ανοχή» προς το αριστοκρατικό πολίτευμα, ήτις το πολίτευμα των ολίγων «ἀρίστων», την οποία μετέδιδε εν αρχή η κίνηση του διαφωτισμού:

« νομαρχία, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται τόσον εἰς τὴν δημοκρατίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἡ μὲν δημοκρατία κλίνει εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ δὲ ἀριστοκρατία εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τυραννίαν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς διοικήσεις σώζεται ἡ Ἐλευθερία, ἀδιάφορος εἶναι ἡ ἐκλογή», σελ.16

Θα έλεγε κανείς, πως αρκετοί από εκείνους που χρησιμοποιούν την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν» κατά του Χριστιανισμού, θα εδύναντο να περιπέσουν εις «ὕβριν» της «Χρυσῆς Δημοκρατίας τοῦ Περικλέους» ή των πολιτικών τους ιδεολογιών, άπαξ και τολμούσαν να υπογραμμίσουν τέτοιες ελαφριές ανοχές προς «απολυταρχικά» καθεστώτα, ως εκείνο της αριστοκρατίας δια μέσω του «Ανωνύμου του Έλληνος»· διότι οι δικές τους πολιτικοκοινωνικές απόψεις, ως επί το πλείστον, απαξιώνουν τη «Βυζαντινὴν Θεοκρατίαν». Ούτως ειπείν, δε θα ήταν δυνατό ενώ υβρίζουν μια βασιλευόμενη μοναρχία χάρη των ειδώλων, να περιπέσουν εις την εξύψωση μιας ολιγαρχίας για χάρη του «Ανωνύμου του Έλληνος», και δηλαδή, έναντι κι εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 

Πρβλ. απάτη «Το Παραμύθι της Αμάθειας».

Πρβλ. απάτη «Η Υγεία και η Υγεία».

 

 

 

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ & ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η «Ελληνική Νομαρχία» δε στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στο χριστιανικό ορθόδοξο ιερατείο, αλλά ενάντια σε πλείστους Έλληνες της εποχής προ της επαναστάσεως του 1821· ευρύ σύνολο που οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές δε επιθυμούν να υποσημειώσουν στις κριτικές τους. Όμως δύο θα μπορούσαν ναι είναι, και είναι, οι λόγοι για τους οποίους οι διαφωτισμένοι νεοπαγανιστές πρόσκεινται εις την ιδεολογία της «Ελληνικής Νομαρχίας»:

α. οι θέσεις της κατά του χριστιανικού ιερατείου.

β. η προσκόλληση του Διαφωτισμού εις τον ιστορικό, πολιτικό και γενικότερο, παραδειγματισμό από τους «ἀρχαίους προγόνους», ή από την αρχαία Ελλάδα εκ της οποίας άλλωστε αυτοί ζητούν να κατάγονται ιδεολογικά

Ο ιστορικός παραδειγματισμός από την αρχαία Ελλάδα μέσα στην «Ελληνική Νομαρχία» δεν μπορεί παρά να είναι μερικώς, όπως άλλωστε κι η ρητορική των νεοπαγανιστών. Επικεντρώνεται εις τους πολέμους της εποχής προ του Μεγάλου Αλεξάνδρου -οι πόλεμοι του τελευταίου είναι κατακτητικοί- και συγκεκριμένα εις εκείνους τους αμυντικούς κατά των Περσών, ενώ ποτέ δεν προσανατολίζεται εις τους εμφυλίους των αρχαίων Ελλήνων. Η δε αναφορά στους αμυντικούς πολέμους κατά των Μηδών, είναι συνέπεια των προσπαθειών του «Ἀνωνύμου» να παραδειγματίσει τους Έλληνες Ρωμιούς ώστε αυτοί να επαναστατήσουν και να νικήσουν τους Οθωμανούς· έτσι χρησιμοποιείται το παράδειγμα του Λεωνίδα, όπου στις Θερμοπύλες οι ελάχιστοι «νικούν» τους πολλούς.

Η προσπάθειά του συγγραφέα της «Νομαρχίας» προς δημιουργία γενικής αγανάκτησης εις τον αναγνώστη είναι λογική συνέπεια του σκοπού του. Από την άλλη μεριά είναι άγνωστο γιατί οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές προσκολλώνται σε ένα τέτοιο ρητορικό κείμενο για να εκτοξεύσουν αντιπάθεια προς τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, επιζητώντας ο αναγνώστης τους να νιώσει «δοῦλος Χριστιανὸς» και να θαυμάσει αντιθέτως την αρχαία Ελλάδα των «μοναδικών» ηρώων, όταν οι περισσότεροι Έλληνες πολιτικοί δούλοι που σημειώθηκαν ποτέ στην ιστορία έζησαν στην τελευταία,  υποδουλωμένοι μάλιστα σ’ Έλληνες στρατιωτικούς ή πολιτικούς, παρά σε κάποιους «ξένους κατακτητές». Πώς όμως θα θαυμάσει κανείς  την αρχαία Ελλάδα σε αυτό το ζήτημα, όταν σημαντικές εξεγέρσεις δούλων σημειώνονται μόνο εις την Σπάρτη κι όχι αλλού στην Ελλάδα, μαρτυρώντας έτσι ένα πνεύμα δουλείας, δηλαδή άνευ όρων παράδοσης και κοινωνικού συμβιβασμού, ανώτερο από αυτό που επιζητούν να εκτοξεύσουν κατά της Εκκλησίας;

Αν οι Οθωμανοί μετέτρεψαν σε «δούλους» τους Έλληνες Ρωμιούς για 400 χρόνια, όπως υπαινίσσεται ο «Ανώνυμος Έλλην», τότε στην αρχαία Ελλάδα, Έλληνες ήσαν δούλοι Ελλήνων για χιλιάδες χρόνια, ίσως και για «δεκάδες χιλιάδες», αν κρίνει κανείς από τα μυθιστορήματα νεοπαγανιστών για «ἀρχαίους ὑπερπολιτισμοὺς» του ελλαδικού χώρου ηλικίας «40.000», και βάλε ετών, που για να ευδοκιμήσουν οικονομικά στηρίζονταν κυρίως στο θεσμό της δουλείας, με σκλάβους οι οποίοι δεν φαίνεται να επαναστάτησαν επί το 99% των περιπτώσεων, παρεκτός, ως ελέχθη, των ειλώτων της Σπάρτης.

Η αστειότητα εκείνων που ακολουθούν τη ρητορική πραμάτεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» ως «θέσφατο» επιχείρημα κατά του Χριστιανισμού, γίνεται βεβαίως αντιληπτή από τη μανία του πρώτου κατά του όρου της δουλείας και της πολιτικής του σημασίας· εκείνος ήταν που προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες Ρωμιούς της εποχής προ του 1821, ότι βρίσκονταν υπό δουλεία για πάρα πολλούς αιώνες· συγκεκριμένα, ακόμη κι από αυτήν την μακρινή εποχή των Μακεδόνων Φιλίππου και Μ. Αλεξάνδρου, σύμφωνα με το γραπτό του· νωρίτερα υποτίθεται πως «ἤκμαζαν», υποδουλώνοντας όμως «ἐλεύθερα» η μία πόλη την άλλην, κι η συμμαχία της Σπάρτης τη συμμαχία της Αθήνας:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Η απύθμενη μανία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», όχι μόνο κατά της δουλείας, αλλά και κατά των δούλων, είναι τόσο επίμονη, που αν το έργο του ληφθεί αληθοφανώς, όπως το λαμβάνουν οι παγανιστές κι οι διαφωτιστές, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη σοβαρότητα των προειρημένων αυτών κύκλων. Άραγε, εκείνοι που αποδέχονται τον «Ανώνυμο Έλληνα» και τη ρητορική του επιχειρηματολογία ως κάτι σοβαρότερο από λίβελλο, μαίνονται ομοίως κατά των χαρακτηριζομένων ως δούλων, με τέτοια κωμικά επιχειρήματα, ως κι ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»;

«Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον, ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν, ἢ ἀπὸ μόνην φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον», σελ. 57

Ο «Ανώνυμος Έλλην» εις την εποχή του, πίεζε με την πέννα του για μια επανάσταση, γι’ αυτό η επιχειρηματολογία του κατά των πολιτικών δούλων έφθανε σε κάποια ρητορικά άκρα. Οι νεοδιαφωτιστές κι οι νεοπαγανιστές στην Ελλάδα, που αποδέχονται αιώνες αργότερα το έργο του, σε τί αποσκοπούν; Σήμερα (2011), ακόμη κι ο χειρότερος πολιτικός δεν δύναται να μιλεί δημοσίως με τέτοιου είδους επιχειρήματα. Αντίθετα, οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές ευφραίνονται με ασυναρτησίες του έργου της «Ελληνικής Νομαρχίας» εις τους ιστοχώρους τους· ή μήπως θαρρούν πως με τέτοια επιχειρηματολογία «προσφέρουν θαυμαστὲς ὑπηρεσίες ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀφυπνίσεως εἰς τοὺς συμπολίτας των»;

«Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος, λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον, καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς λαμβάνουν διὰ γυναῖκας - περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν.», σελ. 59

Πρβλ. ενότητα «Γυναίκα & Έρωτας».

Κανείς εξ αυτών των «διανοουμένων» κύκλων δεν εξηγεί στο κοινό του,  κατά ποίον τρόπο είναι δυνατόν να υπάρχει τόση αγάπη υπέρ της αρχαίας Ελλάδας στο κείμενο του «Ανωνύμου του Έλληνος», όταν υπάρχει ταυτόχρονα τόσο μίσος κατά της δουλείας και των δούλων, οι οποίοι αντιπροσώπευαν όχι μόνο το μεγαλύτερο ποσοστό των εργατών της αρχαίας Ελλάδα, όχι μόνο ένα ικανό αριθμό εκείνων των μαχίμων αλλά κι όλους τους ευρισκόμενους υπό διαφορετικής πολιτικής κατάστασης από εκείνην της δημοκρατίας/αριστοκρατίας που ελλόχευε επιφανειακά και μόνον εις την αρχαία Αθήνα [ο «Ανώνυμος Έλλην» δίνει κυρίως πολιτική χροιά στον όρο «δοῦλος»]:

«Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.», σελ. 29

 Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» ξεπερνά και δεν αναφέρεται στη δουλεία της αρχαίας Ελλάδας χάρη μιας επιδιωκόμενης επανάστασης, τότε κανείς δε καταλαβαίνει γιατί την ξεπερνούν κι οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές, λάτρες της αρχαίας Ελλάδας, ασπαζόμενοι δε μεταξύ των άλλων της «Ελληνικής Νομαρχίας» τις βολές κατά του δουλεμπορίου:

«Ἡ Ἀφρικὴ κάθε χρόνον θυσιάζει πλῆθος ἀνθρώπων, ὁποὺ ἡ ἀχόρταγος λύσσσα τῶν ὑπερηφάνων Βρεττανῶν καὶ ἄλλων ἁρπάζει καὶ πέμπει εἰς τὴν Ἀμερικήν, διὰ νὰ σκάπτουν καὶ νὰ ἐβγάζουν αὐτὰ τὰ μέταλλα ἀπὸ τὰ βαθύτατα ἐντόσθια τῆς γῆς. Οἱ ταλαίπωροι, ὅταν ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν θάνατον δέκα ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν εἰς ἕνα χρόνον, νομίζονται κατὰ πολλὰ εὐτυχεῖς. Τόσον μεγάλους κόπους, ραβδίσματα, φόνους καὶ πεῖναν ὑποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εὑρισκόμενοι εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, κρεμνίζεται τὸ χῶμα καὶ θάπτει ζωντανοὺς πολλὰς ἑκατοντάδας.», σελ. 105

Εκείνο που δεικνύει τον «Ανώνυμο Έλληναν» ως ρήτορα και τους σημερινούς του θαυμαστές ως αυλοκόλακες είναι η άποψη του ότι «Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της», (σελ. 73), όταν είναι παράλληλα γνωστό ότι ενυπήρχε εις αυτήν ο θεσμός της δουλείας, την οποία θεωρεί ως το «Χειρότερον πρᾶγμα», και τους ανθρώπους που την εξασκούν «οὐτιδανοὺς» [τιποτένιους]:

«Ποῖος ἔχοντας κρίσιν στοχασμοῦ δὲν φρίττει θεωρῶντας τοὺς ἐνενήντα ἐννέα νὰ μὴν ζῶσι, νὰ μὴν δουλεύωσι, νὰ μὴν κοπιάζωσι δι᾿ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὸν ἑαυτόν των, παρὰ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ ἑνός; Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει, ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα δέκα ἀνθρώπους»!», σελ.106

Η συμπλεγματική κολακεία της αρχαιότητος εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος» ακολουθεί παρασάγγας την ιδεολογία της Ευρώπης της εποχής του, την οποία παρακολουθούν αιώνες μετά με τη σειρά τους οι νεοπαγανιστές της σύγχρονης Ελλάδος. Έτσι, ενώ ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατηγορεί τις μητέρες της «Ἐσπερίας» στην οποία ο ίδιος διατελούσε, ως «δοῦλες» που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους σε ξένα χέρια για 15 χρόνια, εντούτοις δεν παύει από του να θαυμάζει το Λυκούργο και την αρχαία Σπάρτη, που ως κράτος στρατιωτικό άρπαζε τα παιδιά από τους πολίτες του για επίσης 15 χρόνια:

«Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι. Πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς οὔτε κἂν γνωρίζουσι τὰ τέκνα των, ἐπειδή, εὐθὺς ὁποὺ τὰ γεννῶσι, τ᾿ ἁρπάζει μία ξένη δούλη, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὰ μεταφέρουν εἰς τὰ φροντιστήρια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κολαστήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐβγαίνουν, εἰμὴ μετὰ δεκαπέντε χρόνους. Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν παύσῃ εἰς τοὺς νέους ἡ πρὸς τοὺς γονεῖς των ἀγάπη, ἡ ὁποία γεννᾶται μόνον ἀπὸ τὴν καλοποιΐαν; Αἱ τοιαῦται μητέρες, ὅταν ἐνθυμῶνται μόνον τὰ ὀνόματα καὶ τὸ γένος τῶν τέκνων των, εἶναι ἀρκετόν, μάλιστα περισσόν.», σελ. 58

Οι παράξενες αυτές θέσεις για τους δούλους που προκαλεί στο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» η αρχαιομανία δεν είναι οι μόνες. Ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» υποτίθεται ότι πρεσβεύει μια κάποια πολιτική επανάσταση υπέρ μιας δημοκρατίας, θα θαυμάσει τους ευγενείς της αρχαιότητας, καθώς θα τους συγκρίνει με τους ευγενείς της εποχής του, και θα διαγράψει ίσως από το μυαλό του και του αναγνώστη του, όλες εκείνες τις απίστευτες διαμάχες μεταξύ ευγενών και λαϊκών της αρχαίας Ελλάδας με τις χιλιάδες σφαγών σε αρκετές περιπτώσεις· αναγκαστικά δε, θα παραβλέψει και τους νόμους του Σόλωνα που αφορούσαν εκείνους και τις αδικίες τους:

α. «Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.

Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των », σελ 63

β. «Ἀλλὰ εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ εὐγένεια, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες; Ἴσως εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη; Εἰς τὰ μεγάλα κατορθώματα, εἰς τὴν ἀξιότητα. Ἴσως εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καθὼς οἱ πρόγονοί μας ἐστοχάζοντο; Ἔ, οὐχί, οὐχί! Οἱ νῦν δοῦλοι κράζουν εὐγενεῖς τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων, καὶ τόσον ἐβαρβαρώθησαν ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, ὁποὺ εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγοράζεται ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναισθήτους τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀναισθησία καὶ ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ψευδοευγενῶν, καὶ ὅταν εὑρεθῇ ἀνάμεσα εἰς χιλίους ἕνας ὀλίγον μέτοχος ἀνθρωπότητος, εἶναι βέβαια ἄξιον θαυμασμοῦ.», σελ. 63

Ομοίως, ενώ η αρχαιομανία υπέρ της αρχαίας Ελλάδος θα κατακεραυνώσει τη θρησκεία καθώς εμφανίζεται στην κοινωνική ζωή της νεότερης εποχής, δηλαδή εκείνη του συγγραφέως, θα την αποσιωπήσει αυστηρώς για την αρχαιότητα, μη ζητώντας να αμαυρώσει το κοσμοείδωλο της αρχαίας Ελλάδος με τις πανελλήνιες πολιτικές αποφάσεις του μαντείου των Δελφών, το οποίο απεφάνθη πολλές φορές καταστροφικά για την Ελλάδα·  για παράδειγμα, ετάχθη υπέρ της κηρύξεως του αιματοβαμμένου απ’ άκρη εις άκρη πελοποννησιακού πολέμου, όσο και υπέρ της υποδούλωσης εις τους Πέρσες, την αντίσταση εις τους οποίους θαυμάζει ο «Ανώνυμος Έλλην» δια μέσω του Λεωνίδα:

α. «Τοιοῦτοι λαοί, ἀδελφοί μου, ἂν κατὰ τύχην ἐκβάλλουν ἕνα, εἰς ἄλλον τύραννον ὑπόκεινται, καὶ πάντοτε μένουν δοῦλοι. Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν, ὁ δὲ λαὸς δὲν τὸν ἐνθυμεῖται, παρὰ ὅταν ζητῇ τοὺς ἀξιωτέρους καὶ δικαιοτέρους συμπολίτας του, καὶ δὲν τοὺς εὑρίσκῃ. Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του, μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος», σσ. 66-67

β. «Ἡ θρησκεία, ὦ Ἕλληνες, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πλάστην τοῦ παντός, βέβαια εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ παλαιότερα συστήματα τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐξακολούθως οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἐστάθησαν ἱερεῖς. Αὐξάνοντας ὅμως αἱ ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, ἀπεφάσισαν νὰ τιμήσουν τὸν κτίστην τοῦ παντός, ὄχι πλέον μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν, ἀλλὰ μὲ πομπὴν καὶ πολυτελῆ δῶρα. Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ εὐκολοκατάπειστον λαόν, ὥστε ὁποὺ εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησαν εἰς τὸν κόσμον, καὶ βέβαια ὁ πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νὰ κλαύσῃ, ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν ἱστορίαν των.», σελ. 67

Η αρχαιομανία ομάδων του Διαφωτισμού θα φλερτάρει με τον μονάρχη βασιλιά Λυκούργο και τους νόμους του, την ίδια ώρα που οι νόμοι του Ιουστινιανού αποτελούν το θεμέλιο δικανικό λίθο της δυτικής Ευρώπης· θα εξυβρίσει τη μοναρχία ως υπεύθυνη για όλα τα κακά, όταν εις το πρόσωπο του Λυκούργου θα την κολακέψει:

α. «Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠπατήθη νὰ στοχασθῇ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον, ἀλλὰ γνωρίζοντάς τους ὁποίας λογῆς εἶναι, τοὺς ἀπεκατέστησε, ὅσον ἦτον τὸ δυνατόν, καλλιοτέρους.» (σελ. 19-20)

β. «ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος.», σελ. 15

Ο ίδιος δε συγγραφεύς θα έπρεπε να αναρωτηθεί, το γιατί η Σπάρτη του θαυμασμένου Λυκούργου δεν κατόρθωσε να αφήσει περισσότερα γνωστά ονόματα από ότι το Βυζάντιο ή η Αθήνα:

«Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.»

Τέλος, άξιο προσοχής για τον πολιτικό χαρακτήρα της «Ελληνικής Νομαρχίας» είναι το γεγονός ότι, ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» καυτηριάζει τους σύγχρονούς του για «προδοσίες» κατʼ επιλογήν  (Φαναριώτες, Κληρικοί έναντι λ.χ. Αρματολούς), το ίδιο ποιεί και ως προς την αρχαία Ελλάδα, όπου ενώ οι Μακεδόνες Μ. Αλέξανδρος κι Φίλιππος ρίπτονται στον Καιάδα ως «Βασιλείς», ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας, αν και «Βασιλέας» ανυψώνεται στο βάθρο της αθανασίας, χωρίς ποτέ να καυτηριάζονται τα «καπάκια» των Σπαρτιατών, του Μαντείου των Δελφών και όποιων Αθηναίων (βλ. Αριστείδη) με τους Πέρσες.

α. «Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου, ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!», σελ. 148

β. «...μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει...», σελ. 29

γ. «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

δ. «Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν.», σελ. 73

 

α. Πρβλ. απάτη  «Η Ελλάς γεννά ακόμη Λεωνίδες».

β. Πρβλ. απάτη «Οι Ελεύθεροι γεννώνται μέσα σε Νομαρχίες»

γ. Πρβλ. απάτη «Ο Χρυσός & ο Χρυσός»

δ. Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ & ΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

 

Κύριος σκοπός του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι η ανατροπή. Πάνω σε αυτό το βωμό θυσιάζει τα πάντα· τίποτε άλλο δεν τον ενδιαφέρει:

«Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας», σελ. 100

Προσπαθώντας λοιπόν ο ίδιος να εκλογικεύσει την επικείμενη επαναστατική νίκη των Χριστιανών επί των Οθωμανών, χρησιμοποιεί τη «λογική» ζυγαριά του υπεραρίθμου έναντι του ολιγότερου, όπου ο πρώτος, ο υπεράριθμος, «ἐξ ἀνάγκης» νικά τον δεύτερο, τον ολιγάριθμο· δόγμα που ιστορικά έχει αποδειχθεί ψευδές αρκετές φορές:

«Ποῖος ἀμφιβάλλει, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι τὸ μέρος εἶναι μικρότερον ἀπὸ τὸ ὅλον; Ποῖος πρὸς τούτοις ἀμφιβάλλει, ὅτι μία δύναμις ὣς πέντε νικᾶ μίαν ἄλλην ὣς δύο; Βέβαια οὐδείς. Οἱ Ἕλληνες λοιπὸν πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὣς τὰ ἑπτὰ πρὸς τὸ ἕν, καθὼς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη. Καὶ ποῖος, παρακαλῶ σας, τώρα δὲν θέλει καταπεισθῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δεῖξιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ νικήσωσι τοὺς ὀθωμανοὺς; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ νὰ ἀμφιβάλλῃ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁλοτελῶς ἀναίσθητος; Ἐγὼ θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ κανεὶς τόσον δύσνους καὶ ἀνόητος.», σελ. 158

Λίγο νωρίτερα ο ίδιος συγγραφέας είχε ισχυροποιήσει αυτό το επιχείρημα της νίκης των Χριστιανών επί των Οθωμανών, προστρέχοντας στην απογραφή των πληθυσμών των Βαλκανικών λαών παράλληλα με τις πολεμικές τους αρετές, ωσάν οι στρατοί να προκύπτουν πράγματι από την απλή απαρίθμηση άοπλων κατοίκων· τότε είχε υποστηρίξει πως:

α. Στο «ὀθωμανικὸν βασίλειον [...] Οἱ κάτοικοι [...] εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους, ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω.

Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς πόλεις μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν εἰς τὰ χωρία.», σσ. 85-86

β. «Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπαρίθμησιν, εὐκόλως φαίνεται, ὑφείλοντας ἀπὸ κάθε ἑκατὸν μόνον δεκαπέντε, ὅτι ἄξιοι διὰ τὰ ἅρματα ἀπὸ μὲν τοὺς χριστιανοὺς ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι 2.156.250, ἀπὸ δὲ τοὺς ὀθωμανοὺς 543.750. Εἶναι πρὸς τούτοις ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως δὲν εἶναι ὅσον οἱ χριστιανοὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἅρματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν κατωτέρω ρηθήσεται.», σελ. 86

γ. «Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.», σελ. 86

Το λάθος της απαρίθμησης πληθυσμών που λογίζονται ως «μάχιμοι στρατιώτες» συμβαίνει και κατά τις καταγγελίες ορισμένεων αντιεκκλησιαστικών κατά των «500.000» Μοναχών της Βασιλεύουσας. Ο ίδιος δε συγγραφέας, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα αναγνωρίσει ότι πολλές φορές οι αριθμοί των στρατευμάτων, πόσο μάλλον των κατοίκων, δεν έχουν καμία ίσως σημασία· τουλάχιστον δεν είναι αυτοί που  «ἐξ ἀνάγκης» από μόνοι τους νικούν μάχες και πολέμους:

α. «Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι, ὑποθέτοντας τρεῖς ἄνδρας τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, οἱ δύο ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ νικήσουν τὸν ἕνα. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἐδίδαξε εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους μυρίους τρόπους καὶ τέχνας πρὸς διαυθέντευσίν των ἐναντίον τῶν περισσοτέρων», σελ. 28

β. «Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τῶν τεχνῶν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μεγάλη καταπολλά, διὰ τοῦτο καὶ ἡ νηπιότης αὐτῶν εἶναι μακρά· ὅθεν ἐχρειάσθησαν πολλοὶ αἰῶνες, ἕως τὸν καιρὸν τῶν Αἰγυπτίων, Περσῶν, καὶ τέλος πάντων τῶν ἀξίων προγόνων μας Ἑλλήνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ τέχνη τῆς διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τὸν φόβον εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους, καὶ αὐξάνουσα τὰς δυσκολίας εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἐσύστησεν, τρόπον τινὰ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς. Διὰ μέσον δὲ τῶν κανόνων αὐτῆς καὶ ἐνασχολήσεως μερικῶν ἀξιολόγων ὑποκειμένων ἀπεκατεστάθη τόσον ἐντελὴς εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐνίκησαν ἐχθροὺς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐξακολούθως ἐτρόμασαν σχεδὸν ὅλην τὴν οἰκουμένην.

Αἱ νίκαι τῶν ὀλιγοτέρων ἐναντίον τῶν περισσοτέρων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθῶσι εἰς τὰ πειράματα τῆς μηχανικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ὁ θεατής, ὁποὺ ἀγνοεῖ τὰς αἰτίας, μένει ἔκθαμβος.», σελ. 28

γ. «Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θέλει πιστεύσει τὸν μηχανικόν, ὁποὺ λέγει ὅτι μὲ ἓν βάρος ἕως δέκα, σηκώνει ἓν ἄλλο ὣς δέκα χιλιάδες. Ἀναγκαῖον, λοιπόν, εἶναι νὰ τοὺς καταπείσῃ μὲ παραδείγματα καὶ ἀποδείξεις· οὕτως καὶ εἰς τὴν τακτικήν, λέγοντας ἕνας ἀρχιστράτηγος, ὅτι οἱ δέκα πολλάκις νικοῦσι τοὺς ἑκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οἱ ἀγνοοῦντες τὴν αὐτὴν τέχνην· πλὴν φέροντας αὐτῶν χίλια παραδείγματα τόσον τῶν παλαιῶν, καθὼς καὶ τῶν νέων, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ καταπεισθῶσι», σελ. 29

δ. «Ἡ τακτικὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὦ ἀδελφοί μου, εἶναι ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα, καὶ εἶναι βεβαιωμένον ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μεγάλους πολεμάρχους, ὅτι δέκα χιλιάδες στρατιῶται καλῶς γυμνασμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἀρχιστράτηγον ἄξιον, ἠμποροῦν νὰ νικήσουν εἴκοσι χιλιάδας ἐχθρούς, καὶ περισσοτέρους τῆς ἰδίας ἀνδρείας, πλὴν ἀμοίρους τῆς τακτικῆς.», σελ.31

ε. «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας. Ὤ, πόσον οἱ προπάτορές μας ἠγωνίζοντο, ἐκ νεαρᾶς των ἡλικίας, διὰ νὰ μάθωσιν τὴν πολεμικὴν τέχνην! Διὰ μέσου λοιπὸν αὐτῆς οἱ ὀλιγότεροι νικῶσι τοὺς περισσοτέρους», σελ. 31

στ.  «καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς τὸν ὕστερον [οἱ Σπαρτιάτες], ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30

Η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει ότι η απλή απαρίθμηση στρατευμάτων δεν προδικάζει το αποτέλεσμα. Στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, 8 Οκτωβρίου 1827, «27 πολεμικά των Ευρωπαίων (12 αγγλικά, 8 ρωσικά, 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα έκαψαν την τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα, που αποτελούνταν από 89 σκάφη με 2.240 πυροβόλα [...]Μέσα σε 4 ώρες στις 6 μ.μ. όλα είχαν τελειώσει. Από τα 89 πλοία των μωαμεθανών τα 60 είχαν καταστραφεί εντελώς, (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 259-260)

Ο τονισμός κι η ανάπτυξη ζητημάτων τακτικής συνεχίζεται επί σελίδων· ο «Ανώνυμος Έλλην» γνώριζε πολύ καλά πως από πλευράς έμψυχης στρατολόγησης ο ελληνισμός δεν ήταν σε σπουδαιότερη θέση από τους Τούρκους, γι’ αυτό παρέθετε το παράδειγμα των Θερμοπυλών, τονίζοντας πως οι λίγοι είναι δυνατόν να κερδίσουν, αν και στις Θερμοπύλες δεν κέρδισαν τελικά οι ολιγότεροι:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς.», σελ. 29

Μόνο η τελευταία υπογραμμισμένη φράση του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνα» αποδεικνύει πάρα πολύ φυσικά πως, όσοι δεν επαναστατούσαν στον κατεχόμενο χώρο των Βαλκανίων, δεν ήταν εντελώς τρελοί ή ανήθικοι ή προδότες. Οι προηγούμενες επαναστατικές αποτυχίες των Ελλήνων, αλλά κι οι στρατιωτικές ήττες Ευρωπαίων ενάντια στους Οθωμανούς, όσο και τα τραγικά αντίποινα των τελευταίων ενάντια στους εξεγερμένους μαζί με τις ευρείες δυνατότητες στρατεύσεως των πρώτων, λειτουργούσαν πολλές φορές αρνητικότερα από ότι η ίδια η σκλαβιά. Άλλωστε κι ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» εφαρμόζοντας την «λογικὴν» διατείνονταν:

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον, ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον.», σελ.14

Η «λογικὴ τῆς ἐπιβιώσεως» θα έπρεπε βάση της διαφωτιστικής παιδείας που προτείνουν νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, να είχε αυξηθεί την εποχή του «Ανωνύμου του Έλληνος», όπως άλλωστε μαρτυρεί κι ο τελευταίος, και να είχε αποτρέψει από μόνη της τον ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια στους Οθωμανούς:

«Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων...», σελ. 156

Θα έπρεπε δε να μπορεί να επιτρέψει τον ξεσηκωμό η λογική, μόνο και μόνον όταν αυτή αναγνώριζε τη νίκη ως σιγουρότατη συνθήκη της πολεμικής προσπάθειας των Ελλήνων. Όμως τα σκαμπανεβάσματα της ελληνικής επαναστάσεως κάθε άλλο παρά αυτό επικυρώνουν.

Είναι λοιπόν ανούσιο όλα αυτά τα πακέτα αντιεκκλησιαστικών ιδεολογιών, άλλοτε να μιλούν περί λογικής ενάντια στην Εκκλησία δια μέσω της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», άλλοτε για προδοσίες κι εθνικές εξεγέρσεις θυσίας, όταν κολακεύοντας τους ρήτορές τους, αδυνατούν να παρατηρήσουν πως κύριοι εφαρμοστές αυτής της «λογικῆς τῆς ἐπιβιώσεως» μακριά από επαναστάσεις, ήταν οι ίδιοι αυτοί ιδεολογικοί μέντορες του οπλοστασίου τους:

«Σιωπή, πλησιάζει ὁ...» (πρβλ. ενότητα: «Ανώνυμος Έλλην. Σφάξον με να αγιάσω»)

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δε θα επαναστατήσει μόνος του δίχως τη βοήθεια άλλων· ίσως «λογικά» να ανέμενε άλλοι να συγκεντρωθούν πριν αυτόν και να πιάσουν τα όπλα του ξεσηκωμού:

«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;                                                                                                                                               

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140

Ομοίως, ξανά «λογικά», ίσως να προτιμούσε να «διαυθεντεύσῃ [τὴν ζωήν του]... ὅσον ἠμπορεῖ» περισσότερο, αποκρύβοντας τις επαναστατικές του διαθέσεις από αγνώστους που κρυφακούν:

«...καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους.», σελ. 146

 Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν είναι παράξενη από αυτή τη σκοπιά, μήτε η δική του υποστήριξη προς τούτο το απόφθεγμα του παγανισμού:

«Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα λαὸν ὑποδουλωμένον...», σελ. 21

Δεν είναι παράξενη, διότι μόνο ένας λαός μισολογικός ή μισοπαράλογος θα μπορούσε να αποφασίσει να εξεγερθεί και να σκοτωθεί, όταν οι υποκινητές του «παραλογισμού» του παριστάνοντας τους «ξυλοσόφους» αναπαύονταν με «λογικὴν» εις την μακρινή δύση, χύνοντας σωρεία μελανιού απ’ το «κονδύλιον» τους, ώστε να εξορθολογήσουν την θυσία των παραληπτών της πένας τους.

Αληθεύει δε, πως εκείνο που ζητούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» με χαρτί και καλαμάρι από τους υπόδουλους Ρωμιούς, πράγματι δεν είναι τίποτα άλλο παρά κάτι παράλογο· δηλαδή να τολμήσουν οι Έλληνες όχι μόνο να μην υπολογίσουν τη ζωή τους, αλλά και να νικήσουν μια δύναμη που ακόμη ήτο αρκετά ισχυρή. Προς τούτο ο «Ανώνυμος Έλλην» ομιλεί και συγγράφει διαρκώς για το «αἷμα» και παραδειγματίζει με τους 300 του Λεωνίδα οι οποίοι πέθαναν:

α. «Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν», σελ. 29

β. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161

γ. «Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα», σελ. 47

δ. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52

ε. «ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν νόμων των. [...] Οὕτως λοιπόν, ἂν ὁ ἐλεύθερος διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, μὲ τὸ ἴδιόν του αἷμα, κάμνει τὸ χρέος του.»

στ. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140

Ούτως ή άλλως οι προσπάθειες του «Ανωνύμου του Έλληνος» να ζυγίσει τους αριθμούς των Χριστιανών κατοίκων ενάντια εις τους αριθμούς των Μουσουλμάνων, παρουσιάζοντας μια απλή πλειοψηφία «ἑπτὰ πρὸς τὸ ἕν» του ενός επί του άλλου, για τους στρατιωτικά ζητήματα κατέχοντες, κι όχι μόνο, είναι «στρατιωτικοὶ ἀναλφαβητισμοὶ»· διότι οι ρητορείες του συγγραφέως αυτού παραβλέπουν την επιμελητεία, δηλαδή τον εφοδιασμό σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά και δηλαδή τα χρήματα τα οποία μπορούν να μετατρέψουν τους κατοίκους σε πολεμιστές και να τους διατηρήσουν αξιόμαχα ως τέτοιους.

Μέσα εις το βιβλίο «Ἀπελευθερωτικοί ἀγώνες τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ Τουρκοκρατίας» του Στέφανου Ι. Παπαδόπουλου βλέπει κανείς χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάγκης πολεμικού εξοπλισμού κι επιμελητείας του πολέμου κι άρα ανάγκης και χρημάτων. Έτσι για τη τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου λέγεται:

α.  «Το γεγονός αυτό κάνει το Γάλλο ιστορικό F. Braudel να παρατηρή πολύ σωστά, ότι χωρίς το σιτάρι, το κριθάρι και τα ιταλικά τυριά, χωρίς το κρασί της Νεάπολης, ποιος ξέρει αν θα γινόταν το θαύμα της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου», σελ. 69

β. «Στη συμφωνία αυτή οι Βενετοί είχαν πετύχει να αναβληθούν και πάλι τα ισπανικά σχέδια και είχε αποφασισθεί να συγκεντρωθούν εφόδια για την επτάμηνη επιχείρηση, καθώς και όπλα για την εξέγερση των Ελλήνων της Πελοποννήσου», σελ. 73

Στις συνεννοήσεις  των Κυπρίων με το Δουκάτο της Σαβοΐας (1590-1611) αναγράφεται:

γ. «Στην Κύπρο, γράφει, υπάρχουν μόνο 8.000 άνδρες, ενώ οι μάχιμοι Κύπριοι ξεπερνούν τις 35.000 και εύκολα θα νικήσουν τους Τούρκους, αν εξοπλιστούν», σελ. 90

Στα δε επαναστατικά κινήματα του Διονυσίου του «Σκυλοσόφου» (1600 και 1611) αναφέρεται:

δ. «Με το υπόμνημά τους αυτό οι υπόδουλοι ζητούσαν να σταλούν στρατεύματα, όπλα και πολεμοφόδια για τον εξοπλισμό 40.000 Ελλήνων και δήλωναν ότι είναι πρόθυμοι να εξεγερθούν κάτω από την καθοδήγηση των μητροπολιτών Λαρίσης (δηλ. του Διονυσίου) και Ναυπάκτου και Άρτης», σελ. 92

ε. «Η θέση του Δράμαλη ήταν πολύ δύσκολη, γιατί σε λίγο δεν είχε τροφές. Με συμβουλή του Κολοκοτρώνη τα σιτηρά της περιοχής είχαν καεί και τα άλογα και γενικά τα υποζύγια πέθαιναν από έλλειψη χόρτου, γιατί το θέρος ήταν ξερό. Γιʼ αυτό τίποτε άλλο δεν μπορούσε να κάμει ο Δράμαλης παρά να γυρίσει πίσω στην Κόρινθο.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 233)

στ. «Οι Έλληνες επανέλαβαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Σε λίγο η θέση των πολιορκημένων από την έλλειψη των τροφών έγινε φοβερή.  Οι πολιορκητές με σκάλες ανέβηκαν και κυρίεψαν το Παλαμήδι και ανάγκασαν τη φρουρά της πόλεως να συνθηκολογήσει (30 Νοεμβρίου 1822)», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 234)

ζ. Δύναμη των εμπολέμων: «Εναντίον των επαναστατών η Πύλη έστελνε συνεχώς δυνάμεις, που ήταν λίγες και όχι καλά εφοδιασμένες. Επί πλέον και το πυροβολικό της ήταν κακό. Γιʼ αυτό συνήθως δεν μπορούσε να δράσει στην ορεινή χώρα και πολλές φορές από έλλειψη χόρτου [για τα υποζύγια] γινόταν αυτό μεγάλο εμπόδιο. Εναντίον αυτών των δυνάμεων λοιπόν, που ήταν άσχημα εφοδιασμένες κα τις οδηγούσαν με τρόπο κακό οι αρχηγοί τους, οι Έλληνες πολεμούσαν με επιτυχία κάνοντας κλεφτοπόλεμο.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 193)

η. «Ύστερα από την πτώση του Μεσολογγίου [11 Απριλίου 1826, Κυριακή των Βαΐων] η επανάσταση φάνηκε ότι ξεψυχά. Οι δύο πολιορκητικοί στρατοί ήταν πια ελεύθεροι να δράσουν αλλού. Ο Ιμπραήμ γύρισε στον Πελοπόννησο και άρχισε να την καταστρέφει. Ο Κιουταχής κινήθηκε εναντίον της Αν. Ελλάδος, ενώ η κατάσταση των Ελλήνων ήταν θλιβερή. Η κυβέρνηση ούτε χρήματα είχε ούτε μπορούσε να επιβληθεί και επικρατούσε αναρχία και διχόνοια ανάμεσα στους αρχηγούς.

[ ..]

Στη δύσκολη αυτή περίσταση έσωσε την Ελλάδα η αντοχή του λαού της και η βοήθεια απʼ έξω. Οι φιλελληνικοί σύλλογοι και οι φιλάνθρωποι της Ευρώπης στην κρίσιμη εκείνη στιγμή ανάπτυξαν μεγάλη δραστηριότητα. Ιδίως η χρηματική βοήθεια ξαναζωντάνεψε όσο ήταν δυνατό την επανάσταση.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 254)

θ. Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τους τούρκους το 1826 «ο Κωλέτης αποβιβάστηκε στην παραλία του Ευβοϊκού κόλπου κοντά στην Αταλάντη, για να καταστρέψει τις σιταποθήκες του Κιουταχή.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 255)

 

 

 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

 

α. «τὰ δὲ πολλὰ τοῦ πολέμου γνώμη καὶ χρημάτων περιουσία κρατεῖσθαι», Θουκυδίδης, Ιστορία, 2,13,2.

[οι πόλεμοι πιο πολύ κερδίζονται με τη σύνεση και την αφθονία χρημάτων]

 

β. «ἔστιν ὁ πόλεμος οὔχ ὅπλων τὸ πλέον, ἀλλὰ δαπὰνης, διʼ ἤν τὰ ὅπλα ὡφελεῖ», Θουκυδίδης Ιστορία, 1,83,2

[ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με τα όπλα και περισσότερο με τα χρήματα, που καθιστούν τα όπλα αποτελεσματικά]

 

Ο Θουκυδίδης είχε σημειώσει τη σημασία της οικονομικής ευρωστίας για την έναρξη και διατήρηση μιας πολεμικής αντιπαράθεσης.

Εντούτοις, όταν πολέμιοι του Χριστιανισμού, και δη «ἀρχαιολάτρες», βρίσκονται στην ψυχολογική ανάγκη να πολεμήσουν τον Χριστιανισμό, αρέσκονται σε φληναφήματα απαρίθμησης πληθυσμών για να υποστηρίξουν όχι μόνο το δυνατό μιας πολεμικής επιχείρησης, αλλά και την έκβαση αυτής.

Έτσι από την μια ο «Ανώνυμος Έλλην» απαριθμεί τους κατοίκους των Βαλκανίων για να πολεμήσει με το μελάνι του την πάλαι Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ οι νεοπαγανιστές του διαδικτύου εφευρίσκουν «500.000» μοναχούς που «θα μπορούσαν» να είχαν αποκρούσει κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως, τους Τούρκους, έστω κι αν δε διέθεταν όπλα, εκπαίδευση, εφόδια κ.ο.κ. κι ακόμη περισσότερο δεν υπήρχαν καν!

Βέβαια, ουχί η «ἀρχαιολατρεία», αλλά η «προγονοπληξία» τους, ως αντιστάθμισμα τους στον Χριστιανισμό, οδηγεί αυτούς πάντα εις την εκβίαση συμπερασμάτων, παρά εις την εξαγωγή των. 

Για ενίσχυση αυτής της άποψης παρατίθεται εδώ ένα τελευταίου παράδειγμα, συνέχισης της ανωτέρω περί αριθμών ενότητος, που δεικνύει πως ο πόλεμος έχει ανάγκη κι από εφόδια αλλά κι από χρήματα που προηγούνται των εφοδίων:

Το 1824 η ελληνική «κυβέρνηση έδωσε στους νησιώτες ένα μέρος από το αγγλικό δάνειο κι έτσι κατόρθωσε ο στόλος να εξοπλιστεί και να πλεύσει εναντίον του εχθρού.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 248)

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το 1824, οι διεθνείς συνθήκες είχαν αλλάξει σε σχέση με την εποχή που ο «Ανώνυμος Έλλην» συνέγραφε την «Ἔλληνικὴν Νομαρχία» (Βενετία 1806). Το 1806 δηλαδή, ήταν εξαιρετικά αμφίβολο (99%) αν θα μπορούσαν οι Έλληνες να εξοικονομήσουν δάνεια από ξένους πλουτοκράτες για να κινητοποιήσουν όλους αυτούς τους πληθυσμιακούς αριθμούς, που ο εν λόγω συγγραφέας συγκρίνει και χειρίζεται στον λόγο του ως «ἐν δυνάμει» στρατιωτικές ομάδες· για μονάδες μήτε λόγος να γίνεται.

Αν κι οι Έλληνες ήταν ολιγαρκείς, αυτό δε σημαίνει κατʼ ανάγκην ότι μπορούσαν να πολεμήσουν γευματίζοντας «αέρα κοπανιστό» ή πυροβολώντας αντί για βόλια, «πέτρες»:

«...ο στρατός [των Ελλήνων] είχε δύο μεγάλα προτερήματα, την αντοχή και την ολιγάρκεια. Γιʼ αυτό και ο Κολοκοτρώνης δεν ανησυχεί πολύ για τον ανεφοδιασμό. Τα ίδια προσόντα είχαν και οι πολεμιστές της θάλασσας, που προέρχονταν από τους ναύτες του εμπορικού των Ελλήνων.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 194)

 

 

Πολεμικά ζητήματα λοιπόν δε λύνονται με ρητορικές πραγματείες· ούτε είναι δυνατόν να εξεγείρεται ο κάθε Έλληνας της εποχής εκείνης έχοντας για «πολεμοφόδια» το «γλαφυρώτατον καὶ ἐμψυχωτικὸν πονημάτιον τοῦ Ανωνύμου του Έλληνος», ή άλλων διαφωτιστών, υπό μάλης.

Η ρητορική του ρηθέντος συγγραφέως ασχολείται με την ενθάρρυνση εκείνων που θα κληθούν αργότερα «ἐλεύθεροι» και με την «δειλίαν τῶν δούλων»:

α. «Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς [τοὺς δούλους], ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», σσ. 51-52

β. «Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος, παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας, οὔτε ἐστοχάζετο κἂν εἰς τὴν ζωήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δόξαν τῆς νίκης καὶ εἰς τὸ χρέος τὸ πατριωτικόν.», σελ. 48

γ. «Ὁ μὲν ἐλεύθερος, λοιπόν, οὔτε ἐλπίζει, οὔτε φοβεῖται εἰς τὸ ὅ,τι μέλλει νὰ πράξῃ, διότι εἶναι βέβαιος, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι, ἂν πράττῃ καλῶς, ἤτοι κατὰ τὰς νομικὰς διαταγάς, βραβεύεται, καὶ ἂν πράττῃ ἐναντίον αὐτῶν, παιδεύεται. », σελ. 50

δ. «Πλήν, ματαίως καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πεφοβισμένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.», σελ. 51

Κι αν η πραγματεία του «Ανωνύμου του Έλληνος»  ασχολείται με τις ρητορείες περί θάρρους κι άλλες ρευστές φιλοσοφίες, είναι σαφές εντούτοις πως τελεί εν σιγεί για σοβαρά πρακτικά προβλήματα ενός επερχομένου αγώνος, εις τα οποία δεν ανήκει μόνον η επιμελητεία, κι ας τον θαυμάζουν τον 21ο οι «προοδευτικοὶ κύκλοι»· άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας αναλογίζεται ορθώς ότι:

«...τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι μικρὸν περὶ αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ νῦν Ἕλληνες μεγάλην χρείαν ἔχουσι καὶ ἄμποτες κανένας φιλογενὴς νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ νὰ μάθωσιν ὅλοι, πόσον ἡ τέχνη τοῦ πολέμου εἶναι μεγάλη», σελ. 34

Τα δε παραδείγματα του ρηθέντος συγγραφέως εις υποστήριξη των αριθμητικών υπεροχών ίσως να μπορούσαν να πείσουν τους σύγχρονούς του· μα για μικρό χρονικό διάστημα· δε θα μπορούσαν όμως σε καμιά περίπτωση να πείσουν τους αμέσως μεταγενεστέρους βάση της δικής του λογικής: 

 «Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», σελ. 157

Ο Γεώργιος ο Σέρβος σκοτώθηκε από τους Τούρκους κι η επανάσταση του καταπνίγει 6 χρόνια μόλις μετά την πραγματεία του «Ανωνύμου του Έλληνος». Βεβαίως κανείς δε επιμένει πως η προσπάθεια του πήγε παντελώς χαμένη για τις εθνικές προσδοκίες των λαών της Βαλκανικής. Εκείνο που λέγεται είναι ότι το βιβλίο του ρηθέντος συγγραφέως δε θα πρέπει να λογίζεται ως εκείνο το οποίο είχε το απόλυτον δίκαιον την εποχή που γράφτηκε, ώστε οι υπόλοιποι διαφωνούντες μ’ αυτό τότε, να καταδικάζονται από τους σημερινούς ως «προδόται» ή «δοῦλοι». Εκείνη την εποχή οι επαναστάσεις ήταν πολύ δύσκολες υποθέσεις κι ας τις εννοούν σήμερα μερικοί ελαφρόμυαλοι «ξυλόσοφοι φραντζέζοι» ως «μεσημβρινοὺς περιπάτους εἰς τὴν Ἀθηναϊκήν λαχαναγορὰν» κρίνοντας εκ του αποτελέσματος προσπαθειών αιώνων. 

Εν κατακλείδι, ούτως ή άλλως όλη αυτή η «λογικὴ» επιχειρηματολογία της αριθμητικής «ὑπεροπλίας» αντικρούεται με τα δόγματα του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» κι αντιστρόφως:

α.  «φοβηθέντες [οἱ ἐχθροὶ Πέρσες] ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30

β. «Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν.», σελ. 51

Αν πράγματι τα «πολυάριθμα στρατεύματα δούλων ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς» το βάζουν στα πόδια χωρίς να τολμούν ποτέ «νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», τότε ποιό το νόημα όλης αυτής της κακόγουστης επιχειρηματολογίας περί αριθμών;

Έπειτα, αν πράγματι οι Έλληνες, ή οι Χριστιανοί, είναι τόσοι πολλοί έναντι των Οθωμανών, τότε γιατί εκφράζει αυτό το δικό του το παράπονο, περί αριθμητικής κατωτερότητας;

«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ . Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 119

Είναι γνωστό σε αρκετούς, ότι με εκείνο το παράπονο πως τα μοναστήρια «κατανάλωναν αξιόμαχους άνδρες» έχουν καταπιαστεί δεκάδες νεοπαγανιστές.

 

 

Πρβλ. απάτη «500.000 - 200.000 - 10.000 άπραγοι Μοναχοί στην άλωση της Κωνσταντινούπολης»

Πρβλ. απάτη «100.000 Μαυροφορεμένοι»

 

 

 

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ», ΓΥΝΑΙΚΑ & ΕΡΩΤΑΣ

 

Ο μελετητής των νεοπαγανιστικών ατοπημάτων γνωρίζει, πως από τα τα διάφορα που έχουν εφευρεθεί, ορισμένα στρέφονται ενάντια στην Εκκλησία για την «κακή» θέση της γυναίκας στο Χριστιανισμό. Έτσι, παραβλέπουν εύκολα ποια είναι η «θέση της γυναίκας» μέσα στην «Νομαρχίαν τοῦ Ἀνωνύμου», όπως επίσης και το ποια είναι η θέση του έρωτα εις το μυαλό του εθνικιστή [επιτρέπεται μεν ο έρωτας μεταξύ ομοεθνών, απαγορεύεται δε αυστηρώς με αλλοεθνείς].

Μελετώντας λοιπόν κανείς το έργο του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» βλέπει ότι η αλλοεθνής γυναίκα παρουσιάζεται από τη μία μεριά ως ένα «πονηρό» πλάσμα που κοροϊδεύει το σύζυγό της, όταν αυτός είναι Έλληνας, κι από την άλλη ως ένα «ανόητο» θύμα, αν είναι ομοεθνής, δηλαδή ελληνίδα· το εκπληκτικό είναι δε, ότι αυτή η «ανοησία» της ομοεθνούς γυναίκας αποδεικνύεται δια μέσω της χειραγώγησης αυτής της τελευταίας από την Εκκλησία (!), αφού «πάντοτε» καταφέρνουν να την ξεγελούν οι «ἀμαθεῖς καλογήροι» αποσπώντας της χρηματικά ποσά:

α2. «Οἱ τοιοῦτοι [βρωμεροὶ καὶ χυδαιότατοι ἄνθρωποι...[μὲ] τὴν ἄνανδρον καὶ ὄντως ἕβραϊκὴν των καρδίαν] ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς τὰς γραίας γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δίκαιον, καὶ ὅταν τινὰς τῶν ἀποδείξῃ τὸ ἄδικόν των, αὐταί, εὐθὺς ἀλλάζουσι ὁμιλίαν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσῃ τινὰς νὰ τὰς καταπείσῃ.», σελ. 146

α3. «Ὁ μεγαλείτερος στοχασμός των [καλογήρων] εἶναι νὰ κρύπτωσι τὴν ἀμάθειάν των, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι πάντοτε νὰ συνομιλῶσι μὲ τὰς γυναῖκας.», σελ. 117

α4. «Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται - μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», σελ. 116

α5. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111

α6. «Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας τὰς γυναῖκας, ἤτοι τὰς καλογραίας, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων», σελ. 125

Η «ανοησία» της ομοεθνούς γυναίκας έναντι της «πονηρής» αλλοδαπής «αποδεικνύεται» στο γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ακόμη κι έναντι του «σοφοῦ διαφωτιστῆ». Αυτή τη φορά  η χειραγώγησή της εκ μέρους της Εκκλησιάς, συμβαίνει όταν «ἀμαθεῖς καλογήροι ἤ κληρικοὶ» πλέον δεν της αποσπούν χρηματικά ποσά, αλλά όταν «ἀσελγοῦσι ἐπὶ αὐτῆς ἐν ἄγνοιὰ της» παρουσιαζόμενοι ως άγγελοι (!) Κυρίου (νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων)· αυτή η διαπίστωση καθιστά τις γυναίκες πιο αμαθείς κι από τους αμαθείς:

α7. «Μία καλογραιοποῦλα ἐκοινοποιοῦσεν, ὅτι κάθε βράδυ ἐπήγαινεν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἐσυνομιλοῦσε μαζί της. Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, δι᾿ ὀλίγους μῆνας, τὴν ἐδόξαζον ὡς ἁγίαν, ἀλλ᾿ ἀφοῦ, μετὰ ἐννέα μῆνας, ἐγέννησεν ἓν ἀρχαγγελόπουλον, τότε αἱ ἄλλαι γυναῖκες τὴν ἐμίσησαν, αὐτὴ δὲ ἐνομίζετο πάντοτε ἁγία ἀπὸ ἁπλότητά της, καὶ ὁ σοφὸς ἔκλαιε διὰ τὴν βαρβαρότητα τῆς ἀνθρωπότητος.», σελ. 124

Η επίθεση κατά της «πονηρᾶς» αλλοδαπής γυναίκας εκ μέρους του φανατικού διαφωτιστή είναι πρόδηλη:

α8. «Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως, ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των; Ποῦ νὰ δώσῃς ἀκρόασιν καὶ πίστιν, ὦ τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, εἰς τοὺς πλαστοὺς λόγους της γυναικός σου, ἡ ὁποία ἀφοῦ ὑπανδρευθῇ μαζί σου, ἄλλο δὲν προσμένει, παρὰ νὰ ἀπεθάνῃς, διὰ νὰ σὲ κληρονομήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἄλλον ἄνδρα; Πῶς νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;», σελ. 134

α9. «Αὐτοὶ σὲ μισοῦν, σὲ καταφρονοῦν καὶ σὲ περιγελοῦν παντοτινά. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς λέγει· «ἰδὲ τὸν χοῖρον, τὸν χυδαῖον Ἕλληνα, διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν οὐτιδανότητά του, ἠθέλησε νὰ λάβῃ σύζυγον ἀπὸ τὸ γένος μας. Ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος· τὰ βάρβαρα ἤθη τῆς πατρίδος του δὲν τὰ ἄλλαξεν». Τί στοχάζεσαι, ὦ ἀληθῆ κακότυχε, πὼς σὲ ἀγαπᾶ ἡ γυναῖκα σου; Μὴν ἀπατᾶσαι, σοῦ τὸ ξαναλέγω! Αὐτὴ σὲ περιγελᾶ, σὲ ἀτιμάζει, σὲ κλέπτει, καὶ πολλάκις σοῦ ἑτοιμάζει τὸν θάνατον παράκαιρα.». σσ. 134-135

α10. «Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὄντως ἀνοήτους; «Ὁ ἔρως μ᾿ ἐπλήγωσε, τὰ θέλγητρά της μ᾿ ἐσκλάβωσαν, ἡ αἰσθαντική μου καρδία δὲν ἠμπόρεσε πλέον νὰ ἀντισταθῇ». Ὦ ἀναίσχυντοι καὶ ὄντως μωροί! Ἐγώ, ὁποὺ περὶ πατρίδος καὶ περὶ τῆς ἐλευθερώσεώς της σήμερον γράφω, ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι τὴν σήμερον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ὁ ἔρως εἶναι τὸ μεγαλείτερόν τους ἁμάρτημα. Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι νὰ μὴν ἀγαπᾶτε, παρὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἀγαπήσητε ὅ,τι τυχαίνει. Ἐγώ, τέλος πάντων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσω τὴν ὠφέλειαν, ὁποὺ ἐκάματε εἰς τὴν πατρίδα σας, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἔπειτα, εἰς τί θέλει σᾶς φέρει ὁ ἔρως σας.», σελ. 135

α11. «Ἀλλὰ τοιαῦτα λόγια δὲν εἶναι διὰ τὰς ἀκοάς σας, οὔτε ἐγὼ θέλω κοπιάσει ματαίως νὰ σᾶς τὰ εἰπῶ, καὶ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἔρως γεννᾶται ἀπὸ ἀμοιβαίαν κλίσιν καὶ ἀπὸ μίαν συμπάθειαν καὶ συμφωνίαν εἰς τὰς ἰδέας ἀμφοτέρων. Ὅθεν, ὁ ἐδικός σας δὲν εἶναι ἔρως, ἀλλὰ μία ἄλογος ἐπιθυμία, ὡσὰν ὁποὺ τόσον δύσκολα εἶναι νὰ συμφωνήσουν τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων μ᾿ ἐκεῖνα τῶν ἀλλογενῶν, ὅσον φανερὸν εἶναι, ὁποὺ ὅσοι ἀλλογενεῖς συζύγους ἔχουσι, ἐξ ἀνάγκης χάνουσι τὰ ἤθη των καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ ἡ ὀνομασία.

Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν»., σσ. 135-136

α12. «Αὐτοί, λοιπόν, περιφέρονται εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν ἐκδύουσι τοὺς πολλὰ ἀθώους χωριάτας, καὶ μάλιστα τὰς γυναῖκας.», σελ. 115

α13. «Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν, τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ, καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε, καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας των.», σελ. 69

α14. «Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ διὰ ἐκείνους, ὁποὺ κατὰ δυστυχίαν μας δὲν εἶναι ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποξενωθῶσι παντάπασιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀλησμονήσουν ἕως καὶ τὸ ὄνομά της, ἀπεφάσισαν μὲ ἄκραν ἀφροσύνην καὶ ἔλαβον εἰς ξένην γῆν διὰ σύζυγον ἀλλογενῆ γυναῖκα; Ὤ, ἐντροπὴ ἀνυπόφορος!  Δὲν στοχάζεσθε, ὦ ἀχάριστοι υἱοὶ τῆς δυστυχεστάτης πατρίδος μας, τὰ κακὰ ὁποὺ προξενεῖτε, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας ἀκόμη; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμογνωμήσῃς μὲ τὴν σύζυγόν σου, ὅταν εἰς τὸ κυριώτερον εἶσθε τόσον διάφοροι;», σελ. 133

α15.  «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134

α16.  «Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν, καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας ἀρχοντίσσης» σελ.132

α17. «Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως, ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των;», σελ. 134

α18. «Ὅσαι ἀλλογενεῖς γυναῖκες ἔλαβον Ἕλληνας δι᾿ ἄνδρας, ὅλαι τὸ ἔκαμαν ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ ἢ δὲν εὑρῆκαν ὁμογενῆ των ἢ δὲν εἶχον ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι.», σελ. 134

Το μίσος του εθνικισμού για τους έρωτες μεταξύ αλλοεθνών είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και δεδομένο (βλ. σελίδα έρωτας-εθνικισμός). Δε θα μπορούσε να εκλείψει από τη διαφωτιστική μανία του «Ανωνύμου του Έλληνος», η οποία είναι πρόδρομος εκείνης της εθνικιστικής. Οι επαφές προς την Εσπερία άλλο δε δείχνουν πως το «μῆλον θὰ πέσει ὑποκάτω τῆς μηλιὰς»:

α19. «Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι», σελ. 58

Περισσότερο δε από όλα απορεί κανείς με τους νεοπαγανιστές, βλέποντας αυτά τα λόγια του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»:

β. «εἰς τὴν δουλείαν [...] ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας», σελ. 57, ίσως για χάρη του:  «εἰς τὴν δουλείαν [...] ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των», σελ. 57

Αντιθέτως με μεγάλη τους χαρά, παγανιστές και διαφωτιστές παρουσιάζουν το του Παύλου:

β1. «22 Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ», Προς Εφεσίους, Κεφ. Ε΄

Ευχαρίστως όμως θα αποκρύψουν την υπεράσπιση:

β2. «25 οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς», Προς Εφεσίους, Κεφ. Ε΄

Άλλωστε, αυτές δεν είναι οι μόνες μονομέρειες εκείνων των σκοτεινών κύκλων που παρουσιάζονται με το «λυχνάρι φωτὸς» στο χέρι. Θα αποκρύψουν ξανά του «ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας» του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» το περιβόητο:

«εἰς τὴν δουλείαν [...] ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος», σελ. 57

Με κουτοπονηριά κι αλαζονεία οι αντιχριστιανικοί κύκλοι, όταν θα κατηγορήσουν την Εκκλησία ως «αρνησίζωη» και «αντιερωτική», θα παραβλέψουν αυτό το τελευταίο εδάφιο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», γιατί αν το δεχθούν θα πρέπει παράλληλα να παραδεχθούν ότι οι ίδιοι αυτοί είναι «εἰς τὴν δουλείαν», όχι κάποιου Τυράννου πολιτικού, αλλά εις την τυραννία των σαρκικών τους παθών.

 

 

 

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΠΕΡΙ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

 

Ο «Λόγος περὶ Ἐλευθερίας» κι υπέρ «Νομαρχίας» του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», μόνο ρητορικά υπέρ της πολιτικής επαναστάσεως κατά των Οθωμανών μπορεί να εννοηθεί, ειδάλλως οδηγεί σε απογοητεύσεις για τα διδάγματά του.

Ο συγγραφεύς αυτού του έργου, λοιπόν, σαφώς γνωρίζει κι υποστηρίζει τη σημασία της θέλησης της πλειοψηφίας ενός λαού έναντι της μειοψηφίας του:

«Ὅθεν, διὰ νὰ εὐτυχήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νὰ ἐξαλείψῃ ὅσας αἰτίας τῆς δυσαρεσκείας του ἠμπορέσῃ, δηλ. νὰ ὑπακούῃ εἰς τὴν θέλησίν του. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι.

Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων», σελ. 13

Κατέχοντας ο «Ανώνυμος Έλλην» αυτή τη γνώση περί διαφοράς πλειοψηφίας και μειοψηφίας κι ορμώντας κατά το σύνηθες έναντι της «δουλεῖας», υποστηρίζει αντιθέτως ότι στην μεν «Νομαρχίαν» όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, συμφωνούν, ενώ εις την «Τυραννίαν» διαφωνούν, ως να μην υπάρχουν διαφορές πλειοψηφίας-μειοψηφίας εις την πρώτη· φροντίζει δε να δηλώσει πως «ὅλοι διέταξαν τοὺς νόμους» εις την δεύτερη, πράγμα αναμφισβητήτως αναληθές (βλ. διαφορά πλειοψηφίας και μειοψηφίας):

α. «Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ απαξάπαντος ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.

Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον, νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του. Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία, ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος», σελ. 56

β. «Ἀλλὰ τί ἐστὶ ἐλευθερία; Εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ ἰσχυρότεροι, εἰς μὲν εἰς τὴν μοναρχίαν, οὐδεὶς δὲ εἰς τὴν τυραννίαν, καὶ ὅλοι εἰς τὴν νομαρχίαν. Ὅθεν, κατὰ μὲν τοὺς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως τοῦ καθενός, ἐπειδή, εὑρισκόμενοι χωρὶς νόμους, καὶ χωρὶς κριτάς, ὁ μὲν ἅρπαξ ὀνομάζει τὰς ἁρπαγάς του ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας του, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄσωτος τὰς ἀσωτίας του, καὶ ὁ κακὸς τὰς κακίας του.

Κατὰ δὲ τοὺς δευτέρους, ὡσὰν ὁποὺ ἐπώλησαν τὴν ἐλευθερίαν τους ἑνός, ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, εἰμὴ τὰς προσταγὰς τοῦ κυρίου των, καὶ εἶναι μόνον ἐλεύθεροι διὰ νὰ τὸν ὑπακούωσι. Ὁ τύραννος δὲ καὶ οἱ δοῦλοι του ἀγνοοῦσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὴν ἐδοκίμασαν, διὰ νὰ ἔχουν ἰδέαν περὶ αὐτῆς.

Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία. Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.», σελ. 16

Βέβαια, αν κι ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν παρατηρεί λεπτομερώς την αρχαία Ελλάδα όποτε αυτό δε συμφέρει το έργο του ως επαναστατικού λιβέλου, εντούτοις αδίκως και γελοιωδώς ακολουθείται από τους ταγούς της νεοδιαφωτιστικής και νεοπαγανιστής προπαγάνδας κατά της Εκκλησίας.

Υποστηρίζοντας δε πως η ασυμφωνία είναι «σημεῖον δουλείας» ενώ η «ὁμόνοια... μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας» (βλ. κάτωθι παράθεμα) ξεχνά πάλι να παραδειγματιστεί ως όφειλε από την αρχαία Ελλάδα που αποτελεί δορυφόρο γνώσης του και να παρατηρήσει ότι διχόνοια «δουλεῖας» υπήρξε μεταξύ πολιτικών κομμάτων της «Νομαρχίας» μετά την παρέλευση του Περικλή εις την Αθήνα, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της Σικελικής Εκστρατείας. Αυτή η καταστροφή προέκυψε εκεί που έπρεπε «οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων». Δεν οφείλονταν η διχόνοια αυτή σε κανένα εξωτερικό «Τύραννον». Ομόνοια δε, παρατηρείται πολλάκις εις τις αποφάσεις μοναρχικών, παρά δημοκρατικών πολιτευμάτων των «ἐλευθέρων πολιτῶν», άσχετα ή όχι από καταστροφικές ή μη συνέπειες κι αυτό αφορά και τους δύο.

«Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια, εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται. Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.

Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου, ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας, καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.», σσ. 58-59

Στην πολιτικοφιλοσοφική σκέψη του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» η επιχειρηματολογία υπέρ της Νομαρχίας έναντι της Μοναρχίας είναι αναιμική· επί παραδείγματι, οι νεοπαγανιστές, θα έπρεπε να είχαν προσέξει πως για τον «Ανώνυμο Έλληνα» ο άνθρωπος έχασε την ελευθερία του κι έγινε «δοῦλος» μόλις δημιούργησε κοινωνία (α)· παράλληλα, δια της «Νομαρχίας» ο πρώτος υποστηρίζει πως ο άνθρωπος «ελευθερώνεται» δια της κοινωνικής αναγνώρισης, δηλαδή της τιμής που του προσφέρουν οι υπόλοιποι άνθρωποι με τους οποίους συμβιώνει (β)· βέβαια όλες αυτές οι αναγνωρίσεις υπηρεσιών ή επιβραβεύσεις, προϋποθέτουν οργανωμένη κοινωνία, την οποία ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» θεώρησε ως αιτία «δουλεῖας» κι άρα «ἀνελευθερίας»· συμπληρώνει δε, πως με τις αναγνωρίσεις αυτές ο πολίτης δύναται να «δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του» (δ)· η τελευταία παράθεση τίθεται παρά του γράφοντος, περί του ότι αναγνώριση τιμής προσφέρει κάλλιστα κι η Μοναρχία:

α. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ 14

β. «Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του· ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του· ὁ νέος εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὴν φυσικὴν κλίσιν του, καὶ νὰ δείξῃ τὴν ἀγχίνοιάν του· ὁ στρατιώτης ἔχει ἀναμφίβολον τὴν εὐεργεσίαν εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις του· ὁ πτωχὸς δὲν φοβεῖται ἀτιμίαν, ἀλλ᾿ εὑρίσκει συμπάθειαν καὶ βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχίας του, καὶ οὐχὶ ὕβρεις καὶ ἀνυποληψίαν·», σελ.24.

γ. «Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί, νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.», σελ. 24

δ. «Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της.», σελ. 26

 

 

 

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ»: «ΣΦΑΞΟΝ ΜΕ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ»;

 

Ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν εκείνος ο οποίος ασκούσε κριτική στους χριστιανούς ιερείς, αποδίδοντάς τους τα «εύσημα» των υποκριτών, εφόσον δεν ακολουθούσαν σύμφωνα μʼ αυτόν τις εντολές του Χριστού ενόσω χριστιανοί. Όμως για υποκρισία μπορεί να κακολογηθεί κι ο ίδιος, όταν:

α) παριστάνοντας τον «Ἕλληναν ἐλεύθερον πατριώτην» :

«Ὦ Θεέ μου! Εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ μοῦ λέγετε τοιαῦτα λόγια; Ἔ, ἀδελφοί μου, ἐσεῖς βέβαια δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις ὁποὺ εὑρίσκομαι ἐγώ, οὔτε αἰσθάνεσθε ὅλον τὸ βάρος τῆς τυραννίας καὶ ὅλας τὰς δυστυχίας τῆς Ἑλλάδος ὅσον ἐγὼ τὰς αἰσθάνομαι. Ἐγώ, ναί! Ἐγὼ δὲν ζῶ, εἰμὴ ὡς Ἕλλην οὔτε ἄλλο τι ἠμπορεῖ νὰ μοῦ καταστήσῃ ποθητὴν τὴν ζωήν μου, εἰμὴ ἡ Ἑλλάς. Ἡ καρδία μου εὐθὺς ἀρχίζει νὰ ταράττεται βιαίως, ὅταν ἀκούω τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μου.», σελ. 166

β) ο «Ανώνυμος Έλλην» νιώθει συνταραγμένος, ενώ βρίσκεται εις τη σιγουριά της Δύσης:

«Ναί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀκόμη μίαν φορὰν διὰ πάντα σᾶς τὸ ἐνθυμῶ, ὅτι καιρὸς τῆς δόξης ἔφθασεν, καὶ κάθε μικρὰ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος καταπολλὰ εἰς ἡμᾶς. Ἂς τρέξωμεν λοιπὸν ὅλοι μας, ναί, ὅλοι μας, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἄμποτες κἀγώ, σὺν τοῖς λοιποῖς φιλογενέσι μου, νὰ ἀξιωθῶ ὀγλήγορα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς γλυκυτάτης μου πατρίδος καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι μας ἢ τὴν χαρὰν τοῦ Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα.», σελ.  163

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» ήτο πράγματι πιο «πατριώτης» από τους Ρωμιούς, κατά τον τρόπο που ο ίδιος πίστευε, έπρεπε να ήτο ήδη νεκρός, ή ζωντανός, τότε κάπου στο γεωγραφικό χώρο της σημερινής Ελλάδας ή των επαναστατημένων περιοχών, όχι να διαμένει εις την Εσπερία. Τουλάχιστον θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει, για να μην του αποδίδεται η ρετσινιά του «ὑποκριτοῦ», κάποιο παράδειγμα από τα δικά του «πολεμικὰ ἀνδραγαθήματα», κι όχι να ανατρέχει σε εκείνα της αρχαίας Ελλάδος και του Σουλίου για να πείσει τους υπολοίπους «Ἕλληνας», όταν αυτοί οι Έλληνες θα έδιναν καίρια τη ζωή τους, όπως την είχαν ξαναδώσει προ του 1821 (βλ. Α.Σ. 9).

Αν κυριολεκτούσε και δε ρητόρευε ο  «Ανώνυμος Έλλην», θα μπορούσε να του σημειώσει κανείς, ότι ακριβώς αξίζει να σημειώσει ομοίως κι εις τους νεοπαγανιστές και τους νεοδιαφωτιστές σήμερα· δηλαδή το γράμμα του Παπαφλέσσα εις τον αδελφό του (βλ. Α.Σ. 22).

Έπειτα ο ίδιος συγγραφέας, θεωρεί πως το να χύσει κανείς «ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν» είναι μικρό πράγμα, αρκεί βέβαια να μην είναι το «ιδικό του», δηλαδή του συγγραφέως το αίμα:

«Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας. Ποῖος δὲν κόπτει τὸν δάκτυλον, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ τὴν χεῖρα του; Λάβετε τὰ σπαθία τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σσ. 160-161

Η ρητορική δεινότητα του συγγραφέως είναι πρόδηλη στο παραπάνω εδάφιο, μόνον όταν αυτό σταθμίζεται μαζί με το παρακάτω· εκεί, συμβουλεύοντας τους Έλληνες του εξωτερικού να συμμετάσχουν εις τον αγώνα, το πρώην παραινετικό απαραίτητο «ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν» μετατρέπεται σε απειλή για ποταμούς «αἵματος»:

«...ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες», σελ. 140

Αυτά έχει η ρητορική τέχνη· δεν μπορεί να είναι δόγμα αληθείας εκείνο το ρητό το οποίο διδάσκει στον έναν για το ίδιο ζήτημα, διαφορετικά από ότι εις κάποιον άλλον.

Από τα ανωτέρω δε, έχει γίνει φανερό ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» ορμά εναντίον σχεδόν παντός ανθρώπου της τότε γνωστής «Εὐρωπαϊκῆς Οἰκουμένης»· δεν είναι δηλαδή μόνο οι Έλληνες της εποχής του, εκείνοι οι οποίοι του κάθονται στο λαιμό για την υποδούλωση,  πλην Σουλιωτών και Μανιατών, αλλά επίσης κι όλοι οι Ευρωπαίοι· κι αυτό δείχνει την πολιτική χροιά του έργου του, παρά την εθνική:

α. «Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον! Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;», σελ. 168

β. «Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

γ. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

δ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

ε. «Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται», σελ. 32

Άλλοι διαφωτιστές νιώθοντας ίσως με διαφορετικό τρόπο πατριώτες, δε συμφωνούσαν κι είχαν διαφορετική άποψη για τους Έλληνες και τις δυτικόφρονες απόψεις του «Ανωνύμου του Έλληνος». Έτσι ο Δημήτριος Καταρτζής:

«...απέρριπτε ως κακόβουλο τον υπαινιγμό μερικών Ευρωπαίων ότι εξαιτίας της αιχμαλωσίας τους, η πολιτική κατάσταση των νεότερων Ελλήνων ισοδυναμούσε με εκείνη των αρχαίων ειλώτων, αφού δεν ανταποκρινόταν στο κριτήριο του Αριστοτέλη για την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη, το «μετέχειν κρίσεως καῖ ἀρχῆς». Αντικρούοντας τον ισχυρισμό αυτόν, ο Καταρτζής επισήμαινε, ότι, αν και οι Έλληνες δεν έλεγχαν απόλυτα το κράτος στο οποίο ζούσαν, ωστόσο συμμετείχαν στην διοίκησή του. Η εκκλησιαστική τους ηγεσία, τα πολιτικά του ήθη και οι θρησκευτικές τους παραδόσεις απολάμβαναν της επίσημης αναγνώρισης των κρατούντων και τους συνέδεαν μεταξύ τους σε ενιαίο έθνος. Επιπλέον, πολλά μέλη του γένους καταλάμβαναν εξέχουσες θέσεις στη διοίκηση του κράτους, έχοντας ακόμη και προσωπική πρόσβαση σον ίδιο τον κυρίαρχο ηγεμόνα και συμμετείχαν στις ευθύνες της διακυβέρνησης. Συνεπώς οι Έλληνες μετείχαν "κρίσεως καὶ ἀρχῆς", όπως απαιτούσε ο Αριστοτέλης. τέλος, το γένος διέθετε το δικαίωμα έγγειας ιδιοκτησίας, και σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας οι ελληνικές κοινότητες απέλαυαν προνομίων που προσέγγιζαν την ελευθερία. Προσδίδονταν έτσι στον αριστοτελικό ορισμό του ελεύθερου πολίτη συγκεκριμένο κοινωνιολογικό περιεχόμενο, ο Καταρτζής κατόρθωσε να διατυπώσει τα κριτήρια που προσδιόριζαν τη νεότερη ελληνική εθνότητα. [για τη σύνδεση Καταρτζή & Διαφωτισμού βλ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σσ.199-200, 236-237 και Δημαράς, D. Catargi, Philosophe Gree’, Studies on Voltaire and the Eighteenth Century, 25 (1963), σσ. 509-518]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)

Βέβαια, τον εαυτό του ο «Ανώνυμος Έλλην», όπως κάθε νεοπαγανιστής και νεοδιαφωτιστής που ταυτίζεται μαζί του, δεν θα τον συμπεριλάβει στον μακρύ και ατελείωτο κατάλογο των «δούλων» που καθυβρίζει· διότι όλοι οι προειρημένοι λαμβάνουν από μόνοι τους τη θέση της «ὑπερπατριωτικῆς» φωνής της συνειδήσεως, η οποία δεν μπορεί να φοβάται όσα φοβάται ο αποδέκτης της. Αυτή είναι που πρέπει να μιλήσει για πολιτική επανάσταση· άλλοι βέβαια θα είναι εκείνοι που θα σκοτωθούν για χάρη δική της, αλλά αυτό «δεν έχει» σημασία. Σημασία έχει ότι εκείνη πρέπει να επιμείνει εις τα πιστεύω της με κάθε τρόπο ακόμη κι όταν μιλά με υπερβολές.

Μεγάλα λόγια για τους «300»:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. [...] Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿ αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του»», σσ. 29-30

Υπερασπιστικός λόγος:

«Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω. Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει ότι ο ίδιος έγραφε για πολιτικά ζητήματα και όχι για αδιάφορα θέματα...», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Αληθεύει δηλαδή, ότι αυτή η προειρημένη φωνή της συνείδησης του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» δικαιώνεται, μόνο από τα αποτελέσματα της ίδιας αυτής επανάστασης των «δούλων», παρά από τη ιδική της ικανότητα, διότι η ίδια εκείνη φωνή που χλεύαζε, ή απορούσε με τους Ρωμιούς λέγοντας το «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», λέγει επίσης και τα εξής στη έξοδο του βιβλιαρίου του υπό του τίτλου «Διάλογος ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του Σ. καὶ Κ.»:

«Ο ΣΥΓ. [...] Μάλιστα βλέπεις ὅτι δὲν ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.

Ο Κ. Μερικοὶ δὲν βάζουν τὸ ὄνομά τους, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς κατακρίσεις ὁποὺ τοὺς τυχαίνουν.

Ο Σ. Οὐχί, ὦ Κ. Ὁ φίλος μας δὲν τὸ ἔβαλεν, διὰ τὰς αἰτίας ὁποὺ ἠξεύρομεν.

Ο ΣΥΓ. Σᾶς βεβαιῶ ὡς ἀδελφός, ὅτι καὶ αἱ αἰτίαι ὁποὺ λέγεις ἂν δὲν ἤθελε ἦτον, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤθελα τὸ βάλει, ὡς μὴ ἀναγκαῖον. Ἂν ὅμως ἤθελε γράψει τις ἐναντίον...

Ο Σ. Ἔ, δὲν ἐλπίζω νὰ εὑρεθῇ Ἕλλην τις, νὰ γράψῃ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Εἰπέ μας τώρα τὸ τρίτον αἴτιον.

Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ, μὴν...

Ο Κ. Εἰπέ μοι, εἰπέ μοι, σὲ παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴν τὸ ἀλησμονήσω. Διατί ἔβαλες εἰς τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ὅταν καθ᾿ αὑτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἕνας λόγος...

Ο Σ. Αὐτό, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι σφάλμα ἀσυγχώρητον. Ἐγὼ ἀναγινώσκοντας τὸν τίτλον, ἐνόμιζα νὰ εὕρω τὸν τρόπον τῆς συστήσεως αὐτῆς τῆς διοικήσεως, καί, τοὐναντίον, εὑρῆκα ἄλλα.

Ο ΣΥΓ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό, ὦ ἀδελφοί μοι, καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸ σφάλμα μου, τὸ ἔβαλα ὅμως διὰ...

Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ὁ...

Ο Σ. Ἔ, νὰ τὸν πάρῃ ἡ κατάρα!

Ο ΣΥΓ. Ὑπομονή! Αὔριον ἑτοιμασθῆτε νὰ μοῦ δώσητε τὴν γνώμην σας εἰς πολλὰ ζητήματά μου. Ἔρρωσθε.», σελ. 170

Να τι λέει μία σελίδα περί του άνωθι διαλόγου για να καταπεισθεί ο αναγνώστης κι από διαφορετική κριτική πηγή πέρα της παρούσης:

α. «Βέβαια δεν αποκλείονται καθόλου στο διάλογο οι λόγοι της συνωμοτικότητας. Η διαπίστωση του ενός από τους δύο φίλους και συνομιλητές ότι δεν έβαλε τ΄ όνομά του για τους λόγους που ξέρουμε  αλλά και το συνωμοτικό πνεύμα με το οποίο διεξάγεται η συγκεκριμένη συζήτηση δείχνουν ότι η ανάγκη της μυστικότητας ήταν σημαντική για την επιβίωση του συγγραφέα του έργου. Ο συγγραφέας μας το δίνει επίσης να το καταλάβουμε αυτό με τον τρόπο που τελειώνει ο διάλογος των τριών φίλων  στο τέλος του έργου. Αναγκάζονται να τον διακόψουν, επειδή τους πλησιάζει ανεπιθύμητο πρόσωπο, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει  να καταλάβει το περιεχόμενο της συζήτησής τους» (Πηγή: http://www.alfavita.gr/artra/art5_4_9_826.php)

β. Επίσης ο Κιτρομηλίδης μαρτυρεί: «Αυτό ήταν το μήνυμα και ενός άλλου πατριώτη, που κατέφυγε στην προστασία της ανωνυμίας, προκειμένου να εκφράσει ανεμπόδιστα την επαναστατική του πρόσκληση», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 343)

Στις άνωθεν σημειώσεις δε διαφεύγει ότι η συνωμοσία εμφανίζεται υπό του φόβου σύλληψης κι απώλειας της ζωής. Κι εδώ είναι όλο το τραγελαφικό της ηρωοποίησης του «Ανωνύμου του Έλληνος» από όλους εκείνους τους «προοδευτικοὺς», έναντι των μετέπειτα πραγματικών επαναστατών και πολεμιστών Χριστιανών Ρωμιών -«δούλων» για τον συγγραφέα- Ελλήνων, που πλήρωσαν με τη ίδιο τους το αίμα, όσο μελάνι έχυσαν και χύνουν «ηρωικά» κάποιοι άλλοι χλευάζοντάς τους. Διότι βασικά, ο συγγραφεύς αυτός κατηγορεί διαρκώς όλους τους υπολοίπους για κάτι που ενδιέφερε άμεσα κι αυτόν τον ίδιο:

«....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14

Το ερώτημα είναι: θα «ἔκλινε κανεὶς τὸν αὐχένα» [«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»] αν δεν επρόκειτο να χάσει τη ζωή του όπως τον «ἔκλινε» ο  «Ανώνυμος Έλληνας» εις την Εσπερία σιγώντας έμπροσθεν του κινδύνου;

Επιπλέον, ενώ ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» παρατηρούσε πως ο «ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του» ο κάθε άνθρωπος, αντιθέτως όταν μιλούσε για πολιτικούς «δούλους» και δηλαδή για τον δικό του εαυτό, εξοστράκιζε αυτόν τον «στοχασμὸν» ως «μὴ ἀναγκαῖον»:

«Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας [...] Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», σσ. 51-52

Γιατί λοιπόν σήμερα κάποιοι αποδέχονται τη ρητορική του τέχνη ως «ἱστορικήν ἐπιστήμην τοῦ ἡρωϊσμοῦ» καθιστώντας όλους τους υπολοίπους της εποχής εκείνης δειλούς ή «δούλους»; Μήπως ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν ήταν εκείνος που θεωρητικά υποστήριζε, ενώ πρακτικά παράβλεπε, ότι:

α. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25

β.  «Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του», σελ. 30

γ. «Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; », σσ. 52-53

Ουσιαστικά η απόκρυψη των επαναστατικών πολιτικών ιδεών του «Ανωνύμου του Έλληνος» έμπροσθεν ενός αγνώστου κι η απόκρυψη του ονόματός του εις το σύγγραμμά του, άλλο τι δε δείχνει παρά το ότι ορισμένες ενέργειες χρειάζονται προσοχή και περίσκεψη δίχως φανερούς «ἡρωϊσμοὺς» αυτοκτονίας, οι οποίοι άλλο τι δεν είναι παρά «σφάξον με ἀγὰ μου νὰ ἀγιάσω» κι όπου ο «ἀγιασμὸς» τυγχάνει να είναι κοσμικές αποδόσεις:

«Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.

Ἀλλ᾿ εἰς τὴν νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν, παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.», σελ. 26

Τις παρακάτω κοσμικές αποδόσεις «ἀγιασμοῦ» παραδίδει με το στόμα του Σπαρτιάτη Λεωνίδα ως εθνική διδασκαλία ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην», παρότι δεν μπαίνει στον κίνδυνο της καταγγελίας του, μήτε δημοσιεύοντας το όνομα του, μηδέ μιλώντας περί τέτοιων ζητημάτων σε γνωστούς αντιεπαναστάτες:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των. Ἂς ὑπάγωμεν λοιπόν. Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿ αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του». Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκφράσω τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκείνου τοῦ ἥρωος, καὶ τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν ἐπακολούθων αὐτοῦ; Τὰ τοιαῦτα, ὦ Ἕλληνες, δὲν γράφονται, οὔτε διηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον αἰσθάνονται.», σσ. 29-30

Η αποφυγή της άσκοπης θυσίας «ὑπὲρ πατρίδος», -«ὑπὲρ πίστεως» ούτε συζήτηση-, εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος» αποδίδεται δια στόματος ιδίου:

«Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου.», σελ. 170

Παράλληλα ο στοχασμός του αναφέρει:

«Οἱ νῦν ἀρχιστράτηγοι τῶν ἀλλογενῶν, ἀφοῦ κατὰ συνήθειαν προστάξωσιν ὅσα ἔμαθον νὰ λέγωσι, τότε ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰ ὄπισθεν, μὲ πρόφασιν διὰ νὰ μὴν βάλουν εἰς κίνδυνον τὰ στρατεύματα μὲ τὸν χαμὸν τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτως πολλάκις κλέπτουσι τὴν τιμὴν μιᾶς νίκης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἔλαβον ἴσως τὸ παραμικρὸν μέρος», σελ. 153

Ενώ λοιπόν ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» επιθυμεί να ζήσει συνωμοτώντας, αποφεύγοντας τους άκαιρους «ηρωισμούς» κι αναγνωρίζοντας παράλληλα την ύπαρξη ευνοϊκών καιρών [«Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160 & «Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι...», σελ. 139], κατακρίνει τους ιερείς δια το ότι δεν κηρύττουν δημοσίως από άμβωνος στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα (β) όσα αυτός δεν τολμά να παρουσιάσει ανοικτά σε 2-3 γνωστούς του εις την απόμακρην Δύσην:

«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; », σελ. 122

Επειδή η «Ελληνική Νομαρχία», ως πολλές φορές ελέχθη, έχει στην ουσία ρητορική βάση κι είναι σαθρή για τις υπερβολές της, θα πρέπει να λεχθεί τούτο το τελευταίο στην παρούσα ενότητα. Ο συγγραφεύς της, αυτός που καθυβρίζει τους πάντες περί «δουλείας», είναι κι αυτός με την σειρά του «δοῦλος» και προσπαθεί ομοίως «νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», όπως παρουσιάσθηκε ανωτέρω.

Με άλλα λόγια, η «Ἕλληνική Νομαρχία» δεν είναι τίποτα άλλο, κι αυτό αφορά τους σύγχρονους νεοπαγανιστές, νεοδιαφωτιστές που την προωθούν, παρά ένα «βιβλιάριον» ενός «δούλου» που παραλήπτες έχει «τοὺς λοιποὺς δούλους» ομότεχνούς του. Εκείνος, ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν που χλευάζοντας υπερήφανα τους υπολοίπους έκφερε το παρακάτω, την ώρα που συνωμοτικά σιωπούσε έμπροσθεν του πιθανού κινδύνου της καταδόσεώς του και της αφαιρέσεως της ζωής του:

«[...] Δὲν προφέρουσι πλέον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας μὲ φόβον, μήπως καὶ τοὺς ἀκούσωσιν οἱ προεστοὶ ἢ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς κηρύξουσιν ἀθέους, ὡς πρότερον ἔκαμνον, ἀλλὰ τὸ προφέρουσι μὲ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, ὁποὺ οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχωσι». (σελ. 151)

Τρέμοντας για την ίδια τη ζωή του, στην πολύ πιο ήπια σε συνθήκες Εσπερία, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα βροντοφωνάξει και θα τον θαυμάσουν οι «προοδευτικοί» της σύγχρονης Ελλάδος καθισμένοι εις τα αναπαυτικά τους γραφεία:

«Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; (!) Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται; Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις; Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς, καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Αληθεύει πως όταν φοβάται κανείς για την ίδια του τη ζωή, περιμένει τους άλλους να «ἐκβγάλουν τὸν ὅφιν ἔκ τῆς ὁπῆς»:

«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.», σελ. 122

Θα πρέπει να του αποδοθεί πίσω στον «Ανώνυμο Έλληνα» η δική του διδασκαλία:

«ὁ ἐλεύθερος ἀγαπᾶ τὴν ζωήν του, ὡς καὶ ὁ δοῦλος, καὶ περισσότερον. Ἂν δέ, εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, μὲ τόσην ἀδιαφορίαν τὴν θυσιάζει καὶ μὲ εὐχαρίστησιν, αὐτὸ ἀκολουθεῖ μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶ περισσότερον τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, μὲ τὸ νὰ μὴν ξεχωρίζῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς δούλους δὲν εὑρίσκεται.», σελ. 43

Δύο πράγματα συμβαίνουν· είτε ο «Ανώνυμος Έλλην» ήτο δειλός ή παράλογος:

α. «ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161

β. «τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου», σελ. 37

Παράλογος γιατί μέσα στο ίδιο το «βιβλιάριόν» του αναλίσκεται εις τον τονισμό της αξίας της πολεμικής τακτικής σε αρκετές σελίδες. Λοιπόν, τί αξία μπορεί να ʼχει η τακτική, αν είναι κανείς να πολεμήσει ενάντια σε «δειλοὺς», τους οποίους άλλωστε φοβάται;

«...ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161

 

Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ’ Άμβωνος»

 

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΤΟΠΗΜΑ του ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ

 

Διαβάζοντας κανείς την «Ελληνική Νομαρχία» αντικρίζει μέσα της μία Ορθόδοξη Εκκλησία που αποτελείται από Πατριάρχες, Επισκόπους, Αρχιμανδρίτες, Μοναχούς κι Ιερείς, «αγράμματους», «προδότες», «άρπαγες», «χρυσολάτρες» «μέθυσους», «κλέφτες», «γαστρίμαργους», «αρσενοκοίτες», «μοιχούς» κ.λ.π., παρότι ως ελέχθη τα παραδείγματά της είναι εξόχως λειψά για να αποτελούν μια ιστορικά  γενικευμένη αλήθεια.

Σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» αυτές οι ρηθείσες ομάδες ανθρώπων «κλέβουν» το λαό, είναι «αμαθείς», διδάσκουν την «υποταγή» προς το Σουλτάνο και γενικά με κάθε τρόπο «καταπιέζουν» τους Έλληνες...

Όλες αυτές οι περιγραφές, αν αληθεύουν με τον τρόπο που ο ίδιος ο συγγραφέας διηγείται, θα περίμενε κανείς να προκαλούν τεράστια αποστροφή για τα ανωτέρω πρόσωπα σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο στον σημερινό αναγνώστη, αλλά ιδιαίτερα εις τους Έλληνες Ρωμιούς την εποχή του 1821.

 Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Ο ίδιος συγγραφεύς υποστηρίζει πως ο ρωμαίικος λαός, αντί να τους αποστρέφεται, τους άκουγε πειθήνια ωσάν αυτά τα ιερά πρόσωπα να μην αποτελούν καμία «βδελυρή» ομάδα ανθρώπων:

α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν», σελ. 123

β. «Την αντίδραση του Γένους εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και τη θέληση του να μη συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, ενσάρκωνε στην πράξη το κίνημα των Κλεφτών. Οι Κλέφτες ήταν αντάρτες των βουνών, που φεύγοντας την καταπίεση των Τούρκων ή των Ελλήνων κυρίων τους, σχημάτιζαν στα βουνά οπλισμένες ομάδες, που ζούσαν με τη λεηλασία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλουσίων Ελλήνων γαιοκτημόνων. Έδειχναν όμως παραδειγματικό σεβασμό στην κλήρο και προστάτευαν τους φτωχότερους αγρότες. Ζούσαν συνεχώς "μὲ τ’ ἄρματα στὸ χέρι". Ο πόλεμος ήταν γι’ αυτούς τρόπος ζωής και η λεηλασία βιοπορισμός. Δεν έπεφταν όμως καθόλου στη λαϊκή συνείδηση. Τόσο ο λαός, όσο και κληρικοί και μοναχοί, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να τους βοηθούν και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Κλέφτες, με την ένοπλη αντίστασή τους, συντηρούσαν, ένα πνεύμα ακριβώς στους αντίποδες του ραγιαδισμού. Ήταν το πνεύμα, που κρατούσε μόνιμα αναμμένη την επαναστατική φλόγα.», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σσ. 97-98)

Αυτό που εύχονταν ο «Ανώνυμος Έλλην» για τους Ρωμιούς ιερείς δε συνέβη: «Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

Ο διαφωτισμός δεν ήταν μια «επανάσταση εθνική»· ήταν μια «επανάσταση πολιτική», που σημαίνει πως μετά την εθνική επανάσταση των Ελλήνων, η ουσία του διαφωτισμού θα επιτυγχάνονταν με νόμους και αλλαγές εις την κοινωνική διάταξη.

Αναλογίζεται δε τόσο καλά ο «Ανώνυμος Έλλην» την προσήλωση του λαού προς τους ορθοδόξους ιερείς, ώστε αδυνατεί να φανταστεί κάποιον άλλον που να έχει τόση ισχυρή επαναστατική επιρροή εις τους Έλληνες στη δική του εποχή· γι’ αυτό θέλει να τους προσεταιρίσει στο δικό του πολιτικό άρμα:

«Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, ἀφοῦ ἀκούσουν ἐλευθερίαν, τοὺς φαίνεται μία ἀθανάσιμος ἁμαρτία. Τί λοιπὸν διδάσκουσι τὸν ἁπλούστατον λαόν; Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; Φέρουσιν ἴσως τὰς παραβολὰς τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ νὰ παρακινήσωσιν τοὺς ἀκροατὰς εἰς τὴν ὁμόνοιαν; Ἐξηγοῦσιν ἴσως τὴν πρώτην καὶ μεγάλην ἐντολὴν τοῦ «Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, ὡς ἑαυτόν»; Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται; Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις; Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς, καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Η βαρύτητα της τελευταίας πρότασης του συγγραφέως είναι σημαντικός παράγον για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την ευρύτερη αποδοχή των λόγων των Εκκλησιαστικών από τους λαϊκούς κύκλους της εποχής του 1821. Με άλλα λόγια, όταν ο ίδιος ο συγγραφέας επιθυμεί εκείνοι που υβρίζει υποτιμητικά, εκείνοι να είναι που θα διδάσκουν όσα αυτός υποστηρίζει, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να παραδέχεται πως η γνώμη των Εκκλησιαστικών κύκλων είχε, όπως κι έχει, μεγάλη αποδοχή εις τον Ελληνικό λαό:

«(8) Δημ2: ...εσείς οι επίσκοποι έχετε ένα ακροατήριο από κάτω· υπάρχει κόσμος που σας ακούει, σας πιστεύει, σας εμπιστεύεται κι έχει μια αξία ο λόγος σας πολλαπλή.», (Πρβλ. «Μη λαλείς επ Ἀμβωνος», σταθμός Mega Channel)

Η κατάληξη δε αυτού του συμπερασμού είναι πως, οι διαφωτιστικές ιδέες της αποστροφής προς το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήταν το 1821 στην κυριολεξία τραγική μειοψηφία η οποία έχει διογκωθεί εις το νου του σημερινού αναγνώστη, τόσο ένεκα της δημοσιότητας που αποδίδουν εις το κείμενο αυτό νεοπαγανιστικοί και νεοδιαφωτιστικοί κύκλοι μέσα εις την προσπάθειά τους να την επιμηκύνουν ιστορικά προς τα πίσω, όσο και λόγω του σύγχρονου ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο κατά περιπτώσεις και με «φραντζέζους καθηγητὰς» ποιοί συγκρίσεις διαφωτισμού κι εκκλησιαστικών κύκλων με ελαφρώς πειραγμένα σταθμά (παρουσιαζόμενα δεδομένα) σε καίρια ζητήματα για τις κριτικές αποφάσεις των σπουδαστών.

«Στην πραγματικότητα, η καθ’ αυτό αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει ελάχιστη έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε: Πρόκειται κυρίως για ανώνυμα κείμενα, όπως ο Λίβελλος -κάποτε και έμμετρα- ή Ελληνική Νομαρχία, κάποιες επιστολές και ορισμένα κείμενα του Κοραή - ο οποίος όμως σε πολλά άλλα κείμενα του, όπως είδαμε, υποστηρίζει ευθέως την Ορθοδοξία και τον παιδευτικό της ρόλο. Τα κείμενα των λογίων που υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα, αλλά η επιλεκτική χρήση των αντικληρικαλικών κειμένων από εκείνους τους σύγχρονους ιστορικούς και διανοουμένους που -καθόλου τυχαία- υποτιμούν την εθνική διάσταση των προβλημάτων του σύγχρονου ελληνισμού, έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη υπερτίμηση αυτών των κειμένων και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του "φωτισμοῦ τοῦ γένους"», (Πηγή: Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ. 102-103)

«Ο Λόγιος Ερμής άρχισε να βγαίνει την 1η Ιανουαρίου του 1811, επέρασε ύστερα στα χέρια του Θεόκλητου Φαρμακίδη στα 1813, κατόπιν στον Δημήτριο Αλεξανδρίδη στα 1814, που εξέδιδε τότε ένα άλλο περιοδικό, τον Ελληνικό Τηλέγραφο, και τέλος στον Θεόκλητο Φαρμακίδη και στον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη· όταν ο Φαρμακίδης εσυνέχισε μόνος την έκδοση, ως το τέλος της, Μάιο του 1821. Φανερό από όλα αυτά ότι ο Λόγιος Ερμής επέρασε από ποικίλες δυσκολίες, των οποίων κύρια αφορμή ήταν η αχρηματία. Δύο φορές εσταμάτησε η έκδοσή του. Εβοηθούσαν, βέβαια, οι ολίγοι και φωτισμένοι (sic), όπως ο Αλέξανδρος Βασιλείου, ο φίλος του Κοραή, ή το Λύκειο Βουκουρεστίου· αλλά το κοινό δεν παρακολουθούσε: στα 1815 ο Αλεξανδρίδης γράφει ότι ο "Λόγιος Ἑρμῆς" είχε στο σύνολο καμιά δεκαριά συνδρομητές "ἔξω"· υποθέτω ότι εννοεί από το εξωτερικό. Στα 1819 έγινε προσπάθεια για να συσταθεί μια εταιρία χορηγών για την έκδοση του περιοδικού, αλλά δεν φαίνεται να ευοδώθηκε το σχέδιο τούτο. Έτσι όταν μιλούμε για την ακτινοβολία του Λόγιου Ερμή στα χρόνια εκείνα, πρέπει να νοούμε την έμμεση ακτινοβολία, εκείνη που εγινόταν μέσα από τους λογίους και τους δασκάλους όσοι παρακολουθούσαν την έκδοση του περιοδικού», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 378)

 Η άποψη του ίδιου του «Ανωνύμου του Έλληνος» αρκεί πάντως για να κουτσουρέψει αυτή την ιδέα της «πλατιὰς ἀπηχήσεως»:

«Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν. Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι.», σσ. 119-120

Όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» αγανακτεί επειδή οι «ἱεροκήρυκες» δε διδάσκουν τον λαό όσα αυτός επιθυμεί, αναγνωρίζει ότι κανείς άλλος δεν υπάρχει εκεί για να το πράξει:

α. «Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες»;

β. «Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ.119.

Τραγική επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού είναι τόσο η απουσία του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας» εις την ασφαλέστερη Δύση από το φόβο περί απώλειας του, ή εν πάση περιπτώσει η προσφυγή του εκεί προς κρυφή ανάπτυξη των επαναστατικών ιδεών του, αι οποίες εις την Ελλάδα θα είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις επί του ιδίου, όσο κι η «ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν»· δηλαδή κάποιων άλλων σε θέση «πνευματικοῦ ὁδηγοῦ» αντί της Ορθοδόξου Εκκλησίας: 

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», σελ. 98

Αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί νεοπαγανιστή ή κάποιο αντίχριστο, που ενώ αντιπαθεί τους εκκλησιαστικούς σαν τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα», ταυτόχρονα παρακαλεί την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία να διδάσκει εκείνη Ησίοδο ή νεοπλατωνική φιλοσοφία ή αντιχριστιανισμό παρά αυτός; [«Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;»] Σαφώς κι όχι. Ο «Ανώνυμος Έλληνας» όμως, αυτό ζητούσε εις την εποχή του από την Εκκλησία. Να διδάσκει πολιτικό διαφωτισμό στη θέση τη δική του, γνωρίζοντας κι αναγνωρίζοντας δηλαδή την αγάπη που είχε ο Ρωμαίικος λαός προς το Ορθόδοξο κι αμαρτωλό / ανθρώπινο σαν όλους, Ιεράτευμα, όπως παράλληλα αναγνώριζε την απουσία επιπλέον ικανών ανθρώπων καταγομένων από τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της υπόδουλης Ελλάδος.

Αυτό λοιπόν είναι εν τέλει το ατόπημά του «Ανωνύμου του Έλληνος»· ότι παρουσιάζει μια Εκκλησία γενικά μισητή για τα «ἀνάρμοστὰ» της έργα, ενώ αναγνωρίζει ότι μόνον εκείνος ή ο στενός του διανοουμενίστικος κύκλος τη θεωρεί ως τέτοια, αντιπαθώντας την. Σε αυτό τον αντιγράφουν στην απαρχή του 21ου αιώνα οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές.

α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν...», σελ. 123

β. «Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139

 

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

 

 

ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821;

 

Στην ανωτέρω ενότητα έγινε νύξη για την ευρύτητα του κινήματος του Διαφωτισμού εις την Ελλάδα. Εδώ θα παρατεθούν περισσότερα στοιχεία για την απάντηση εις την ερώτηση του τίτλου.

Ένας από τους πιο γνωστούς και κυριότερους μελετητές του σύγχρονου διαφωτισμού σημειώνει τα εξής για το «εύρος» του διαφωτιστικού κινήματος στην Ελλάδα και την απήχησή του στις ευρείες λαϊκές μάζες:

α. «Με την απόφασή τους να μεταφέρουν τις προσπάθειες τους από τις πρωτεύουσες του Διαφωτισμού στο μελλοντικό πεδίο της επανάστασής τους, πέτυχαν την ενότητα θεωρίας και πράξης που δεν κατορθώνουν πάντοτε οι επαναστάτες διανοούμενοι. Η οργανωτική τους βάση [Ρήγα Βελεστινλή και στενών του συνεργατών] ήταν βέβαια υποτυπώδης», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 315-316)

β. «Η επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με κορυφώσεις τους δύο εμφυλίους πολέμους στα 1823-1824. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι δυτικόφρονες διανοούμενοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία και, εξαιτίας των ιδεών τους, μειοψηφία όχι ιδιαίτερα δημοφιλή»., (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 467)

γ. «Οι νέες ιδέες και η φιλελεύθερη προδιάθεση περιοριζόταν ως επί το πλείστον μεταξύ των νέων εμπόρων και των διανοουμένων, που διατηρούσαν άμεσες ή έμμεσες επαφές με τη Δύση. Ο Διαφωτισμός έγινε δεκτός κατά κανόνα με καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα σε όλα σχεδόν τα άλλα κοινωνικά περιβάλλοντα στην Ελληνική Ανατολή [...] όχι μόνο απομονώθηκαν πολιτικά τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά στοιχεία, αλλά οι πλουσιότεροι έμποροι, οι οποίοι βαθμιαία απέκτησαν συμφέροντα στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, ένωσαν τις δυνάμεις τους με τα παλαιότερα ολιγαρχικά στοιχεία και μετέβαλαν τις φιλελεύθερες επιδιώξεις τους [...] οι διαφοροποιήσεις στη στάση και στη θέση ισχύος των εξευρωπαϊσμένων εμπορικών στοιχείων στην ελληνική κοινωνία στέρησαν τη διανόηση του Διαφωτισμού από τους φυσικούς της κοινωνικούς συμμάχους [...] Αυτό εξηγεί τη βαθμιαία διάβρωση και την τελική απώλεια των ισχνών ούτως ή άλλως κοινωνικών βάσεων του Διαφωτισμού, εξέλιξη που σφράγισε την πολιτική μοίρα του φιλελευθερισμού.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 506)

δ. «...οι διαφωτιστές δεν φαίνεται να είχαν συνειδητοποιήσει την εσωτερική αντίφαση μεταξύ της πνευματικής ανάπτυξης μεταξύ της πνευματικής ανάπτυξης και της αναιμικής κοινωνικής βάσης της θεωρητικής τους θέσης. Η εσωτερική αυτή αντινομία συνδεόταν με τη θέση των οπαδών του Διαφωτισμού στην ελληνική κοινωνία:  αποτελούσαν μια ισχνή μερίδα του πληθυσμού συγκεντρωμένη στις εμπορικές πόλεις των Βαλκανίων και της Δυτικής Μικράς Ασίας και στις κοινότητες της ελληνικής διασποράς, από δε τη φύση των πραγμάτων παρέμειναν γενικά απομονωμένοι από την κύρια μάζα μιας παραδοσιακής θρησκευτικά προσανατολισμένης και αναλφάβητης σε μέγιστο ποσοστό αγροτικής κοινωνίας. Απομονωμένοι κατά το πλείστον από το κύριο σώμα της κοινωνίας, την οποία ήθελαν να ποδηγετήσουν και να μεταρρυθμίσουν, οι οπαδοί του Διαφωτισμού είχαν επιπλέον να αναμετρηθούν με τους συντηρητικούς εκπροσώπους της συμβατικής ιδεολογίας. Οι συνακόλουθες διαμάχες διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στους κόλπους της λόγιας παιδείας και δεν ανατάραξαν τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 500)

ε. «Στην πραγματικότητα, η καθ’ αυτό αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει ελάχιστη έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε: Πρόκειται κυρίως για ανώνυμα κείμενα, όπως ο Λίβελλος -κάποτε και έμμετρα- ή Ελληνική Νομαρχία, κάποιες επιστολές και ορισμένα κείμενα του Κοραή - ο οποίος όμως σε πολλά άλλα κείμενα του, όπως είδαμε, υποστηρίζει ευθέως την Ορθοδοξία και τον παιδευτικό της ρόλο. Τα κείμενα των λογίων που υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα, αλλά η επιλεκτική χρήση των αντικληρικαλικών κειμένων από εκείνους τους σύγχρονους ιστορικούς και διανοουμένους που -καθόλου τυχαία- υποτιμούν την εθνική διάσταση των προβλημάτων του σύγχρονου ελληνισμού, έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη υπερτίμηση αυτών των κειμένων και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του "φωτισμοῦ τοῦ γένους"», (Πηγή: Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ. 102-103)

στ. «Ο Λόγιος Ερμής άρχισε να βγαίνει την 1η Ιανουαρίου του 1811, επέρασε ύστερα στα χέρια του Θεόκλητου Φαρμακίδη στα 1813, κατόπιν στον Δημήτριο Αλεξανδρίδη στα 1814, που εξέδιδε τότε ένα άλλο περιοδικό, τον Ελληνικό Τηλέγραφο, και τέλος στον Θεόκλητο Φαρμακίδη και στον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη· όταν ο Φαρμακίδης εσυνέχισε μόνος την έκδοση, ως το τέλος της, Μάιο του 1821. Φανερό από όλα αυτά ότι ο Λόγιος Ερμής επέρασε από ποικίλες δυσκολίες, των οποίων κύρια αφορμή ήταν η αχρηματία. Δύο φορές εσταμάτησε η έκδοσή του. Εβοηθούσαν, βέβαια, οι ολίγοι και φωτισμένοι (sic), όπως ο Αλέξανδρος Βασιλείου, ο φίλος του Κοραή, ή το Λύκειο Βουκουρεστίου· αλλά το κοινό δεν παρακολουθούσε: στα 1815 ο Αλεξανδρίδης γράφει ότι ο "Λόγιος Ἑρμῆς" είχε στο σύνολο καμιά δεκαριά συνδρομητές "ἔξω"· υποθέτω ότι εννοεί από το εξωτερικό. Στα 1819 έγινε προσπάθεια για να συσταθεί μια εταιρία χορηγών για την έκδοση του περιοδικού, αλλά δεν φαίνεται να ευοδώθηκε το σχέδιο τούτο. Έτσι όταν μιλούμε για την ακτινοβολία του Λόγιου Ερμή στα χρόνια εκείνα, πρέπει να νοούμε την έμμεση ακτινοβολία, εκείνη που εγινόταν μέσα από τους λογίους και τους δασκάλους όσοι παρακολουθούσαν την έκδοση του περιοδικού», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 378)

Μόνο έτσι κανείς, δηλαδή αντιλαμβανόμενος την περιθωριοποίηση και την μικρή ευρύτητα του ελληνικού διαφωτισμού, μπορεί να αντιληφθεί το παράπονο του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας»:  «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται.», σελ. 112

Υποτίθεται πως άνευ της «ἀμαθείας» ο λαός θα ακολουθούσε τις πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες του διαφωτισμού. Όμως, αν αυτή η μη συμμετοχή του λαού στο Διαφωτισμό ήταν «ἀμάθεια», τότε τι μπορεί να ήταν η αποστροφή ανώτερων λόγιων διαφωτιστών προς τις ακραίες ιδέες του Διαφωτισμού; δεν μεταστράφηκε αργότερα ο Ευγένιος Βούλγαρης έναντι αυτών σαν προσέγγιζαν την απόρριψη του Χριστιανικού Θεού;

Αυτός λοιπόν ο χαρακτηρισμός του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι μια πικρία, σαν αυτές που λόγιοι εκτόξευαν αναμεταξύ τους όταν δε συμφωνούσαν. Κι επειδή ο λαός δεν ακολουθούσε τους διαφωτιστές, κατά το βαθμό που οι διαφωτιστές θα επιθυμούσαν, αναγκαστικά επέσυραν τα σκώμματα επί των αντιπάλων των.

Ως γνωστό, υπάρχουν απόψεις νεοδιαφωτιστών, σύμφωνα με τις οποίες οι διδασκαλίες κι η αγάπη για την αρχαία Ελλάδα των ιδεολογικών τους προγόνων ήταν εκείνες που προκάλεσαν την επανάσταση του 1821 και έφεραν το αίσιο αποτέλεσμα· ειδάλλως, σύμφωνα μ’ αυτούς, η Ελλάς θα είχε παραμείνει υπόδουλη «υπακούοντας τις όποιες "αντεπαναστατικές" διδαχές των Εκκλησιαστικών κύκλων».

Πέρα όμως του ότι επαναστάσεις Ρωμιών Ελλήνων έναντι των Οθωμανών, έστω κι ανεπιτυχείς, υπήρξαν προ του Διαφωτισμού και προ του 1821, ειδάλλως θα πρέπει να υποθέσει κανείς ότι κανείς λαός δεν εξεγέρθηκε ποτέ στην ιστορία μέχρι να εμφανιστεί ο διαφωτισμός, υπάρχει κάτι ακόμη που εξασθενεί την ιδική τους επιχειρηματολογία. Κι αυτή δεν είναι παρά η ίδια η δική τους φαρέτρα βιβλιοστασίου η οποία συμπεριλαμβάνει την «Ελληνική Νομαρχία τοῦ Ανωνύμου του Έλληνος».

Σύμφωνα με την τελευταία, «αυτή» η επανάσταση των Ελλήνων, δηλαδή η αναμενόμενη του «1821», θα πετύχαινε μόνο και μόνο επειδή η αυτοκρατορία των Οθωμανών είχε γεράσει· κι αυτό το γήρας όπου υπάρχει, ως λέγει ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν αφήνει χώρο για καμία άλλη αιτία, ούτε διαφωτιστική επομένως:

«Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.

Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον, ὅταν εἶναι αὐτή.», σελ. 147

Έπειτα οι ίδιοι τότε Διαφωτιστές σύρθηκαν από τα γεγονότα της επανάστασης εκείνου του λαού που είχε χλευάσει για αμάθεια («Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ...»):

«Οι δημοκρατικοί ιδεολόγοι μπορούσαν να ελπίζουν ότι είχε επέλθει η ώρα για να μεταβληθεί ο Διαφωτισμός σε κοινωνική πράξη. Μολονότι δεν είχαν αρχίσει οι ίδιοι τον αγώνα της ανεξαρτησίας, είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 457)

Ας μη ξεχνά ο αναγνώστης την δυνητικά «επόμενη» ή «ακόλουθη», μέσα σε εισαγωγικά, επανάσταση των ελλήνων η οποία θα πετύχαινε σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα». Εκεί υπάρχει ακόμη ένα ιστορικό ψεύδος και μια διαστρέβλωση εκ μέρους των διαφωτιστών και των νεοπαγανιστών το οποίο καταφέρνει και ξεγελά αρκετούς σύγχρονους μελετητές.

Ως ελέχθη, το ελληνικό έθνος παρουσίασε επαναστατικά κινήματα προ του 1821 και προ Διαφωτισμού τα οποία απέτυχαν. Ακόμη και μετά από προσπάθειες του ελληνικού Διαφωτισμού, εμφανίστηκαν ελληνικές εξεγέρσεις οι οποίες απέτυχαν ομοίως· για παράδειγμα η «Ελληνική Νομαρχία» τυπώθηκε στην Ιταλία το 1806· η εξέγερση του Ιερού Λόχου απέτυχε το 1821· μα κι αυτό το «έπος» του «1821» δεν είναι παρά μια σύμβαση ημερομηνίας. Η «Μεγάλη Ιδέα» διατηρήθηκε μέχρι και την καταστροφή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία το 1922 και τον διωγμό των εκεί Ελλήνων· δηλαδή έναν αιώνα αργότερα.

 Οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές θα χρεώσουν στο Διαφωτισμό την επιτυχημένη επανάσταση του 1821 ενώ θα επιρρίψουν τις αποτυχημένες επαναστάσεις στους προ Διαφωτισμού, ή θα τις εξαφανίσουν ιστορικά. Παράλληλα, ουδέποτε θα χρεώσουν στις ιδέες του Διαφωτισμού, την καταστροφή του ελληνισμού που κορυφώθηκε στη Σμύρνη, αν και δε λείπουν επιτυχημένες επαναστάσεις τις οποίες οι διαφωτιστές μνημονεύουν π.χ. στη Σερβία  του Καραγιώργη

Ακόμη χειρότερα, για τους νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, που όλες τις επαναστατικές επιτυχίες του ελληνισμού επιθυμούν να τις χρεώνουν στο Διαφωτισμό και στο πνεύμα του, ο «Άνώνυμος Ἕλλην» υπαινίσσεται ότι τα ήθη των Ελλήνων κι η [Χριστιανική], θρησκεία είναι εκείνα τα στοιχεία που θα φέρουν την πολυπόθητη ελευθερία των πρώτων:

«Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα [τρίτη] αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσίς των. [...] Τέλος πάντων φιλόθρησκοι καὶ εἰς τὸ ἄκρον ἐναντίοι τῶν ὀθωμανῶν. [...] Ἡ διοίκησις, ἡ θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω, τῶν περιστάσεων.», σσ. 147-155

Τέλος, ο «Ανώνυμος Έλλην» διαπιστώνει αυτό που δε θέλουν επ’ ουδενί λόγο να παραδεχθούν οι αντίπαλοι του Χριστιανισμού παγανιστές εθνικιστές. Ότι ο Χριστιανισμός διέσωσε το ελληνικό στοιχείο:

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της...», σελ. 156

«Τὰ ἤθη, λοιπόν, καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν Ἑλλήνων προδεικνύει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς των.», σελ. 157

 

 

 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» 2011

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΓΙΑ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ & ΝΕΟ-ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ

 

Ίσως αρκετοί αναγνώστες, μελετώντας την «Ελληνική Νομαρχία», να πείσθηκαν πως το όνειρο του «Ανωνύμου του Έλληνος» μετά την επανάσταση του 1821 επιτεύχθηκε κι ο λαός της Ελλάδος, αλλά και του κόσμου όλου, έπαψε να είναι εκείνος «δοῦλος», που φαντάστηκε ο συγγραφέας της.

Συνέπεια του συμπερασμού αυτού θα ήτο πως οι ψόγοι του «Ανωνύμου του Έλληνος» δε θα έπρεπε πλέον να υφίστανται κατά των Ελλήνων, εφόσον η επανάσταση έφερε την πολυπόθητη «ἐλευθερίαν» και το «ἱερατεῖο» έπαψε να είναι «υπεύθυνο» για τα δεινά της Ελλάδος, δηλαδή για την κατοχή της από τους Ρωμαίους (!) και τους Τούρκους (!), σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα.

Η αλήθεια ίσως να ήταν διαφορετική σήμερα, αν ζούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» στη σύγχρονη Ελλάδα· μάλλον θα συνέχιζε καθυβρίζοντας τους πάντες, ακόμη και τους νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές αυλοκόλακές του, που θαρρούν πως στόχος του «Ανωνύμου του Έλληνος» ήταν οι «Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς», προς τούτο όσα αντι-ορθόδοξα «θυμοῦνται χαίρονται».

Αντίθετα, αυτός θα συνέχιζε την καθύβριση, καθόσον ο άνθρωπος εν γένει, δεν κατάφερε να ευτυχήσει εις την «Νομαρχίαν», μήτε μετά την επανάσταση του 1821. Θα πρέπει εδώ δε, να ενθυμηθεί ο αναγνώστης πως ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» υποστήριζε  το πολίτευμα της «Νομαρχίας» επειδή:

1. «Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία. Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.», σελ. 16

2. «Καὶ ἰδού, πάραυθα, ὁ στρατιώτης νὰ γίνηται ἥρως, ὁ πολίτης νὰ κερδίζῃ τὴν ζωοτροφίαν του, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν, καὶ ὁ πλούσιος νὰ μὴν στοχάζεται πλέον τὰ πλούτη του ὡς ἀρετοδοχεῖον, ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες νὰ εὑρίσκωσι τὴν εὐχαρίστησίν των χωρὶς τὸν παραμικρὸν κόπον, καὶ νὰ εὐτυχῶσι.

Διότι, εἶναι φανερόν, ὁποὺ ὅταν ὁ ἀδύνατος δὲν βλάπτεται ἀπὸ τὸν δυνατόν, δὲν τὸν θλίβει ἡ ἀδυναμία του, ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των, καὶ οὕτως ὅλοι εὑρίσκονται εὐχαριστημένοι, συνζῶσι ὅμοιοι, καὶ ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν νόμων των.

Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων.» σελ. 19

3. «Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων.», σελ. 24.

Πολλά χρόνια πέρασαν μετά την επανάσταση του 1821 και την απομάκρυνση των Τούρκων από τον ελλαδικό χώρο. Όμως αν έκρινε ο έλληνας πολίτης από το σημερινό κόσμο, αλλά κι υπό την εις «κρίσην» διατελούσα Ελλάδα του 2011, θα έβλεπε ότι μήτε όλοι υπακούουν εις τους νόμους, μήτε ο πολίτης κερδίζει με το αζημίωτο για τον αδελφόν του, μήτε ο πτωχός είναι ευτυχισμένος με τη στέρησή του, μήτε ο κάθε πολίτης βρίσκει το καλό του εις το καλό των υπολοίπων.

Με άλλα λόγια η «Ελληνική Νομαρχία», αλλά κι οποιαδήποτε άλλη «Νομαρχία», «Τυραννία» ή «Ἀναρχία» δεν πρόκειται να επιφέρει εκείνο το επιθυμητό αποτέλεσμα που ονειρεύεται ο κάθε δίκαιος άνθρωπος, όπως «ονειρεύτηκε» κι ο «Ανώνυμος Έλλην», όσο δε συμβαίνει  αυτό που σημειώνει ο τελευταίος:

«Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι», σελ. 19

Ο δρόμος της εσωτερικής αλλαγής, («Ἡ δὲ δευτέρα [ἀνομοιότης τῶν ἀνθρώπων] εἶναι ἡ ἀνατροφή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν σοφίαν, ἤτοι τὰ καλὰ ἤθη. Ὅθεν, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ ἤθη.», σελ. 18),  παρά της εξωτερικής των νόμων, είναι ο δρόμος του Ευαγγελισμού της καρδιάς του ανθρώπου.

Εν έτη 2011 άπασα η Ελλάς μαστίζεται από την πολιτική και κοινωνική διαφθορά. Αρκετοί πολιτικοί κλέβουν (τους συνανθρώπους τους) και μεγάλο μέρος του λαού φοροδιαφεύγει (κλέβει τους συνανθρώπους του):

«Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62

Είναι δε αξιοσημείωτο το ότι όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» καθυβρίζει την ιερά Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, της ποιεί ηθική σύγκριση με τους Αποστόλους και δηλαδή με τους μαθητές του Ιησού Χριστού, στην ουσία με τον «Τελευταίο», διότι χωρίς Ιησού Χριστό οι Απόστολοι δε θα μπορούσαν να είναι τίποτα περισσότερο από κοινοί άνθρωποι:

«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τί ὁμοιάζεις, ἤθελα νὰ ἠξεύρω ἀπὸ ἐσὲ τώρα ὁποὺ σὲ ἐρωτῶ, εἰς τί, λέγω, ὁμοιάζεις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἴσως εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν, ὁποὺ ἐκεῖνοι ἐκήρυττον; Ἀλλ᾿ ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς. Ἴσως εἰς τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον μεγάλον ξεφάντωμα δὲν εὑρίσκεται μέρος ἀπὸ τοὺς συγκλήτους σου, καὶ ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λατρεύει δύο καὶ τρεῖς ἀρχοντίσσας μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν καὶ σχεδὸν φανερά;

Μήπως τοὺς ὁμοιάζεις κἂν εἰς τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει τὴν ἄκραν ἀνευλάβειάν σου καὶ ποῖος δὲν ἠξεύρει πόσον γελοιωδῶς καὶ χλευαστικῶς ἐκτελεῖς τὰς ἱερουργίας; Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Εἰς τὴν φιλανθρωπότητα; Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς. Ἡ λύσσα σου διὰ τὰ χρήματα εἶναι ἀπερίγραπτος. Τοὺς ὁμοιάζεις ἴσως εἰς τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει πόσον προσπαθεῖ ὁ ἕνας νὰ βλάψῃ τὸν ἄλλον. Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Βέβαια εἰς οὐδέν. Ὢ τῆς δυστυχίας σας, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ μωροί. Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, διὰ νὰ σᾶς φωτίσῃ, ἐπειδὴ ἐσεῖς οὔτε κἂν στοχάζεσθε νὰ ἀνοίξητε ποτὲ ἓν βιβλίον, διὰ νὰ λαμπρύνητε τὸν ἐσκοτισμένον σας νοῦν.», σσ.100-101

Αν σήμερα ζούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» όχι μόνο θα καθύβριζε σε μια «Νέαν Νομαρχίαν», τους έλληνες νεοπαγανιστές και τους νεο-διαφωτιστές ως αντίχριστους, αν πράγματι ήταν ολίγον Χριστιανός κι όχι κάποιος πολιτικός ρήτωρ υποκριτής, αλλά θα καθύβριζε όλον τον κόσμο συμπεριλαμβάνοντας και  τους σύγχρονους Έλληνες, διότι ακόμη δεν έχουν επιτύχει να ζήσουν την «Νομαρχίαν» που εκείνος «ονειρευόταν».

Είναι πραγματικά υπερφίαλο το ότι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές θεωρούν το έργο του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» κάποιο κτήμα της δικής τους φαρέτρας επιχειρημάτων, κι ένα θέμα που ίσως έχει κλείσει μετά το 1821, εφόσον το «ἐθνικὸν ὄνειρον» τάχατες επιτεύχθηκε. Το ζήτημα όμως που τον απασχολούσε κυρίως δεν ήταν το «ἐθνικὸν ὄνειρον», αλλά το «πολιτικὸν ὄνειρον» της δικαιοσύνης, το οποίο δεν έχει επιτευχθεί, ούτε πρόκειται...

Ο ηθικός έλεγχος ήταν κάτι που οι διαφωτιστές συνήθιζαν να ποιούν έναντι όλων των συμπολιτών τους, παραμένοντας οι ίδιοι κατά παράδοξο τρόπο εκτός αυτού του ελέγχου ωσάν ούτοι να είναι οι κατ’ εξοχήν «ἀναμάρτητοι»· εις την ουσία όμως ποιούσαν πολιτικό έλεγχο παρά ηθικό εκ της θρησκείας πηγαζόμενο· έτσι εξηγείται η δική τους «ἀναμάρτησία», αλλά και το ότι ο ηθικός τους έλεγχος περιστρέφονταν αποκλειστικά προς τους πολιτικούς τους αντιπάλους, παρά κάποιους θρησκευτικούς:

«Ο Μοισιόδαξ δεν είχε αμφιβολία ότι ο εναλλακτικός προσδιορισμός των ανθρώπινων σχέσεων, που εμπεριείχε η δυναμική των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες επιδίωκε, ήταν απαράδεκτος και απειλητικός για μια κοινωνία η οποία, όπως πολύ καλά ο ίδιος γνώριζε, ήταν παραδομένη στη ματαιοδοξία, την απληστία και τη διαφθορά. Τέτοια ήταν η κοινωνία της φαναριώτικης αριστοκρατίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών, που ο Μοισιόδαξ είχε προσπαθήσει να προσηλυτίσει στην υπόθεση του Διαφωτισμού. Οι κυριότερες φροντίδες των ανθρώπων αυτών ήταν το επιδεικτικό ντύσιμο, η πολυτέλεια και τα τυχερά παιχνίδια, η ιπποφοβία και το κυνήγι. Ανέχονταν στο περιβάλλον τους κάθε είδους κόλακες, παράσιτα και άλλα ευτελή άτομα. Οι κόλακες, τα "κόμματα των κακοβίων" κατά τον Μοισιόδακα, ευδοκιμούσαν καλλιεργώντας τη ματαιοδοξία, την κενότητα και την αμάθεια, και υποθάλποντας ιδίως τις προκαταλήψεις κατά της παιδείας -η οποία φυσικά θα μπορούσε να ανοίξει τα μάτια των κυρίων τους, έτσι ώστε να αντιληφθούν τη διαφθορά τους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 240)

Το πολιτικό ρητό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ότι «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.» [σελ. 22],  δεικνύει κι εις τον πιο αφελή της κοινωνίας ποιό ήταν το νόημα της εργασίας του περί «πολιτικῆς δουλείας» και τι έχει επιτευχθεί παγκοσμίως περί «Ἐλευθέρας Νομαρχίας».

Σήμερα δε, που το «Ὁρθόδοξο ἱερατεῖον» πλέον έπαψε να «κινεί τα νήματα», που φαντάστηκε αυτός κι επιθύμησε να φανταστεί κι ο νεοπαγανισμός, ως δημόσιος μάρτυς κατηγορίας, τον λίθο του αναθέματος κρατούν στα χέρια τους οι πολιτικοί κι η ίδια η κοινωνία.

Ο διαφωτισμός πολέμησε την ελπίδα της Άνω Ιερουσαλήμ και την αντικατέστησε με τα κοσμοείδωλα της επίγειας Ρώμης - Αθήνας  και Σπάρτης. Εκείνο που δεν αποδείχθηκε ακόμη είναι πως η Ρώμη, η Αθήνα κι η Σπάρτη, ως πραγματικές υποτίθεται πολιτείες, μπορούν να φτάσουν την ευτυχία που προσφέρει η καταφυγή εις την ιδεατή, για την ώρα, Άνω Ιερουσαλήμ.

Από το 1800 κι από «ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ» μέχρι σήμερα, τί πράγματι άλλαξε στο πολιτικό ήθος των κοινωνιών, ώστε αυτές να φαντάζεται κανείς ότι όντως βαίνουν καλλίτερες;

«Εἶναι ἡ πατρὶς ὁποὺ φωνάζει εἰς τέτοιον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ὁποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται. [...] Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν γνωρίζει καλότατα εἰς τίνων χεῖρας εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία τῆς κάθε πόλεως κατὰ μέρος εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σήμερον; Ὅποιος ἔχει περισσότερα χρήματα ἢ περισσότερα μέσα [...], ἐκεῖνος οἰκονομεῖ καὶ διοικεῖ τοὺς λοιπούς. Ἀλλ᾿ οἱ τοιοῦτοι εἶναι τόσον βάρβαροι καὶ ἀνάξιοι, ὁποὺ μόλις ἠξεύρουν νὰ ζήσουν αὐτοί, ὄχι δὲ νὰ εὐτυχίσουν τὴν ζωὴν τῶν λοιπῶν.», σελ. 137

Προφανώς, όσο οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εκ των έσω, αυτό που θα αλλάζει, είναι μόνον οι λέξεις των νόμων και των βιβλίων εκ των έξω...

 

 

 

 

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ;

 

Χριστιανός ή Ψεύτης;

 

Επειδή την «Ελληνική Νομαρχία» διαδίδουν τόσο πολιτικές δυνάμεις, όσο και θρησκευτικές, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι ευθύς αμέσως· εφόσον ο συγγραφέας της, ποιεί σκληρότατο ηθικό έλεγχο εις τους Ορθόδοξους κληρικούς, παραδίδοντας και διδασκαλίες διαφωτιστών, ως «ὁμόθρησκὸς» τους, θα πρέπει να ισχύει ένα εκ των δύο τινών:

α) είτε ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν Χριστιανός, ως δήλωνε, έστω κι αν είχε παρασυρθεί από διαφωτιστικές διδασκαλίες.

β) είτε ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν ένας υποκριτής περί Χριστιανισμού, κι άρα ένας πολιτικός ψεύτης.

Αν ισχύει το α) τότε οι εχθρικοί προς την Εκκλησία κύκλοι που προωθούν την  «Ελληνική Νομαρχία» χάριν «λογιοσύνης», πίπτουν εις τους ιδίους ηθικούς ελέγχους τους οποίους διάγει ο συγγραφέας της προς τους κληρικούς χειριζόμενος το ευαγγέλιο· συνεπώς δεν έχουν τίποτα άλλο να κερδίσουν παρά την δική τους ηθική και θρησκευτική αυτοαναίρεση.  

Αν αντιθέτως ισχύει το β) τότε αυτό φανερώνει καθαρά και ξάστερα τους ψευδείς, υποκριτικούς και «πρακτορικοὺς» ιδεολογικούς χώρους, που οι εχθροί της εκκλησίας μεταχειρίζονται για να την προσβάλλουν.

Επειδή η στελέχωση του α) γίνεται «φανερά» μέσα από τα ίδια τα λόγια της «Ελληνικής Νομαρχίας» (:«οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86), δεν θα χρειαστεί να γίνει εδώ μια περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της ενδείξεως.

Πρέπει όμως να αναπτυχθούν εκείνες οι ενδείξεις που στελεχώνουν το «πρακτορικὸν» (διπλοπρόσωπο) του συγγραφέα, «Ανωνύμου του Έλληνος», τον οποίο η «λογιοσύνη» χαρακτηρίζει «πατριώτην», προφανώς παραδιδόμενη στις δικές του μαρτυρίες:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.»,  σελ. 100

Η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές πως «ὅ,τι λάμπει δὲν εἶναι χρυσὸς»· ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως υποχρεώνεται σε «θυσίες» επειδή τον «βιάζουσι ...ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος». Έχει αποδειχθεί όμως με περίσσεια, μέσα από τις δικές του απάτες, πως «ἡ ἀλήθεια» δεν είναι με το μέρος του. Δεδομένου λοιπόν ότι το ψεύδος έχει στελεχωθεί επαρκώς εις την δική του όχθη, εκείνο που μένει να ερευνηθεί είναι εάν το ψεύδος αυτό επηρεάζει και το έτερο ήμισυ της δήλωσής του, «τὸ πατριωτικὸν χρέος» του, το οποίο θα εξεταστεί κάτω από τη σημερινή έννοια του ελληνικού εθνικού κράτους, μέσα από το οποίο έχουν γεννηθεί οι διάφοροι υποστηρικτές των θεωριών του.

 

 

Τα πολιτικά παραδείγματα

 

Ο εν λόγω συγγραφέας, δεν μοιάζει να αντιλαμβάνεται τον αγώνα των «Ἑλλήνων» ως έχοντα κάποιο «αὐστηρὸν πατριωτικὸν» χαρακτήρα, ως εκείνου που του αποδίδουν οι σημερινοί πολέμιοι του Χριστιανισμού, οι οποίοι ζώντες πλέον σε ενωμένο ελληνικό κράτος, επιτίθενται εις την «ἀντιπατριωτικὴν προδοσίαν» της Εκκλησίας·  έτσι, παρότι η «Ἕλληνικὴ Νομαρχία» θα θυμίσει με τις γραμμές της στον αναγνώστη τους ελληνοπερσικούς εθνικούς αγώνες, εκεί που λίγοι πολέμησαν τους πολλούς, συγκεκριμένα τις Θερμοπύλες, θα διδάξει επίσης την εξέγερση, δια της χρήσεως και πολιτικών παραδειγμάτων.

Ακολουθώντας δηλαδή τον πολιτικό παραδειγματισμό, παρά τον εθνικό, η ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος», συγκρίνει ένα ξένο κατακτητή, σαν τους Οθωμανούς, με τους Τριάκοντα Τύραννους της αρχαίας Αθήνας, και την επανάσταση των Ρωμιών με την εξέγερση του Θρασυβούλου κατά αυτών, ωσάν οι Τούρκοι κι οι Ρωμιοί να άνηκαν εις το ίδιο έθνος, όπως ανήκαν οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι:

«Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως ἠκολούθησεν [..] Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου [...] Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης, ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν, καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος, τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας, βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.», σσ. 70-71

Ποια σχέση αλήθεια μπορεί να έχει μια υπερεθνική αυτοκρατορία με χιλιάδες στρατό και με μεγάλη οικονομική ευρωστία (Οθωμανικό κράτος), με τους 30 τυράννους που υποστηρίζονταν από δράκες συμπαθούντων μια και μόνης ολιγοπληθούς αρχαίας ελληνικής πόλεως (Αθήνας) με τη Σπάρτη ουσιαστικά να απουσιάζει;

Από ανάλογου είδους παραδείγματα φαίνεται η πολιτική χροιά του δοκιμίου «Ελληνική Νομαρχία» κι η «πατριωσύνη» του, η οποία αναγόμενη στα πλαίσια της τότε εποχής, δεν φαντάζει διόλου περισσότερο «φυσικὴ» (σημερινή) από ορισμένες άλλες φιλο-οθωμανικές της εποχής εκείνης.

Ανάλογα, μήπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς σήμερα έναν παρόμοιο «πατριώτην», ο οποίος εκδίδοντας «πονημάτιον» υπέρ της απελευθέρωσης της κατεχόμενης Κύπρου από τους «τυραννικούς» Τούρκους, θα παραδειγμάτιζε τους αναγνώστες του από την «επανάσταση» του ελληνικού λαού ενάντια εις τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά ή από οποιαδήποτε άλλη εμφύλια εσωτερική σύρραξη πολιτικού χαρακτήρα, ως λ.χ. εκείνος του 46-49 μεταξύ «κομμουνιστών» κι «εθνικοφρόνων»;

Είναι σίγουρο πως ένας τέτοιος παραδειγματισμός θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα. Θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα, διότι η πολιτική διοίκηση, παρά η εθνική διοίκηση, δηλαδή το πως θα κυβερνάται ο Ρωμιός της εποχής, παρά από ποιον θα κυβερνάται ο Ρωμιός της εποχής εκείνης, είναι ο κύριος προβληματισμός του «Ανωνύμου του Έλληνος»·  αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τους ίδιους τους συλλογισμούς του συγγραφέα, εις τις πρώτες κιόλας σελίδες του «πονηματίου» του:

«Δι᾿ οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς, ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην, καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.», σελ.7

Ας μην διαφεύγει κανενός λοιπόν, πως ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν παρατηρεί το «πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς» των άλλων εθνών, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκικής, αλλά παρατηρεί το «πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς»...

 

Καλύτερα την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν ἤ τὴν Ἐλληνικὴν Περικεφαλαίαν...» !

 

Ο συγγραφέας απασχολείται να αποδείξει ότι το πρόβλημα των ελλήνων σε όλα τα χρόνια της υπό ξένων κατοχής τους, αφορά το είδος της διοίκησης, παρά τον διοικητή, δηλαδή το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η «Νομαρχικὴ Διοίκησις» παρά ο «Ἕλληνας κυβερνήτης», ή ο έλληνας «νομοδότης»,  για να χρησιμοποιηθεί το λεξιλόγιο του συγγραφέα.

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Αυτός, δηλαδή ο «Ανώνυμος Έλλην», δείχνει να είναι ευτυχισμένος, ή αν θα μπορούσε να πει κανείς, θεωρεί τους έλληνες τυχερούς, που δεν υπόκειντο σε «Μοναρχικὴν» διοίκηση ελλήνων κυβερνητών, όπως υπόκειντο λ.χ. οι Βυζαντινοί για αιώνες, αλλά αντιθέτως παρέμειναν υπό της Οθωμανικής διοικήσεως:

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.», σελ. 156

Η «ευτυχία» του αυτή αποδεικνύεται από τις προσπάθειές του να αποδείξει, πως η ελευθέρωση της Ελλάδος καθίσταται εύκολη εφόσον εξαρτάται από τα ήθη εκείνα, τα οποία «δυστυχώς» ίσως θα διέφθειρε κάποιος «μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους» και που δεν μπόρεσε να διαφθείρει ο Οθωμανός:

α. «Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα [τρίτη] αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσίς των», σελ. 147

β. «Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, πόσον εὐκόλως ξαναλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν της μία πολιτεία, ὅταν τὴν χάσῃ ἀπὸ ἁρπαγὴν κανενὸς τυράννου, καὶ ὅταν φυλάττῃ σῶα τὰ ἤθη της.», σελ. 71

Αυτή η συλλογιστική ξεπερνά σε «ἐθνικιστικὴν ἐντροπὴν» την απόφαση των Βυζαντινών να προτιμήσουν την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν» ώστε να περισώσουν την πίστη τους, εφόσον ο «πατριώτης», όπως τον χαρακτηρίζουν με απόλυτο τρόπο οι έλληνες Ακαδημαϊκοί, προτάσσει την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Ἑλληνικὴν Περικεφαλαίαν...» (!) για να σώσει τη μορφή του Πολιτεύματος..

Αυτός ο συμπερασμός, θα πρέπει να σημειωθεί «μετὰ πάσης βαρύτητος» έναντι όλων εκείνων που «μιαίονται» από τις αποφάσεις των Βυζαντινών Ενωτικών και «ἀγαλιάζονται» υπό του πολιτικού πράκτορος «Ανωνύμου του Έλληνος». Αυτός, ο «πατριώτης», όχι για κάποιο ατέλειωτο Παράδεισο, αλλά για μια επίγεια προχειρότητα, η οποία διαρκεί πολύ λίγο, προτιμά τους ξένους διοικητές παρά τους έλληνες, ενώ η ρηθείσα πολύ μικρή χρονική διάσταση της «πολιτικῆς Νομαρχιακῆς εὐδαιμονίας», δεν έχει να κάνει τόσο με την ολιγόχρονη βιολογική ζωή των ανθρώπων, όσο με τα φανταστικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στις βασιλείες και στις Νομαρχίες από τον ίδιον:

«Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν, ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός, ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿ ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων, βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός.» ,σελ. 61

Η παρομοίωση δε των «Βασιλείων» με «χαλάσματα» είναι μια από τις πιο κουτοπόνηρες ερμηνείες, διαφωτιστών ή μη αδιάφορο, ενάντια στην υπερ-χιλιόχρονη «Βασιλεία τῶν Ρωμαίων» του Βυζαντίου, που το μόνο που επιθυμεί να πράξει είναι να υπεραπλουστεύσει μια σειρά από ιστορικούς παράγοντες, οι οποίοι διατήρησαν σε ζωή το πιο πολύχρονο χριστιανικό κράτος της Ευρώπης, ανάμεσα σε δεκάδες εχθρούς· ως εκ τούτου επιθυμεί να το μειώσει πλαγίως με προχειρότατες «ξυλοσοφίες» και «κακοσοφίες» που γεννήθηκαν στη Δύση.

 

 

Με Διαφωτισμό και την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν» & τα Ήθη ... της Πολιτικής

 

Όταν ο Charles  Diehl θα περιγράψει τη συμπεριφορά ορισμένων της τάξης των εμπόρων, εκείνων που χρηματοδότησαν τον Διαφωτισμό, θα εξιστορήσει για το τέλος του Βυζαντίου:

α. «ὁ τραχὺς τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ Βενετοὶ ἔμποροι συμπεριεφέροντο πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ταχέως ἤρχισε νὰ ἀνησυχῇ αὐτούς», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 175)

β. «Ἡ Βενετικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ τραχύτης, μεθ’ ἧς συμπεριεφέροντο ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐξηρέθιζον τοὺς Ἕλληνας», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 175)

γ. Στον οικονομικό και στρατιωτικό μαρασμό θα τονίσει πως με τους «στόλους τῶν Ἰταλικῶν Δημοκρατιῶν», «τὰ τελωνεῖα, ἀπὸ τῶν χρόνων καθ’ οὕς τὸ ἐμπόριον τῆς αὐτοκρατορίας περιῆλθεν εἰς χείρας τῶν Βενετῶν καὶ τῶν Γενουηνσίων, καθ’ ἑκάστην παρουσίαζον σημαντικὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σσ. 226-227)

δ. «αἳ ἐφήμεροι ὅμως αὐταὶ ἐπιτυχίαι [τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ΄] οὐδόλως εἶχον ἐλαττώση τὴν ἰταμότητα οὐδὲ τὴν ἄπληστον κερδοσκοπίαν τῶν ξένων ἐμπόρων. Οἱ Βενετοί, κύριοί του Αἰγαίου καὶ πολὺ ταχέως διεισδύσαντες εἰς τὴν Κων/πολιν καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, δὲν ἤσαν ὀλιγώτερον ἐπίφοβοι. Αἵ δύο δημοκρατίαι [Γένοβα - Βενετία] συμπεριεφέρεντο πρὸς τὴν αὐτοκρατορίαν, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κατακτηθείσας χώρας, περιφρονοῦντες τοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορας καὶ ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτοὺς τὴν θέλησιν αὐτῶν διὰ τῆς βίας, προκαλοῦντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ ταραχὰς καὶ φόνους, εἰσχωροῦντες διὰ τοῦ στόλου αὐτῶν μέχρι τοῦ Κερατείου κόλπου, γινόμενοι αἴτιοι ἐπαναστάσεων ἐντός της πρωτευούσης (1375), ἀναγκάζοντες διὰ τῶν ἀπειλῶν αὐτῶν νὰ παραχωρῶσιν εἰς αὐτοὺς ἐδάφη καὶ προνόμια, ἱδρύοντες -ὡς ἔπραξαν οἱ Γενουήνσιοι τῷ 1348 ναυτικὸν σταθμὸν εἰς τὸν Βόσπορον, λαφυραγωγοῦντες τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ προσβάλλοντες καὶ αὐτὴν τὴν Κων/πολη- ὡς ἔπραξαν, οἱ μὲν Βενετοὶ τῷ 1305, οἱ δὲ Γενουήνσιοι τῷ 1348...», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 234)

ε. «Ἡ Γένουα ἐδημιούργει εἰς τὴν ἀνακτηθεῖσαν Χίον (1347) ἰσχυρᾶν ἐμπορικὴν ἑταιρείαν ὑπὸ τὸ ὄνομα "Μαόνα" [ἐταιρία ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κυριευσάντων τὴν νῆσον ναυκλήρων, εἰς τοὺς ὁποίους περιήρχοντο αἳ πρόσοδοι αἳ ἐκ τῶν φόρων τῶν ἐπιβληθέντων εἰς τοὺς Χίους καὶ αἳ ἐκ τῶν μαστιχοδένδρων τῆς νήσου]. Οἱ Λατῖνοι, κατὰ τὸ λέγειν Βυζαντινοῦ ἱστοριογράφου, "εἶχον καταλάβη πάντα τὸν πλοῦτον τῶν Βυζαντίνων καὶ πάντα σχεδὸν τὰ εἰσοδήματα τῆς θαλάσσης" ἐπισπεύδοντες οὕτω τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον τῆς αὐτοκρατορίας», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 235).

Έτσι, είναι γνωστό πως πολλοί Ορθόδοξοι από την εποχή του Βυζαντίου είχαν αποκομίσει πολύ άσχημη εντύπωση για την πολιτική των Λατίνων στη Δύση. Αυτό συνεχίσθηκε κι αργότερα βάση των αποκομισθέντων εμπειριών, εξ σταυροφόρων (1204), εξ «ευγενών» ή εξ «εμπόρων»:

στ. «Ο Κυπριανός προσπάθησε να εμψυχώσει τους συγχρόνους του [Κυπρίους] για να αντέξουν τις αντιξοότητες της δουλείας, επισημαίνοντας ότι το παρελθόν υπήρξε ακόμη σκληρότερο από το παρόν. Υπό την εξουσία Χριστιανών κυρίων, όπως οι Φράγκοι ευγενείς και η βενετική εμπορική ολιγαρχία, η εκμετάλλευση, η καταπίεση και τα δεινά υπήρξαν χειρότερα από ότι υπό την εξουσία των Τούρκων. [Κυπριανός ο Κουριοκουρίνεος, Ιστορία Χρονολογική της Νήσου, Κύπρου - +Αντώνιος Κατήφορος, Γραμματική Ελληνική ακριβεστάτη, Βενετία 1734, αφιερωτική επιστολή.]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 121)

Άλλωστε για αυτήν την προτίμηση Οθωμανών έναντι των Δυτικών, κάποιοι Ορθόδοξοι λοιδορούνται από τους «προοδευτικοὺς», οι οποίοι δεν φαίνονται να χωλαίνουν για εκείνη την πολιτική χροιά της σκέψεως του «Ανωνύμου του Έλληνος», δηλαδή εκείνη της προτιμήσεως της «Τουρκικῆς τιάρας παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Περικεφαλαίας...» (!):

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη [....] ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.», σελ. 156

Αυτή η «φθορά» που συνέβη στα ήθη και στην «πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα», για την οποία ομιλεί ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», τίποτε άλλο δεν είναι παρά η πολιτική πεποίθηση. Η αλλαγή της πολιτικής πεποίθησης είχε «μετατρέψει» τους έλληνες σε «αλλοεθνείς», όπως ανάλογα τύγχαναν στη σκέψη του συγγραφέως «αλλοεθνείς» ο Φίλιππος κι ο υιός του Μέγας Αλέξανδρος:

«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία[...] ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους...», σελ. 16-17

Όπου, όπως ελέχθη, πρόγονοι δε θα μπορούσαν να είναι οι Φίλιππος, Αλέξανδρος, άλλοι βασιλείς ή μονάρχες των παλαιών Ελλήνων και των Βυζαντινών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δηλαδή, οι έχοντες διαφορετική πολιτική άποψη από τον «πατριώτην Ἀνώνυμο Ἕλληνα», καίτοι Έλληνες, δε φαίνονται να γίνονται αντιληπτοί ως  «γλυκύτατοι ... ὁμογενεῖς», (σελ.86)

Η δε δουλεία, δεν είναι η υποταγή σε κάποιον ξένον, «αλλογενή» κατακτητή, αλλά η υποταγή σε κάποιο βασιλέα, αυτοκράτορα ή κυβερνήτη, σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια που λοιδορούσε ο Α. Κοραής. Έτσι ο  συγγραφέας θεωρεί πως κάποιο «ἑτερογενὲς βασίλειον», διαφορετικό από τους Οθωμανούς, δε θα ωφελούσε τους έλληνες, επειδή το πολιτικό καθεστώς δε θα άλλαζε, κι όχι γιατί εκείνο θα ήτο «ἑτερογενὲς»:

«Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, πρέπει νὰ πέσῃ ἐξ ἀποφάσεως, ἢ οὕτως ἢ οὕτως. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὸ γένος μας, ἂν κυριευθῇ ἀπὸ ἑτερογενὲς βασίλειον. Τότε οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν μείνει πλέον Ἕλληνες, ἀλλὰ κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον θέλουν διαφθαρῆ τὰ ἤθη των, καὶ θέλομεν μείνει πάλιν δοῦλοι, καὶ δοῦλοι ἴσως, πάλιν, ἀλευθέρωτοι διὰ πολλοὺς αἰῶνας.», σελ. 161

Ποια θα ήταν όμως η θέση του συγγραφέα αν «τὸ γένος» των Ελλήνων δεν κυριεύονταν από «ἑτερογενὲς βασίλειον» αλλά από «ἑτερογενὴν Νομαρχίαν»;

Ο «Ανώνυμος Έλλην» προτάσσει στους αναγνώστες τους να συμβουλεύονται πολιτικά τον Αδαμάντιο Κοραή:

«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.»,  σελ. 127

Ο «ενάρετος» αυτός φιλόσοφος του Διαφωτισμού, «υποστήριζε» τις πολιτικές ιδέες του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

«Τί συμφέρει εἰς τὴν ἐλευθερωμένην ἀπὸ Τούρκους Ἑλλάδα νᾶ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας. [«Διάλογος δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ. Πανταζίδην, Παρίσι 1830, 36 (είναι ψευδώνυμο του Κοραή)]», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 514)

Η υποδούλωση «εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας» είναι η διατήρηση της Βασιλείας έναντι της Γαλλικής εμπνεύσεως «Δημοκρατίας» (βλ. γεγονότα με Καποδίστρια). Η «ελευθερία» δεν ήταν ζήτημα αλλαγής «εθνικής» κυβέρνησης, αλλά ζήτημα αλλαγής «πολιτικής» κυβέρνησης. Ζήτημα λεπτότατο, βαρύνον και παντελώς παραμερισμένο από το σημερινό εθνικιστικό βόρβορο της αντικληρικής μανίας ορισμένων λαλίστατων διαφωτιστών. Η «δουλεία» είχε πολιτική σημασία παρά εθνική για τους διαφωτιστές. Προτιμότερο ήταν ένας «ἑτερογενὴς Νομάρχης Φραντζέζος», μακάρι Παπικός, παρά κάποιος Ρώσος ή Έλληνας «μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους»:

α. «Τα έργα "Ἆσμα Πολεμιστήριον καὶ Σάλπισμα Πολεμιστήριον, δημοσιευμένα ανώνυμα την αυγή του νέου αιώνα, μετέφεραν την αίσθηση μιας νέας προσδοκίας και διατύπωναν τις ελπίδες μιας συνείδησης σφραγισμένης έντονα από τη γαλλική επαναστατική εμπειρία. Με τα ανατρεπτικά αυτά φυλλάδια ο Κοραής, που κρυβόταν πίσω από τον ανώνυμο συντάκτη, παρακινούσε τους συμπατριώτες του να συνταχθούν με τη γαλλική υπόθεση και να υποστηρίξουν τις προσπάθειες του Ναπολέοντα στην Ανατολή". [Αδαμάντιος Κοραής, Άσμα Πολεμιστήριον (1800) και Σάλπισμα Πολεμιστήριον (1801), Παρίσι αλλά αναγράφουν τόπο έκδοσης Αίγυπτο και Αλεξάνδρεια αντίστοιχα]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 279-280)

β. «Στην τρίτη του έκκληση προς τους Επτανησίους, μετά την προσωρινή κατοχή των νησιών από τους δημοκρατικούς Γάλλους στα 1797-1798, ο Σταμάτης, με το ψευδώνυμο "Φιλόπατρις Ἐλευθεριάδης", τους παρακινούσε να αγωνιστούν για την ελευθερία, εγκαταλείποντας την "τυφλὴν δεισιδαιμονίαν διὰ τοὺς Μοσχόβους" και συστρατευόμενοι στην υπόθεση "τῶν φιλλελήνων Φραντζέζων" [Αικ. Κουμαριανού, Ενέργειες του Κωνσταντίνου Σταμάτη για την απελευθέρωση της Ελλάδος, 1798-1799, Πρακτικά του Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, Τομ. Α, Αθήνα 1967, σσ. 154-174]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 282)

Όταν ο Διαφωτισμός δεν μπόρεσε να προσεταιριστεί τη Μοναρχία, ασπάστηκε την «Δημοκρατία»:

«Διὰ τὴν ἀγάπην τῆς τιμῆς μας, στοχασθῆτε το μὲ προσοχήν. Μὴν σᾶς πλανήσουν τὰ ταξίματα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἀποστολῶν τῶν ξένων βασιλειῶν. Αὐτοὶ εἶναι τόσοι σκλάβοι, καὶ διὰ νὰ μετριάσουν τὴν ἐντροπήν των, προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸν ἀριθμόν των. Αὐτοὶ δὲν προσκυνοῦσι, εἰμὴ τὸν βασιλέα των καὶ τὸν χρυσόν. Μὴν στοχάζεσθε, ὦ ἀδελφοί μου, ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς θέλει θυσιάσει καὶ χρυσὸν καὶ στρατιῶτας, διὰ νὰ διώξῃ τὸν ὀθωμανὸν καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἔπειτα ἐλευθέρους! Ὤ, κάλλιον ἕνας σεισμὸς ἢ ἕνας κατακλυσμὸς νὰ μᾶς ἀφανίσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν πλέον εἰς ξένον σκῆπτρον.», σελ. 161

Βέβαια περί του Ναπολέοντος ο «Ανώνυμος Έλλην» δε ξεκαθαρίζει παντελώς την πολιτική του θέση, αλλά αυτή θα πρέπει να εννοείται ως δεδομένη παρακολουθώντας τις διδαχές των διδασκάλων του.

Μια επιπλέον διαπίστωση περί της πολιτικής ηθικής, κι όχι εκείνης της θρησκευτικής, γίνεται αντιληπτή όταν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» υπαινίσσεται πως ο ίδιος άνθρωπος υπό της τυραννίας μετατρέπεται σε «δοῦλον», ενώ υπό νομαρχία σε «τίμιον & ἔνδοξον πολίτην» ένεκα της υπάρξεως πολιτικών νόμων:

α. «Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς, παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα.», σελ. 49

β. «Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι.», σελ. σελ. 19

γ.  «Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν...», σελ. 69

Αυτές οι αντιλήψεις, πως οι πολίτες γίνεται «ἡθικῶς» καλύτεροι ή χειρότεροι βάση του πολιτεύματος δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία για το Χριστιανισμό. Διότι ο Χριστιανισμός διδάσκει την περάτωση αρίστων πολιτών εκ των έσω νόμων, όχι εκ των έξω κειμένων. Άγιοι του εσωτερικού ηθικού κόσμου και μάρτυρες εμφανίστηκαν εις τις χειρότερες για αυτούς εξωτερικές «πολιτικές» περιστάσεις, κατά τους διωγμούς, όπως για τον συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» άριστοι πολίτες της «εσωτερικής» ζωής εμφανίζονται στο παράδειγμα των πυθαγορείων φιλοσόφων μέσα σε μια «εξωτερική» πολιτική ελληνική τυραννία:

«Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον», σελ. 55

Ιδιαιτέρως, όλη αυτή η θεωρία της διορθώσεως του έσω ανθρώπου, δια της έξωθεν κοσμικής πολιτικής, έρχονταν κατά κάποιο τρόπο σε παράκρουση, εφόσον για την στερέωση μιας «ἐνάρετης Νομαρχίας» προϋποθέτονταν εκ των προτέρων η «ἡθικὴ περάτωση» των ανθρώπων εκ των έσω:

«Η απώλεια της ενότητας δημόσιας και ιδιωτικής ηθικής κατέστρεψε τη δημοκρατική ελευθερία στην αρχαία Ελλάδα. Οι άδικοι επιθετικοί πόλεμοι εξωτερικά και ο καθολικός πόλεμος μέσα στους κόλπους της κοινωνίας ήταν το αποτέλεσμα της διάζευξης της ηθικής από την πολιτική. [Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, σ. οδ αναφορά στον Destutt de Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale d’ un peuple, Παρίσι 1819. Πρβλ. Picavet, Les Idéologues, σσ. 391-398]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 417)

Πρβλ. ενότητα  «Το παραμύθι του ανθρωπίνου αρίστου πολιτεύματος»

 

 

Ρωμαίοι, Έλληνες & ξένοι τύραννοι κοιμούνται & διασκεδάζουν. Οι βουλευτές;

 

Πρβλ. την απάτη «Οι Ηγεμόνες είναι οκνηροί»

 

 

 

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΔΟΥΛΟΣ;

 

Στην εκκίνηση του «πονηματίου» του, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα θέσει μια σειρά από φιλοσοφίες εις αντάμωση του δικού του αναγνώστη. Ανάμεσα σ’ αυτές, παρουσιάζεται ο θαυμασμός του για την «Νομαρχίαν», εκεί όπου «ὁ πτωχὸς [...]  βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19

Χωρίς να ζει μέσα σε κάποια «Νομαρχίαν», κι όντας ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» υπεροπτικά σκληρός σκώπτης των «δούλων» της Οικουμένης,  παρουσιάζεται ως να μην αισθάνεται διόλου «ἐλεύθερος» μήτε καν εσωτερικά, όπως για παράδειγμα ένιωθαν εσωτερικά ελεύθεροι, σύμφωνα με αυτόν, οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι του, εκείνοι των Συρακουσών:

 «Αὐτοὶ [οἱ φιλόσοφοι / φίλοι] ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον», σελ. 55

Δεν αισθάνεται «ἐλεύθερος» ο «Ανώνυμος Έλλην», διότι εξετάζοντας κανείς τη δική του διδασκαλία, πως ο «ἐλεύθερος» ή εκείνος που βιώνει εσωτερικά την  «Νομαρχίαν» δεν θλίβεται για την πτώχεια του (α), αντιλαμβάνεται πως ο ίδιος, σε όλο του τον πολιτικό λόγο της «Ελληνικής Νομαρχίας», παίρνει τη καταγγέλλουσα θέση εκείνου που είναι οικονομικά «ανήμπορος», που θλίβεται για την πτώχεια «του» και που δηλαδή ζει «ὑπὸ καθεστώς δουλείας», αφού διαρκώς εξαπολύει κατηγορίες για τον πλούτο των ευγενών και τον «πλοῦτον» των κληρικών (β), ως να «τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς» του:

α. Στη Νομαρχία «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των...» σελ. 19

β. «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Οι νεοπαγανιστές, με οδηγό τον Μιχάλη Καλόπουλο προ ετών, διατυμπάνιζαν την αμφισβήτηση· στην ουσία όμως μόνο κάθε χριστιανικού δόγματος, παρά και των ιδικών τους. Το ίδιο δόγμα υπέρ της αμφισβήτησης σημειώνει κι ο «Ανώνυμος Έλλην» λέγοντας ότι:

«Ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι εἰς ὅποιον ἀποφασίσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, συχνάκις νὰ δυσπιστῇ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι εὐκολόπιστος εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ καταπείθεται μόνον εἰς τὴν ἀναμφιβολίαν [...] Ὅταν ὅμως ἐξετάζῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ προσοχήν, συγκρίνει ἀδιαφόρως τοὺς περὶ αὐτῆς ὁμιλήσαντας, ἐρευνῶντας πρὸς τούτοις τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν καθένα ἐπαρακίνησαν νὰ ὁμιλήσῃ· ὅταν, λέγω, ἐκλέγει τὸ πιθανὸν ἀπὸ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ δύσκολον ἀπὸ τὸ ἀμφίβολον, τότε προχωρεῖ βαθμηδόν, καὶ φθάνει τέλος πάντων εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εὑρίσκει τὴν ἀνταμοιβὴν εἰς τοὺς κόπους του μὲ τὴν ἀκριβήν της ἀπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθεὶς νὰ καταπείθεται, καὶ ἀνοητότατος ἤθελεν εἶναι ὁ ἀκατάπειστος.», σσ. 11-12

Το γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ελίσσεται μέσα από ποικίλους αναθεματισμούς κατά των μη εξεγερμένων ελλήνων, με κολακείες υπέρ της αρχαιότητας, μέσα από την οποία αντλεί πολιτικά ηθικά πρότυπα συμπεριφοράς ενώ ο αντικληρικαλισμός είναι έντονος. Όλα αυτά συνθέτουν μια «κλασσικὴν περὶ ἡθικῆς» διαφωτιστική επίθεση με πρώτο στόχο την εκκλησία και το πλήρωμά της, με δεύτερο τους ξενιτεμένους και τρίτο στόχο, ως παραλήπτη, το ρωμαίικο λαό.

Αν θα μπορούσε κανείς σε τρεις γραμμές να περιγράψει την μέθοδο του συγγραφέως εις παρακίνηση του αναγνώστη θα έλεγε:

α) Εξυμνεί ιδεατά την αρχαιότητα και την εξιδανικεύει στο φανταστικό χώρο της πολιτικής χρηστότητας, ώστε να επέλθει νοσταλγία αυτής όταν αντιπαραβάλλεται με την τουρκοκρατία.

β) Παρουσιάζει την κακότητα της τουρκοκρατίας με τα μελανότερα χρώματα και τους πολιτικούς ηγέτες των ρωμιών ως ηθικά ξεπεσμένους, ώστε να φορτίσει συναισθηματικά τον αναγνώστη με δυσανασχέτηση και μίσος έναντι της παρούσας καταστάσεώς.

γ) Το τέχνασμα είναι γνωστό. Παρότι κι ο λαός μπορεί να θεωρηθεί ηθικά μεμπτός, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε, επιλέγονται προς έλεγχο μόνο οι πολιτικοί αντίπαλοι του Διαφωτισμού, δηλαδή ο κλήρος, οι Φαναριώτες, οι προεστοί κι οι αδιάφοροι (ουδέτεροι) ξενιτεμένοι. Η πολιτική στοχοποίηση μεταβάλλεται σε ηθικολογία· είναι μια κλασική μέθοδος που χρησιμοποιείται σε όλες τις πολιτικές αντιπαραθέσεις· -υπογραμμίζεται εδώ ως παράδειγμα η στοχοποίηση του αμερικανού Προέδρου Κλίντον για τη σχέση του με τη Μόνικα Λεβίνσκι, παρά για τις κοινωνικές αποφάσεις του κόμματός του, την ίδια ώρα που τραγικά ποσοστά της Αμερικανικής κοινωνίας, κι όχι μόνο, μοιχεύουν και κατακρίνουν ως τάχατες «καθαρὰ» από αμαρτίες τους υπολοίπους, από τους οποίους οι πολιτικοί δεν απουσιάζουν.

δ) Στο τέλος του γραπτού της «Ελληνικής Νομαρχίας», το συσσωρευμένο μίσος ξεφορτώνεται, εκθέτοντας τα αίτια της τουρκοκρατίας, ως πολιτικής καταστάσεως· αυτά τα αίτια θεωρούνται η εκκλησία με τα ρασοφορεμένα μέλη της κι η απουσία αρίστων ρωμιών· με τη μόνη διαφορά ότι οι κληρικοί είναι υπαρκτοί ως πολιτικός αντίπαλος κι υπαρκτοί άνθρωποι της κοινωνίας, ενώ η απουσία αρίστων συμπολιτών όχι.

Δε χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να αντιληφθεί κανείς πως το γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένας λίβελος κι ας προσπαθούν οι νεοπαγανιστές κι άλλοι άθεοι να τον εντάξουν ως άλλο «Λόγο Ἀληθείας» κάποιου νέου φιλοσόφου Κέλσου στο οπλοστάσιό τους· εντούτοις η παρούσα εργασία έπρεπε να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο, των πολλών διακλαδώσεων χάριν συζητήσεως εις αντίκρουσή της, προς «διαφωτισμό» όσων δεν αντιλαμβάνονταν ή δεν είχαν χρόνο να αντιληφθούν το βαθύτερό της «εἶναι».

Όσον αφορά τον «Ανώνυμο Έλληνα» ως άνθρωπο,... «ὁ Θεὸς χωρέστον».

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ & «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ»

 

 

«Πέμπτον, η Ορθοδοξία συμπορευθείσα πάντοτε με τας πλέον αντιδραστικάς δυνάμεις απέβη φανατικός εχθρός της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού. Παρομοίως σήμερον τάσσεται κατά του ανοίγματος της ελληνικής κοινωνίας εις τον σύγχρονον κόσμον, αναθεματίζουσα τον εκσυγχρονισμόν των κοινωνικοοικονομικών δομών και την «παγκοσμιοποίηση. Αι ιδέαι αυταί προσπαθούν να ανακόψουν τον ρυθμόν προσαρμογής της χώρας εις τα διεθνώς κρατούντα και μας ωθούν προς την κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμησι.» (Πηγή: Παναγιώτης Μαρίνης, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 109, ένθετο «Θα αναγνωρισθεί επίσημα η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία;», εδώ)

 

Απολογητής:  Βέβαια «Αι ιδέαι αυταί» της Εκκλησίας δεν ήταν εκείνες που ενέπλεξαν την Ελλάδα εις την οικονομική κρίση των ετών 2010-2011 και «την κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμησι», μάλλον η πολιτική των διαφωτιστών.

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

Πρβλ. απάτη «Η Παρηγοριά & η Παρηγοριά»

 

 

 

 

Κανείς δε ξεχνά ότι ο χώρος του νεοπαγανισμού ήταν εκείνος που κυρίως διακίνησε διαδικτυακά την εργασία «Ἐλληνική Νομαρχία» στη νεότερη Ελλάδα, προσπαθώντας να κτυπήσει το ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τη σύσταση εθνικού κράτους· είναι ευνόητο ότι η σχέση αυτή, δηλαδή νεοπαγανισμού και «Ελληνικής Νομαρχίας» πρέπει να διερευνηθεί συστηματικά προς όφελος του αναγνώστη.

Ειδικότερα, υπάρχει ουσιώδης ειδοποιός διαφορά μεταξύ νεοδιαφωτιστικού αθεϊσμού, νεοπαγανισμού και θρησκευτικότητας του «Ανωνύμου του Έλληνος». Ο τελευταίος εις την εποχή του παρουσιάζεται ως φιλόθρησκος προς το Χριστιανισμό, παρότι έχει υποστεί επιρροές από την ιδεολογία του ορθολογισμού της Δύσης (βλ. Διαφωτιστικές επιρροές στην Ελληνική Νομαρχία)· κι αυτός είναι ο λόγος που κανείς Ορθόδοξος δε θα τον χρησιμοποιήσει σοβαρά για να συλλάβει θεολογικά συμπεράσματα ανωτέρου επιπέδου.

Πάραυτα και σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα των σημερινών διακινητών και διαφημιστών της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας», ο «Ανώνυμος Έλλην» εμφανίζει θεολογικές τάσεις χριστιανικής υφής απέχουσες χιλιάδες χιλιομέτρων από τους ειρημένους κύκλους· κι όχι μόνο αυτό. Παρότι υβρίζει αρκετούς ιερείς για τη στάση τους, εντούτοις αποδέχεται αυτούς ως τους μόνους ικανούς (βλ. Το Μεγαλύτερο Ατόπημα του Ανωνύμου) που μπορούν να μιλήσουν για επανάσταση εις τους Έλληνες έχοντας κάποιο αποτέλεσμα καταπείσεως επί αυτών:

α. «Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες!... », σελ. 117 

β. «ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν», σελ. 122

γ. «Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του», σελ. 124

δ. «Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ», σελ. 125

ε. «Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας», σελ. 126

στ. « Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.», σελ. 155

ζ. «Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της», σελ. 126

η. «Ναί, πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, ὁποὺ τὸ ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης φέρετε, μὴν ἀδημονήσετε ἀπὸ τοὺς λόγους μου, ὁποὺ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πατριωτικὴ ἀγάπη μου μοὶ ὑπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ με πρὸς τούτοις, ἂν οὕτως σᾶς φανῇ εὔλογον, διὰ τὴν τόλμην καὶ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖο σᾶς ὡμίλησα, καὶ κάμετε μὲ τὸ παράδειγμά σας, νὰ σιωπήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε χριστιανὸς ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς συμβουλεύῃ. [...] Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας. [...]

Ἐσεῖς δέ, ὦ ἐνάρετοι καὶ σεβάσμιοι ἄνδρες [πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου], ἂν καὶ ἀναγνώσετε ποτὲ τοῦτον μου τὸν λόγον, παρακαλῶ σας θερμῶς, νὰ μὴν ὑποψιάσητε εἰς ἐμένα οὔτε ἀνευλάβειαν, οὔτε κακοήθειαν. [...] Ἐγώ, βέβαια, ἂν δὲν ἐγνώριζα καὶ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως πολλοὺς ἐναρέτους σοφοὺς ἱερεῖς καὶ ἀληθεῖς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἤθελα ἀρχίσει ποτὲ νὰ γράψω. Ἔγραψα, διότι ἐλπίζω τὸ περισσότερον ἀπὸ ἐσᾶς. Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.

Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, διὰ νὰ δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ. [...]

Ἐσεῖς δέ, ὦ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, ὁποὺ καὶ τὸ πολύτιμον φόρεμα τῆς διδασκαλίας ἔχετε, καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τοὺς νέους διδάσκετε, μὴν ἀμελήσητε καὶ διὰ φωνῆς, καὶ διὰ γραμμάτων, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐσεῖς ἔχετε διὰ τοιοῦτον τέλος τὰ ἀναγκαιότερα μέσα, τὴν ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν σοφίαν.», σσ. 125-126

θ. «Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην.», σελ. 14

ι. «ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά», σελ. 23

ια. «Τὰ πάθη, πρὸς τούτοις, τῆς ψυχῆς, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πεπροικισμένος ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ συχνάκις πολλὰ μεγαλειτέραν, ἀπὸ τὰς καθ᾿ αὑτὸ χρείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλάκις ἕνα ἐραστὴν νὰ φονεύεται διὰ τὴν ἀπιστίαν τῆς φίλης του, καθὼς καὶ ἕνας φιλάργυρος θανατοῦται, ὅταν τοῦ κλεφθῇ ὁ θησαυρός του, καὶ οὕτως καθεξῆς.», σελ. 44

ιβ. «Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των!», σελ. 64

ιγ. «Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας. Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του..», σελ. 93

ιδ. «Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160

ιε. «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100

ιστ. «τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ;  [..] τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; [...] τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; [...] τὴν φιλανθρωπότητα; [...] τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, [...]», σσ. 100-101

ιζ. «Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 114

ιη. «Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι;», σελ. 120

ιθ. «Τί ἤθελεν εἰπεῖ, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες, ὁ Λόγος τῆς Σοφίας, ὁ ἡδύτατος Χριστός, εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηρέτας του; », σελ. 118

κ. «Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ!», σελ. 121

κα. «Ἐνθυμήσου μίαν φορὰν διὰ πάντα, ὅτι ὁ Χριστὸς σοῦ παραγγέλλει νὰ ἰατρεύσῃς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ», σελ. 123

κβ. «Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.», σελ.126

Τα άνωθι γραφόμενα εκθέτουν και τα περισσότερα θεολογικά παραδείγματα του βιβλιαρίου της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας». Πέρα όμως από τις διαφορές της προειρημένης με τις θεολογικές απόψεις διαφωτιστών και νεοπαγανιστών που κάνουν χρήση αυτής, υπάρχουν κι άλλες διαφορές. Έτσι λοιπόν:

α. η «Ἑλληνική Νομαρχία» καταδικάζει την ασχολία με τη γραμματική της ελληνικής γλώσσας εις βάρος άλλων σπουδών και προωθεί τη δημοτική γλώσσα:

«Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· (σελ. 149)

[...]

 Ὤ, πόσον ταχύτερα καὶ εὐκολώτερα ἤθελε φωτισθῶσιν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, ἂν αἱ παραδόσεις τῶν ἐπιστημῶν ἐγίνοντο εἰς τὴν ἁπλῆν μας διάλεκτον! Ἄμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφεῖς νὰ πλουτίσωσι καὶ τιμήσωσι τὴν γλῶσσαν μας μὲ τὰ πονήματά των, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ μείνῃ μία μάθησις ξεχωριστή, καὶ νὰ νομίζηται ὡς ἕνας στολισμὸς κατὰ μέρος ἑνὸς μαθητοῦ, καὶ ὄχι ποτὲ ἀναγκαῖον μέσον, καθὼς ἦτον, ἕως τὴν σήμερον, εἰς τὸ νὰ σπουδάσῃ τινὰς τὰς ἐπιστήμας. Καὶ διατί νὰ χάσῃ ὁ ταλαίπωρος νέος τρεῖς καὶ τέσσαρας χρόνους εἰς τὴν σπουδὴν μιᾶς γλώσσης -καὶ σχεδὸν νὰ μὴν τὴν μάθῃ!- εἰς καὶ καιρόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε μὲ ὀλιγοτέρους κόπους- οὖσα ἡ σπουδὴ μιᾶς γλώσσης ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ - καὶ εἰς ὀλιγότερον καιρὸν νὰ σπουδάσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐντελῶς τὰς ἀναγκαιοτέρας τῶν ἐπιστημῶν; Ἂς ἀποδώσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τυφλότητά μας, μαζὶ μὲ τόσας ἄλλας, εἰς τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὄλεθρος τοῦ ὀρθῶς νοεῖν, καὶ ἂς ἐλπίσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ἠμποροῦν, ἀφοῦ τὸ εἰπῶσι, νὰ τὸ κάμωσιν ἐνταυτῷ, ἐγὼ δὲ σιωπῶ ἐξ αἰτίας τῆς συντομίας, ὁποὺ εἶμαι στενοχωρημένος νὰ φυλάξω. Τὸ κοινὸν ὄφελος πρέπει νὰ προκρίνεται ἀπὸ τὸ μερικόν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ νεολαία δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ πλέον τοιαύτην ἀνόητον συνήθειαν, ὁποὺ νὰ ζητῇ τὰ ἀφανῆ διὰ τῶν ἀφανῶν, οὔτε μερικοὶ διδάσκαλοι νὰ καυχῶνται παραπολὺ διὰ τὸ ὅτι ἠξεύρουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν μὲ τινάς, οἵτινες ὄντες γυμνοὶ εἰς τὸ σῶμα, φέροσι πολύτιμα καλύμματα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα νέον ὁποὺ εἶχε σπουδάξει δέκα ἓξ χρόνους εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Πάτμου, καὶ ἦτον εἴκοσι ἓξ χρόνων, ὅταν ἐβγῆκεν μὲ τὸ τίτλον τοῦ λογιωτάτου, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤξευρε νὰ παραστήσῃ πῶς γίνεται ἡ ἔκλειψις τῆς σελήνης. Ἤξευρεν ὅμως ἐκ στήθους ὅλον σχεδὸν τὸ τρίτον τοῦ Γαζῆ.», σελ. 150

Είναι γνωστό πως ο ιερεύς του Διός Παναγιώτης Μαρίνης επιτίθετο κατά της Χριστιανοσύνης υπερασπιζόμενος την «ἀττικήν διάλεκτον» (βλ. σελίδα γλώσσα)

 

Δεξιά: Παναγιώτης Μαρίνης, Πρ. Ελληνικής Εταιρίας Αρχαιοφίλων και μέλος της Επιτροπής για την αναγνώριση της Ελληνικής θρησκείας του 12θέου (Πηγή: Τηλεοπτικός σταθμός Alter, εκπομπή «Χωρίς Μοντάζ ΙΙ», Σάββατο 07/02/2004)

 

β. Το θέατρο, για το οποίο έχουν κατηγορηθεί οι Χριστιανοί από τους νεοπαγανιστές (β. σελίδα μονομαχίες), υπονομεύεται έναντι άλλων υποχρεώσεων, και συγκεκριμένα οικογενειακών, δηλαδή ηθικών, μαζί με τα αγάλματα, την ποίηση και τα τραγούδια:

1. «Πῶς νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;», σελ. 134

2. «Ἂν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς καταλαμβάνῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀλλογενῆ, τότε ἀναγινώσκει μὲ εὐχαρίστησιν τὰ δράματα τοῦ θεάτρου, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, τὰ ποιήματα χωρὶς νόημα, ἀλλὰ τὸν Πλούταρχον καὶ τὸν Ξενοφῶντα ἴσως τοὺς νομίζουσιν Ἀμερικάνους.

Τρέχουσι μὲ κάθε ταχύτητα εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἀκούσωσι τὸ τραγώδιον μιᾶς γυναικός, ἢ ἑνὸς ἀνδρός, ἢ ἄλλου τινὸς εὐνούχου, καὶ τοὺς ἐφημίζουσι - ἀλλ᾿ ὅποιος τοὺς διηγηθῇ τὰ βάσανα τῆς πατρίδος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ τοὺς ἔδερνε, καὶ φεύγουσι πάραυθα. Στέκονται μὲ ἄκραν ὑπομονήν, καὶ πολλάκις χωρὶς εὐχαρίστησιν, νὰ θεωρῶσι τοὺς χοροὺς εἰς τὸ θέατρον καὶ τὰ ἀγάλματα τῆς ἀσωτείας τριγύρωθεν, ἀλλ᾿ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοδεύσουν μίαν ὥραν εἰς ἀνάγνωσιν τῆς πατρικῆς μας ἱστορίας. Καὶ οὕτως κεχαυνώνονται, εἰς τρόπον, ὁποὺ καθίστανται ἄξιοι συμπονέσεως. Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν, φθείροσι τὰ ἤθη των μὲ τὴν ἀσωτείαν, καὶ γίνονται ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη.», σσ. 129-130

3. «Ἡ ὁμιλία τῶν χρυσολάτρων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὰ βαμπάκια καὶ τελειώνει εἰς τὰ φασούλια, ἡ δὲ τῶν νέων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὸ θέατρον καὶ παύει εἰς τὰς γυναῖκας.», σελ. 132

γ. Τορπιλίζονται από τον «Ανώνυμο Έλληνα» τα μακιγιάζ, τα οποία δημιουργούν «ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα»· για τα «ψιμίθια» είχε κατηγορήσει ο Παναγιώτης Μαρίνης το Χριστιανισμό (βλ. σελίδα Χριστιανικές Διδασκαλίες):

1. «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134

2. «Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος;», σελ. 135

3. «Εἶναι μερικοὶ νέοι, ὁποὺ χρωματίζουσι τὸ πρόσωπόν τους ὡς αἱ πόρναι.», σελ. 131

 

Αριστερά: «Ο Χαμένος Διόνυσος. Η «τυποποίηση» της ζωής σκότωσε την χαρά και τον έρωτα» (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 200-201, εξώφυλλο)

 

δ. Παρότι υπάρχει τουλάχιστον μια όποια θεωρητική συμφωνία για τους γάμους ομοεθνών, μεταξύ «Ανωνύμου του Έλληνος» και παγανιστικών διδασκαλιών του Παναγιώτη Μαρίνη (βλ. σελίδα Γλώσσα), εντούτοις δεν παύει μία έκφανση τους να καθίσταται καταδικαστέα, προκαλώντας δυσφορία εις τις διδασκαλίες του νεοπαγανιστικού περιοδικού «Δαυλός»· αυτές αναφέρονται στον έρωτα και τη χαρά έναντι όλων των άλλων υποχρεώσεων (βλ. σελίδα Διόνυσος). Είναι γνωστό ότι, όταν η χριστιανική θρησκεία λέγει πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να χάνεται σε πολλές ασχολίες, δίχως πρώτα να έχει στόχο του τη σχέση του με το Θεό, οι παγανιστές χλευάζουν· παράλληλα όταν οι υποχρεώσεις προς την πατρίδα ξεκάνωνται από τα ερωτικά ξεφαντώματα και τις ποίκιλλες χαρούμενες και διασκεδαστικές ασχολίες, τότε οι νεοπαγανιστές συμφωνούν εις την καυτηρίασή τους σιωπώντας την κριτική στα περιοδικά τους:

1. «Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν», σσ. 135-136

2. «Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν, καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας ἀρχοντίσσης, καὶ πλέον ἄλλο δὲν τοὺς μέλει.», σελ. 132

3. «Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε κἂν σᾶς ἐνθυμοῦνται, οὔτε κἂν ἐρωτῶσι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχῃ πλέον. Ἡ πατρὶς αὐτῶν εἶναι καμμία πόρνη, ὁ στοχασμός των εἶναι αἱ τρυφαί», σελ. 130

4. «Ποῦ πατρίς! Ποῦ Ἑλλὰς δι᾿ αὐτούς! Αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν, παρὰ τὴν κατοικίαν τῆς παλλακίδος των...», σελ. 130

5. «Αὐτοί, ἀφοῦ μάθουν νὰ χορεύουν καὶ νὰ τραγωδῶσι, νομίζονται πλέον τέλειοι πολῖται.», σελ. 131

Επεκτείνοντας τους «πατριωτικοὺς» συλλογισμούς του, ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην» θα μαρτυρήσει πως ο γάμος κι ο έρωτας είναι προς τεκνοποίηση·  «ἀλλότριες σχέσεις» και «σύμφωνα συμβιώσεως» με στόχο την καλοπέραση δε φαίνεται να ικανοποιούν τους «ἐθνικοὺς ἡγέτας τοῦ διαφωτισμοῦ»:

6. «Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς;»., σσ. 135-136

Αυτή η εκκοσμίκευση της διδασκαλίας της παράδοσης τέκνων εις δόξα Θεού, εις δόξα την πατρίδος του Διαφωτισμού, είναι μια αντιγραφή από τον Ρήγα Φεραίο:

«Η πατρίδα ήταν η πηγή των γλυκύτερων συναισθημάτων: και μόνη  "ἡ ἐνθύμησις τῆς πατρίδος μου... μὲ ἐπαρακίνησε νὰ δακρύσω" μας πληροφορεί ένας από τους ήρωες του Ρήγα. Δικαίωση του έρωτα γινόταν έτσι η ευγενική επιδίωξη να φέρει στον κόσμο κανείς παιδιά για να υπηρετήσουν την πατρίδα [Ρήγας Βελενστινλής, Σχολεῖον τῶν ντελικάτων ἐραστῶν, σσ. 63, 68 και passim]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 297)

Η «ελευθεριάζουσα» σεξουαλική διδασκαλία των νεοπαγανιστών διαλύεται από τον «Ανώνυμο Έλληνα»:

7. «Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του· ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του·», σελ.24.

ε. Περεταίρω, ο «Άνώνυμος Ἕλληνας» θα επιτεθεί στα όσα με αποτυχημένες δικανικές αγορεύσεις υποστηρίζουν οι νεοπαγανιστικοί κύκλοι στη νεότερη Ελλάδα (βλ. σελίδα Βίβλος), δίνοντας αξίας δηλαδή για ακόμη μια φορά στις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων ενάντια εις την «διαρκούσαν καλοπέρασιν» :

«Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;  Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά, διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις κάθε στοχασμόν, ὁποὺ ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ ἡ μεγαλειότης του τὸν διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον πατέρα δι᾿ αὐτά», σελ. 65

στ. Υπάρχει δε κάτι χειρότερο που σύει την νεοπαγανιστική επιχειρηματολογία. Αυτή είναι η κολακεία του «Ανωνύμου του Έλληνος» για την πολεμική ικανότητα των Χριστιανών, την οποία εξωπραγματικά οι νεοπαγανιστές αντικαθιστούν με το «σφάξον με Ἀγὰ μου νὰ Ἀγιάσω»:

«Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.», σελ. 86

ζ. Η εθνικιστική μανία των νεοπαγανιστικών κύκλων δε συνάδει επ’ ουδενί με τα σχέδια του Ρήγα για μια Βαλκανική των εθνών:

«Ἀλλ᾿ ἰδοὺ πάλιν ἄλλος, ἀπ᾿ ἐκείνους ὁποὺ κρίνουν τὰ πράγματα καθὼς τὰ βλέπουν, καὶ ὄχι καθὼς εἶναι, νὰ λέγῃ: «Ἔ! ἕνας ἦτον ὁ Ρήγας, καὶ ἄλλος δὲν εὑρίσκεται». Ὤ, πόσον λανθάνεται, ὅποιος ἔτζι στοχάζεται! Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω τοιαύτην ἀτιμίαν τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ μάλιστα τοῦ γένους μας, πιστεύοντάς το. Καὶ ἂν μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἐφάνη, ὄχι διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου; Μόνον οἱ ἀκατάπειστοι ἂς προσμείνουν νὰ ἰδοῦν εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐντροπήν τους.

Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε μερικὰς ἐνθυμήσεις, ὁποὺ τώρα θέλω σᾶς καταγράψει, διὰ νὰ δώσω τέλος τοῦ λόγου μου, καὶ ἐνταυτῷ νὰ ἀποδείξω τὰ μέσα μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ ἐπανορθώσεως τοῦ γένους μας.», σσ.  159-160

η. Άπειρες φορές οι νεοπαγανιστές κατηγορούν τους χριστιανούς ως θανατολάτρες ή αρνησίζωους. Να όμως τι διδάσκει ο εθνικισμός τους, που εισήχθη παρέα με το διαφωτισμό των εθνικών επαναστάσεων στον βαλκανικό χώρο:

«Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν;», σσ. 52-53

θ. Ο υπερήφανος ανθρωποκεντρισμός του νεοπαγανισμού και του ορθολογισμού ή η θεοποίηση του ανθρώπου του αρχαίου παγανισμού κατακεραυνώνεται εις την «Ελληνική Νομαρχία»· ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως κάτι το «ἀτελές» που βρίσκεται εν διαστάσει με το «ἐντελές» :

«Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν ἀτελειότητα φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς οὐδέν, δὲν εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.», σελ. 60

ι. Η διδασκόμενη από τους νεοπαγανιστές υπερηφάνεια, περικλείεται υπό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ανάμεσα σε πλειάδα αρνητικών χαρακτηριστικών των Τούρκων:

«Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα. Τὰ ἤθη των εἶναι βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος.», σελ. 77

ια. Ο ακόλουθος χλευασμός του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τις πρακτικές της θρησκεία του Σουλτάνου μπορεί να στραφεί δίχως πρόβλημα ενάντια εις τους «καθαρμούς» της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας:

«Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.», σελ. 81

ιβ. Αμφισβητείται η δικαιοσύνη της «μητέρας φύσεως» προς τον ελληνισμό:

«Ὁ κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τὸν σπόρον τοῦ γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δουλεύσῃ μαζὶ μὲ τὴν συμβίαν του καὶ τέκνα του δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον, ἀφοῦ, λέγω, ἀφανίσῃ τὰ βόδια του καὶ καταχαλάσῃ τὰ ἐργαλεῖα του, συνάζει, τέλος πάντων, τὸν καρπόν, -καὶ πολλάκις ἡ φύσις δὲν ἀνταποκρίνεται δικαίως εἰς τοὺς κόπους του», σελ. 82

ιγ. Θεωρείται η ομοφυλοφιλία των αρχαίων θεών, ατιμία της φύσης, εις το παράδειγμα του Σουλτάνου:

«Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην χρῆσιν προσδιωρισμένους.», σελ 78

ιδ. Η αρχαία γραμματεία μαζί με την ιατρική, που το τόσο χρησιμοποιούν οι παγανιστές στα επιχειρήματά τους κατά των Χριστιανών, υποτροπιάζουν έναντι του «πατριωτισμοῦ»:

«Μερικοὶ νέοι μάλιστα, εὐθὺς ὁποὺ ἀλλάξουν τὰ φορέματα τῆς πατρίδος, θέλουσιν ἐξ ἀποφάσεως νὰ φανῶσιν ἀλλογενεῖς καὶ σχεδὸν δὲν καταδέχονται οὔτε κἂν νὰ συναναστρέφωνται εἰς τὴν ὁδὸν μὲ τοὺς ὁμογενεῖς των. Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν, τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας; Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.», σελ. 131

ιε. Γνωστές οι περί γλώσσας θέσεις του Π. Μαρίνη κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο διαφωτισμός που επηρέασε τον «Ανώνυμο Έλληνα», καθώς κι ο τελευταίος, εις αντίκρουσή του:

Ι. «Ὧ ἀναγνώστα! [...] ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι·», σελ. 9

ΙΙ. «Η φιλοδοξία του Κατήφορου για τη νέα του γραμματική, η οποία ενσυνείδητα καινοτομούσε σε σχέση με τις καθιερωμένες μεσαιωνικές γραμματικές του Κωνσταντίνου Λάσκαρη και του Θεόδωρου Γαζή», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 49)

ΙΙΙ. «Η μηχανική εκμάθηση γραμματικών και συντακτικών τύπων και η αποστήθιση κανόνων σε μια ακατανόητη γλώσσα κατέπνιγαν κάθε δημιουργική ενέργεια στα πνεύματα των μαθητών και τους ενέπνεαν μίσος για τη γνώση, μίσος που διαιώνιζε την άγνοια και τον σκοταδισμό στην ελληνική κοινωνία. [Δ. Καταρτζής, Τα ευρισκόμενα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, σσ. 29-35]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 203)

IV. Ο Κοραής θεωρούσε την ουσιαστική μόρφωση υπέρ της οποίας τάσσονταν ως «την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας που θα συνδύαζε την ηθική της κλασσικής εποχής με τη σύγχρονη φιλοσοφία και επιστήμη. Επέμενε ότι η αναγέννηση στην Ευρώπη είχε συντελεστεί με αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια η αναγέννηση ης Ελλάδας μπορούσε να επιτευχθεί με την ίδια μέθοδο [Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, τομ. Α, Παρίσι 1833, σσ.249-251]: "Περισσότερον ἤθελ’ ὠφελήσειν τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς" [ό.π, σελ. 67],», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 398)

ιστ. Τέλος, ο «Ανώνυμος Έλλην» στο λίβελό του, είναι επηρεασμένος από την αρχαία διαμάχη του φιλοσοφικού κόσμου μεταξύ Νόμου/Πολιτισμού και Φύσης/Βαρβαρότητας, την οποία αυτός ατυχώς προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει λόγια σε μια ήδη οργανωμένη κοινωνία χιλιάδων ετών, η οποία άφησε το «σπήλαιο των Νεάντερνταλ» εντελώς έρημο, ήδη από την εκκίνηση της ιστορίας της.

Οι νεοπαγανιστές της Ελλάδος, εις πλείστα επιχειρήματά τους, περιστρέφονται γύρω από τη προσπάθεια διαφύλαξης του «ελληνικού πολιτισμού», έναντι μιας «απολίτιστης Ιουδαϊκής αίρεσης της Ερήμου», του Χριστιανισμού, κατά τη δική τους πάντα ιδεολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο, έρχονται εις την μεγαλύτερη αντίφαση με το έργο που προβάλλουν στις σελίδες και τα βιβλία τους, καθόσον ο ίδιος ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» δείχνει επηρεασμένος από το ένα σκέλος αυτής της αρχαίας φιλοσοφικής διαμάχης, Νόμου και Φύσεως, και φαίνεται να έχει πιστέψει ως ανώτερη εκείνη την άνευ πολιτείας (προ-βάρβαρη), επισφαλή, «ηρωική», αλλά χαζή, «επιβίωση» του ανθρώπου, τύπου «Κόναν ὁ Βάρβαρος»:

α. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ. 14

β. «Ἕως ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἠμπόρεσε νὰ τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του, ἕως τότε ἐσώθη ἡ φυσικὴ ζωή, καὶ βέβαια ἡ εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων», σελ. 14

Ασφαλώς, οι νεοπαγανιστές δε θα τονίσουν ποτέ εις τους αναγνώστες τους τέτοια αποσπάσματα της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»· γιατί τέτοιες παρουσιάσεις είναι ασύμφορες για την ιδεολογία τους περί «ἐννόμου πόλεως» (βλ. Παναγιώτη Μαρίνη) και δεν τους βοηθούν εις την στηλίτευση του Ορθοδόξου Μοναχισμού (βλ. Παναγιώτη Μαρίνη στη σελίδα Μοναχισμός). Κι όχι μόνο γι’ αυτόν το λόγο· αλλά γιατί είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να πείσει κανείς έναν αστό του 2011, ότι τον συμφέρει να εγκαταλείψει τη σιγουριά της επιβίωσης, που του προσφέρει η τεχνολογία της εποχής του, μέσα εις την κοινωνία των πολλών συνεργαζόμενων ανθρώπων της πόλεως, για μια αμφίβολη «εὐτυχία» τύπου δασικού ατεχνολογήτου παγανισμού, σαν κι αυτή του Αβοριγίνα της Αυστραλίας ή του Αμαζονίου της Βραζιλίας.

Αυτές οι θέσεις είναι δάνεια κι αυτούσιες αντιγραφές από διαφωτιστές, για τις οποίες οι νεοπαγανιστές κι άλλοι λαλίστατοι αντιχριστιανοί διανοουμένοι αποκρύβουν όταν αντιμάχονται την Ορθοδοξία:

«Κατά την εποχή αυτή είχε αποκτήσει φήμη μεγάλου συγγραφέα ο Ρουσσό (Jan Jacques Rousseau, 1712- 1778). [...] Ο Ρουσσό δεν ήθελε να οργανώσει το κράτος έχοντας ως πρότυπο το αγγλικό, γιατί είχε τη γνώμη ότι οι Άγγλοι έχουν φαινομενική ελευθερία και όχι πραγματική. "Οι άνθρωποι, έλεγε, πρέπει να συγκεντρώνονται και να θεσπίζουν τους νόμους απευθείας οι ίδιοι, όπως γινόταν στα αρχαία κρατίδια, γιατί η κοινή θέληση ζητεί πάντοτε το άριστο" Ο Ρουσσό πιστεύει ότι ο άνθρωπος από τη φύση είναι πλασμένος καλός, αλλά τον έχει διαφθείρει ο πολιτισμός. Για να διορθωθούμε και να αποκτήσουμε την παλιά αθωότητα, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη φύση".

[...]

Γενικά ήταν πάρα πολύ σπουδαία η επίδραση του Ρουσσό. Οι πιο ριζοσπαστικοί από τους επαναστάτες είχαν συνήθως στα χείλη τους γνώμες και φράσεις δικές του, ενώ ο συναισθηματικός και ονειρεμένος συγγραφικός τρόπος του προετοίμασε το ρομαντισμό του Ιθ΄αιώνα», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σ. 211)

Αυτή η βάρβαρη, για το Θουκυδίδη, μοναχική επιβίωση με τη σπάθη εις τη φύση, συνεπικουρείται εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος» από το μαστίγωμα εκείνων των αγαθών, που οι νεοπαγανιστές, ιδίως δια μέσω του Παναγιώτη Μαρίνη, διαφυλάσσουν ως «τὴν κόρην τοῦ ὅφθαλμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ»· αυτά τα αγαθά, αντιθέτως και παραδόξως χαρακτηρίζονται από τον  «Ανώνυμο Έλληνα»  ως «ἐφευρέματα τῆς βαρβαρότητος» (!):

«Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;», σελ. 65

Πού είναι στα αλήθεια οι αστοί διαφωτιστές; πού είναι στα αλήθεια οι αστοί νεοπαγανιστές; γιατί ξεχνούν τις καταγγελίες του «Ανωνύμου του Έλληνος» κατά των ιδεολογημάτων τους ενώ υποκρίνονται ότι στρέφονται ενάντια εις τους πνευματικούς τους αντιπάλους μόνον;

Ίσως βέβαια προτείνουν πως αυτές οι συμπάθειες του «Ανωνύμου του Έλληνος» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα είδος ρητορικού καμουφλάζ των διαφωτιστικών, ως κοσμικότητας, επιρροών που είχε δεχθεί. Αν αποδεχθούν κάτι τέτοιο, πως δηλαδή ο «Ανώνυμος Έλλην» συνειδητά ψεύδεται ορισμένες φορές, τότε θα πρέπει ίσως να απορρίψουν πως λέγει την αλήθεια για τα υπόλοιπα ζητήματα, υπερβάλλοντας κατά των Εκκλησιαστικών: «μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν», σελ. 11

Οι νεοπαγανιστές δε, θα αποκρύψουν και τις αρχαίες καταβολές των θεωριών της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»·  ο Αντίφων ο σοφιστής, Ε΄ αιώνας π.Χ. διαστέλλει τη φύση και τον νόμο, τη φύση και τα έθνη, εξομοιώνοντας βδελυρώς για τους νεοπαγανιστές Έλληνες & Βαρβάρους, λέγοντας ότι η ανισότητα είναι γέννημα του νόμου της πολιτείας:

«τὰ μὲν γὰρ τῶν νόμων ἐπίθετα, τὰ δὲ τῆς φύσεως ἀναγκαῖα... τὰ πολλὰ τῶν κατὰ νόμων δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται» και «φύσει πάντα πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες…οὔτε βάρβαρος ἀφώρισται ἡμῶν οὐδεὶς οὔτε Ἕλλην, ἀναπνέομεν τε γὰρ εἰς τὸν ἀέρα ἅπαντες κατὰ τὸ στόμα καὶ κατὰ τάς ρῖνας». (Πηγή: Κ.Δ. -Ν.Σ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ΄, σελ. 939)

Τη σπουδαιότερη όμως επιχειρηματολογία του «Ανωνύμου του Έλληνος» η οποία πίπτει έως ταφόπλακα εις την μανία των νεοπαγανιστών για την χρήση επιχειρημάτων «ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ», όπως είναι το θέατρο, οι τέχνες (συμπεριλαμβανομένης της γλυπτικής) κ.α., αποτελεί η πολεμική του κατά της πολυτέλειας· πολιτισμός είναι ότι βρίσκεται πάνω από την επιβίωση:

«Πολιτισμός είναι όσα ο άνθρωπος δημιούργησε και τον βοήθησε να ανέβει από την κατηγορία του ζώου, στο επίπεδο του «έλλογου όντος». Όλα όσα είναι πέρα από τη μέριμνα για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του είδους(Πηγή: Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, σελ. 24)

Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα βάλει κάθε τι που βρίσκεται πάνω από την επιβίωση στην αχρηστία της πνευματικής δουλείας, παρότι φαντάζεται μέσα στο γραπτό του πολιτείες, αναγνωρίσεις ηρώων κι άλλα συναφή:

α. «Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62

β. «Ἡ πολυτέλεια δὲ ὡς γέννημα καὶ ἀποτέλεσμα σκιώδους καὶ φανταστικῆς δυνάμεως», σελ. 103

Εξηγεί δε, ότι αυτή η πολυτέλεια επέρχεται από τη γέννηση των χρημάτων:

γ. «Ἡ ἐφεύρεσίς των [χρημάτων] ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν, [...] Αὐξάνοντας λοιπὸν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον αἱ χρυσαῖ μονάδες καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ αὐξήσουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα, ἐφευρέθησαν τὰ μὴ ἀναγκαῖα. Καὶ οὕτως ἐγεννήθη ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους.», σσ. 102-103

Λεπτομερέστερα ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζει πως η πολυτέλεια γεννήθηκε από τα μη αναγκαία, τα οποία με τη σειρά τους γεννήθηκαν από την περίσσεια της τροφής και δηλαδή από την ανάγκη της επιβίωσης:

δ. «Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἤρχισαν νὰ πληθύνουν τὰ μὴ ἀναγκαῖα πράγματα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ τὸ περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν, δὲν ἦτον ἀναγκαῖον εἰς κανένα, ὡσὰν ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώγει, ἀφοῦ χορτάσῃ·». σελ.103

Βάση όλων των ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο συγγραφέως της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», αν και αρέσκεται φιλοσοφικά εις την προτίμηση της βαρβαρότητας, όπου «ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων», ή στην προτίμηση της κατάργησης των «μὴ ἀναγκαίων» πραγμάτων του πολιτισμού, διαρκώς επιζητά πρακτικά από τους αναγνώστες του τη δημιουργία του τελευταίου, δια μέσω των «Νόμων», με μια παράξενη πνευματική αναντιστοιχία θεωρίας και πράξης, σαν κι αυτή όταν κατηγορεί το «Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον»· δε χάνει δε ευκαιρία να κατηγορεί διαρκώς όλους τους υπολοίπους, όπως και τους ιερείς, για την άγνοια τους γύρω από την επιστήμη, εκείνη που αυτός «ἐδυνήθηκε» να διδαχθεί εις την «Ἐσπερίαν»:

«Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη»», σελ. 111

Όμως, τί να την κάνει άραγε «ὁ Ανώνυμος Έλλην» την επιστήμη, και γιατί την αναζητά κι επιζητά εις σε άλλους, αφού πιστεύει και προτιμά την «ἀληθήν εὐτυχίαν» της απολίτιστης βαρβαρότητος; Τί ζητούν δε οι νεοπαγανιστές κι τινές άθεοι νεοδιαφωτιστές με την ανακύκλωση των παλαιών ρητορειών του «Ανωνύμου του Έλληνος» στη νεότερη Ελλάδα, πέρα από την απλοϊκή χρήση των ως «ἱερὰ σκώματα ἐνός γελοτωποιοῦ»; Τί συζητούν περί επιστημών παρέα με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», όταν ο ίδιος ο τελευταίος παραιτείται της επιστητής γνώσεως;

«Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην. Ἡ μεγαλειτέρα ἀμάθεια εἶναι, ἀδελφοί μου, τὸ νὰ θέλῃ τινὰς νὰ μάθῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ. Ὅθεν, ὅποιος γνωρίζει τὰ ὅσα δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰ παραιτεῖ, εἶναι ὁ σοφώτερος τῶν ἀνθρώπων.», σελ. 14

Τέλος, επειδή ο «Ανώνυμος Έλλην» πρόσκειται εις το πολιτικό κίνημα του Διαφωτισμού παρατίθενται εδώ δυο τινά:

α. «...ο Μοισιόδαξ αναφωνούσε με κάποια δυσφορία, ότι επιτέλους και οι αρχαίοι ήταν και αυτοί ανθρώπινα πλάσματα προικισμένα "μὲ μίαν πεπερασμένην καὶ ἀτελῆ φύσιν, ὅπως καῖ οἱ έπίλοιποι ἄνθρωποι". Επιπλέον ήταν εκτεθειμένοι "εἰς τὴν μαγγανείαν τῆς ἀπάτης, εἰς τὴν βραχύτητα τῆς ζωῆς, εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ καιροῦ" και σε όλους τους άλλους περιορισμούς, στους οποίους υπόκειται η ανθρώπινη φύση», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 228-229)

β. «Οι Ιακωβίνοι είχαν υποσκάψει το κύρος του πολιτικού κλασικισμού, αποδεικνύοντας ότι το πρότυπο της αρχαίας δημοκρατίας όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα νεότερα προβλήματα, αλλά αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για την ελευθερία», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 385)

 


 

ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 

[Εἰσαγωγὴ] [Βιβλίο πρῶτο] [Βιβλίο δεύτερο] [Βιβλίο τρίτο] [Βιβλίο τέταρτο] [Βιβλίο πέμπτο] [Διάλογος]

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Ἤτοι Λόγος περὶ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Δι᾿ οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς, ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην, καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.

Συντεθείς τε καὶ τύποις ἐκδοθεὶς ἰδίοις ἀναλώμασι πρὸς ὠφέλειαν τῶν Ἑλλήνων

ΠΑΡΑ

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ

Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806.

 

ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ

Ὦ Ἀναγνῶστα!

Ἐπειδὴ ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία διεξοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας· ἐπειδὴ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων ὁποὺ κατὰ συνήθειαν, καὶ χωρὶς αἰτίαν κάμνουσι, ὡς οὐδὲν κρίνω· ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι· ἐπειδὴ νομίζω ἄχρηστον νὰ ἀποκριθῶ εἰς ὅσους ἤθελαν ἐρωτήσει, διατί κράζομαι ἀνώνυμος· καὶ ἐπειδὴ τέλος πάντων προσμένω μὲ πόθον νὰ λάβω καμμίαν ὀρθὴν ἑρμηνείαν, καὶ διόρθωσιν εἰς κανένα σφάλμα μου ἀκούσιον: διὰ τοῦτο, εἰς ἄλλο τι δὲν χρησιμεύει ἡ παροῦσα μου ξεχωριστὴ Ἐπιστολή, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ σὲ εἰδοποιήσω, ὅτι, ἀνίσως ὁμοιάζεις ἐκείνους ὁποὺ προφέρουσι τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος χωρὶς νὰ ἀναστενάζωσι, νὰ μὴν χάσῃς τὸν καιρόν σου ματαίως εἰς τὸ νὰ ἀναγνώσῃς τὸ πονημάτιόν μου τοῦτο.

Ἔρρωσο.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ

τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήτου Ἕλληνος
ΡΗΓΑ
τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος,
χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ
πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι.

Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor(*)
Virg.

Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως, παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι᾿ ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἅπασα θέλει δοξάσει διὰ παντὸς τὸ ἀθάνατον ὄνομά σου, συναριθμοῦσα αὐτὸ εἰς τὸν κατάλογον τῶν Ἐπαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καὶ Θρασυβούλων.

(*) Ἀναφανῆναί τις ἐκ τῶν ὀστέων ἡμῶν ἔκδικος. Βιργ.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ἤτοι Λόγος περὶ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 

Ἐσεῖς, ὦ ἀθάνατοι ψυχαὶ τῶν ἐλευθέρων προγόνων μου! ἐνδυναμώσατε τώρα τὸν ζῆλον μου μὲ τὰ ἡρωϊκά σας ἐντάλματα, διὰ νὰ ἐκφράσω, καθὼς πρέπει, τὰ τῆς ἐλευθερίας κάλλη εἰς τοὺς ἀπογόνους σας. Καὶ σύ, ἱερὰ Πατρίς, ἐγκαρδίωσον καὶ στερέωσον τὴν πρὸς σὲ ἀγάπην μου, μὲ τὴν ἐνθύμησιν τῶν παλαιῶν τερατουργημάτων σου, διὰ νὰ παραστήσω μὲ σαφήνειαν εἰς τὰ τέκνα σου τὰς φοβερὰς χρείας σου, καὶ νὰ ἐνθουσιάσω τὰς ἑλληνικάς των καρδίας μὲ τὸν θεῖον σου ἔρωτα.

Ναί, φιλτάτοι μου Ἕλληνες, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι δύσκολον δι᾿ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἡ Πατρὶς τὸ ζητεῖ, τὸ χρέος μου μὲ βιάζει, καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν. Ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων, θέλει καλλωπίσει τὸν λόγον μου ἡ διήγησις τῶν θαυμαστῶν ἔργων τῶν πάλαι Ἡρώων, ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων.

Ἄμποτες, λοιπόν, νὰ ἀξιωθῶ νὰ ἀποδείξω ἐμπράκτως τὰ ὅσα, κατὰ τὸ παρόν, διὰ λόγου ἀπεφάσισα νὰ σᾶς κοινοποιήσω, τὸ ὁποῖον ἐπεύχομαι εἰς ὅλους τοὺς ἀγαπητούς μοι Ἕλληνας καὶ ὅλους τοὺς ἀληθεῖς φιλοπάτριδας.

***

Ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι εἰς ὅποιον ἀποφασίσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, συχνάκις νὰ δυσπιστῇ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι εὐκολόπιστος εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ καταπείθεται μόνον εἰς τὴν ἀναμφιβολίαν. Ὡσὰν ὁποὺ πολλάκις ἀμελῶντας τινὰς μίαν παραμικρὰν ἔρευναν, καὶ δίδοντας πίστιν εἰς ὅσα ἀκροάζεται ἀπὸ ἄλλους, εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἀπατηθῇ, καὶ τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν ἀκατάστατον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὁποὺ ζητεῖ, καὶ ἐξακολούθως οὔτε αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε ἄλλοι παρ᾿ αὐτοῦ νὰ τὴν ἐννοήσωσι.

Ὅταν ὅμως ἐξετάζῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ προσοχήν, συγκρίνει ἀδιαφόρως τοὺς περὶ αὐτῆς ὁμιλήσαντας, ἐρευνῶντας πρὸς τούτοις τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν καθένα ἐπαρακίνησαν νὰ ὁμιλήσῃ· ὅταν, λέγω, ἐκλέγει τὸ πιθανὸν ἀπὸ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ δύσκολον ἀπὸ τὸ ἀμφίβολον, τότε προχωρεῖ βαθμηδόν, καὶ φθάνει τέλος πάντων εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εὑρίσκει τὴν ἀνταμοιβὴν εἰς τοὺς κόπους του μὲ τὴν ἀκριβήν της ἀπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθεὶς νὰ καταπείθεται, καὶ ἀνοητότατος ἤθελεν εἶναι ὁ ἀκατάπειστος.

***

Πολλοί, μέχρι τῆς σήμερον, ἐστάθησαν οἱ πολυπράγμονες τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας, πολλὰ ὀλίγοι ὅμως διετήρησαν τοὺς προλεχθέντας κανόνας, καὶ ὀλιγότατοι ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των· καὶ διὰ τοῦτο ἄλλος μὲν ἤλπισε νὰ τὴν εὕρῃ εἰς τὰ πλούτη, ἄλλος εἰς τὴν μάθησιν, ἄλλος εἰς τὴν πτωχείαν, ἄλλος εἰς τὴν φιλαυτίαν· μερικοὶ πάλιν, ἐξετάζοντες τὰ ἀνθρώπινα περιστατικά, καὶ ἀπαντοῦντες πανταχόθεν ἐμπόδια καὶ δυσκολίας, εἶπον ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχὴς κατ᾿ οὐδένα τρόπον· ἄλλοι δέ, ὁποὺ δὲν ἔλαβον ἐπιμέλειαν νὰ ἐρευνήσωσι ὅσον ἐχρειάζετο τὴν ὑπόθεσιν, ἀπεφάσισαν εὐθὺς εὐθύς, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εὐτυχεῖς.

Ἀνάμεσα, λοιπόν, εἰς τοιοῦτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμῶν, ἄλλο, βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ καταλάβῃ, εἰμὴ μόνον ὅτι ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου στέκεται εἰς τὸ νὰ εἶναι εὐχαριστημένος, καὶ ἐξακολούθως, μὴν ἠμπορῶντας νὰ εἶναι κατὰ πάντα εὐχαριστημένος, οὔτε κατὰ πάντα εὐτυχὴς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ.

Ὅθεν, διὰ νὰ εὐτυχήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νὰ ἐξαλείψῃ ὅσας αἰτίας τῆς δυσαρεσκείας του ἠμπορέσῃ, δηλ. νὰ ὑπακούῃ εἰς τὴν θέλησίν του. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι.

Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων. Διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἐξετάσητε μαζί μου, ἀνάμεσα εἰς τὰς τόσας διοικήσεις, ὁποὺ τὴν σήμερον ἔχουσιν οἱ ἄνθρωποι, ποία εἶναι ἡ καλλιοτέρα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει σᾶς φανῆ δύσκολον, ἐπειδὴ ἠξεύρετε τὸν τρόπον, ὁποὺ σᾶς προεῖπον, τῆς δοκιμῆς της. Ἀφοῦ δὲ εὕρομεν τὴν καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει καὶ τί ἐστὶ ἐλευθερία, περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ πόσων ἀξίων κατορθωμάτων καὶ ἀρετῶν εἶναι πρόξενος, καὶ τέλος πάντων εἰς τί συνίσταται ἡ ὁμοιότης καὶ ἡ ὁμόνοια· ὁποὺ βεβαιωθέντες εἰς αὐτά, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὰ ξαναποκτήσωμεν, καὶ νὰ ἀναλαμπρύνωμεν τὸ Γένος μας, τὸ ὁποῖον ἡ τυραννία τόσον ἠμαύρωσεν.

***

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον, ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον.

Ἕως ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἠμπόρεσε νὰ τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του, ἕως τότε ἐσώθη ἡ φυσικὴ ζωή, καὶ βέβαια ἡ εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων.

Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην. Ἡ μεγαλειτέρα ἀμάθεια εἶναι, ἀδελφοί μου, τὸ νὰ θέλῃ τινὰς νὰ μάθῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ. Ὅθεν, ὅποιος γνωρίζει τὰ ὅσα δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰ παραιτεῖ, εἶναι ὁ σοφώτερος τῶν ἀνθρώπων.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.

Πρώτη λοιπὸν ἐστάθη, ἡ ἀναρχία νὰ φανερωθῇ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Εὐθὺς ὁ δυνατότερος ἄρχισε νὰ δώσῃ νόμον τοῦ ἀδυνάτου, καὶ οἱ περισσότεροι νὰ ἁρπάζωσι τὸ δίκαιον ἀπὸ τοὺς ὀλιγοτέρους: ἐκεῖ φόνοι, ἐκεῖ ἀδικίαι, ἐκεῖ τέλος πάντων μύρια ἀναγκαῖα πλημμελήματα ἕως τότε ἀγνώριστα. Εἶδεν ἡ ἀνθρωπότης τὸ καλὸν ὁποὺ ἔχασεν, ἀλλὰ δὲν τῆς ἦτον πλέον δυνατὸν νὰ τὸ ξαναποκτήσῃ, καὶ ἀναγκαίως ἐχρειάσθη νὰ βασανισθῇ ὄχι ὀλίγον καιρόν, ἕως ὁποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θρόνου ἤρχισε νὰ ἀπομωράνῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος.

Ἰδοὺ ὁ τύραννος, ὡς ἡμίθεος, νὰ δίδῃ τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ χαρίζῃ τὴν ζωὴν ὅσων δὲν θανατώνει. Ἰδοὺ τὰ ἐλαττώματα, ὄχι πλέον μισητά, ἀλλὰ ἐπαινετά, καὶ ἐπιθυμητά. Ἰδοὺ ἡ ἀδικία μὲ τὸ ξίφος εἰς τὴν δεξιάν, νὰ καταπατῇ τὴν ἀρετήν, καὶ νὰ διώκῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἰδού...

Ἀλλά, τέλος πάντων, αὐτὰ τὰ ἴδια κακά, καὶ ἀνυπόφοροι δυστυχίαι ἐδίδαξαν τὴν ἀνθρωπότητα νὰ εὕρῃ μίαν διοίκησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνάπαυσίν της καὶ τὴν εὐτυχίαν της· αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἐκείνη ἡ διοίκησις, ὁποὺ ἐγὼ θέλω νὰ τὴν ὀνομάσω Νομαρχίαν, ἡ ὁποία, ὅσον περισσότερον οἱ ἄνθρωποι ἀγαπῶσι τὴν εὐτυχίαν των, τόσον αὐτὴ στερεοῦται καὶ φυλάττεται ἀμετάτρεπτος, οὖσα ἡ ὑστερινὴ μεταμόρφωσις, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν διαφόρων διοικήσεων, καὶ ἡ μόνη πρόξενος τῆς ἀρετῆς, τῆς ὁμοιότητος, καὶ τῆς ἐλευθερίας.

Πολλάκις βλέπομεν, νὰ μὴν ἀκολουθοῦν τὸν εἰρημένον κανόνα εἰς τὰς μεταβολάς των αἱ διοικήσεις, αὐτὸ ὅμως προέρχεται ἀπὸ διαφόρους αἰτίας, ὁποὺ τὸ παρὸν θέμα δὲν συγχωρεῖ τὴν ἐκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνον νὰ ἠξεύρῃ καθείς, ὅτι ὁποιαδήποτε διοίκησις πρέπει νὰ εἶναι μία ἀπὸ τὰς εἰρημένας τέσσαρας, τὰς ὁποίας ὡς γενικὰς κρίνω, καὶ ὅτι ἡ ὑστερινὴ εἶναι ἡ καλλιοτέρα καὶ ἁρμοδιωτέρα πρὸς τὸ ἡμέτερον εὖ ζῆν.

Αὐτὴν λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν ὅσον δυνηθῶμεν ἀκριβέστερα· καὶ βέβαια εἰς αὐτὴν θέλομεν εὕρει τὴν ἐλευθερίαν διασωσμένην, καὶ ἐξακολούθως, τὴν εἴσοδον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν. Ἡ νομαρχία, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται τόσον εἰς τὴν δημοκρατίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἡ μὲν δημοκρατία κλίνει εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ δὲ ἀριστοκρατία εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τυραννίαν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς διοικήσεις σώζεται ἡ Ἐλευθερία, ἀδιάφορος εἶναι ἡ ἐκλογή. Ὅθεν, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, καὶ κατὰ τὸ κλῖμα, ποτὲ μὲν προτιμᾶται ἡ μία, ποτὲ δὲ ἡ ἄλλη.

Ἀλλὰ τί ἐστὶ ἐλευθερία; Εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ ἰσχυρότεροι, εἰς μὲν εἰς τὴν μοναρχίαν, οὐδεὶς δὲ εἰς τὴν τυραννίαν, καὶ ὅλοι εἰς τὴν νομαρχίαν. Ὅθεν, κατὰ μὲν τοὺς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως τοῦ καθενός, ἐπειδή, εὑρισκόμενοι χωρὶς νόμους, καὶ χωρὶς κριτάς, ὁ μὲν ἅρπαξ ὀνομάζει τὰς ἁρπαγάς του ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας του, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄσωτος τὰς ἀσωτίας του, καὶ ὁ κακὸς τὰς κακίας του.

Κατὰ δὲ τοὺς δευτέρους, ὡσὰν ὁποὺ ἐπώλησαν τὴν ἐλευθερίαν τους ἑνός, ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, εἰμὴ τὰς προσταγὰς τοῦ κυρίου των, καὶ εἶναι μόνον ἐλεύθεροι διὰ νὰ τὸν ὑπακούωσι. Ὁ τύραννος δὲ καὶ οἱ δοῦλοι του ἀγνοοῦσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὴν ἐδοκίμασαν, διὰ νὰ ἔχουν ἰδέαν περὶ αὐτῆς.

Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία. Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.

Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! Ὅσον γνωρίζομεν τὴν ἀληθῆ σημασίαν σου, τόσον αὐξάνει ὁ πόθος μας εἰς τὸ νὰ σὲ ἀπολαύσωμεν. Ἐσὺ εἶσαι ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον!

Ἡμεῖς δέ, ναὶ ἱερὰ Ἐλευθερία, μὲ τοὺς ὀδόντας μας θέλομεν συντρίψει τὰς ἁλύσους μας, διὰ νὰ τρέξωμεν πρὸς ἀπάντησίν σου. Εἶναι ἀδύνατον αἱ ἑλληνικαὶ ψυχαὶ νὰ κοιμηθοῦν πλέον εἰς τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας! Ὁ λαμπρὸς ἦχος τῶν ἀρμάτων των πάλιν θέλει ἀκουσθῆ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων των, καὶ ταχέως.

Ἀλλά, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐπαρίθμησιν τῶν καλῶν τῆς αὐτῆς νομαρχίας, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς φανερώσω τι προλαβόντως περὶ τῆς ὁμοιότητος τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴν ἀπατηθῶσιν ὅσοι ἤθελαν νομίσει νὰ εὕρωσιν εἰς αὐτὴν τὴν διοίκησιν μίαν ἀπόλυτον ὁμοιότητα.

***

Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, ἀγκαλὰ καὶ αὐτοὶ νὰ διαφέρωσι κατὰ πολλοὺς τρόπους. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ ἰδία φύσις, ἡ ὁποία ἄλλους μὲν ἔκαμεν δυνατῆς κράσεως, καὶ ἄλλους ἀδυνάτου, ἐχάρισε μερικῶν περισσότερον πνεῦμα, καὶ ἄλλων τινῶν ὀλιγότερον, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἐν πρώτοις ἀναμεταξύ των κατὰ φυσικὸν τρόπον.

Ἡ δὲ δευτέρα εἶναι ἡ ἀνατροφή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν σοφίαν, ἤτοι τὰ καλὰ ἤθη. Ὅθεν, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ ἤθη.

Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.

Ἡ ἀναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἁπλῆν φυσικὴν ἀνομοιότητα ἀνυπόφορον, καὶ ἐξακολούθως ἡ μοναρχία, καὶ μετ᾿ αὐτῆς ἡ τυραννία, ἠθέλησαν νὰ μετριάσουν ὁπωσοῦν τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ αἰφνιδίως ἐπροξένησαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τὴν ἀκατάστατον καὶ φοβερὰν ἀνομοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ τῆς τύχης, ὁποὺ θεωρῶντας τὴν σήμερον τινὰς τοὺς ἀνθρώπους, πρέπει νὰ ἀνατριχιάζῃ ἀπὸ τοιοῦτον ἐλεεινὸν θέαμα, εὑρίσκοντας πολλὰ μεγαλειτέραν διαφορὰν ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον εἰς ἄλλον, παρὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον εἰς ἕνα ζῶον (1).

Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομαρχία, χωρὶς νὰ θελήσῃ ματαίως νὰ κάμῃ ὅλους δυνατούς, ὅλους πεπαιδευμένους, ὅλους πλουσίους, ἢ τοὐναντίον, ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα, ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι. Αὐτὴ ἔδωσεν εὐθὺς τόπον τῶν δυνατῶν, νὰ διαυθεντεύσουν τὴν πατρίδα των, ἐπαρηγόρησεν τοὺς ἀδυνάτους, μὲ τὸ σκῆπτρον τῆς δικαιοσύνης, ἐδίδαξε τοὺς ἀτάκτους νὰ εὕρωσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς τὴν χρηστοήθειαν, ἐβράβευσεν τοὺς καλοηθεῖς, καὶ τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀκατάστατον τοῦ συμβεβηκότος, ἐτίμησε μόνον τὴν ἀξιότητα τοῦ ὑποκειμένου, καὶ οὕτως μὴ καταφρονοῦσα τὸν πτωχόν, ἀπεδίωξε ἀπὸ τὸν πλούσιον τὴν λύσσαν τῶν χρημάτων.

Καὶ ἰδού, πάραυθα, ὁ στρατιώτης νὰ γίνηται ἥρως, ὁ πολίτης νὰ κερδίζῃ τὴν ζωοτροφίαν του, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν, καὶ ὁ πλούσιος νὰ μὴν στοχάζεται πλέον τὰ πλούτη του ὡς ἀρετοδοχεῖον, ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες νὰ εὑρίσκωσι τὴν εὐχαρίστησίν των χωρὶς τὸν παραμικρὸν κόπον, καὶ νὰ εὐτυχῶσι.

Διότι, εἶναι φανερόν, ὁποὺ ὅταν ὁ ἀδύνατος δὲν βλάπτεται ἀπὸ τὸν δυνατόν, δὲν τὸν θλίβει ἡ ἀδυναμία του, ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των, καὶ οὕτως ὅλοι εὑρίσκονται εὐχαριστημένοι, συνζῶσι ὅμοιοι, καὶ ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν νόμων των.

Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων.

Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι. Αὐτοὶ ἑνώνοσι μὲ θαυμασίαν τέχνην, τὴν μερικὴν μὲ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, καὶ προετοιμάζουσι τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δόξαν, ἀπὸ τὴν πλέον τρυφερὰν ἡλικίαν των, διὰ μέσου μιᾶς ἀνατροφῆς, ἀληθοῦς καὶ γλυκείας.

Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠπατήθη νὰ στοχασθῇ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον, ἀλλὰ γνωρίζοντάς τους ὁποίας λογῆς εἶναι, τοὺς ἀπεκατέστησε, ὅσον ἦτον τὸ δυνατόν, καλλιοτέρους.

Ἡ ἀνατροφή, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μία δευτέρα φύσις εἰς τὸν ἄνθρωπον, καί, διὰ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ μαζὶ μὲ τὴν ζωήν του. Ἡ Ἑλλὰς μᾶς παρασταίνει μύρια παραδείγματα τῆς καλῆς ἀνατροφῆς τῶν προγόνων μας. Τὰ γυμναστήρια ἦτον ἀνοικτὰ εἰς ὅλους, κοινῶς καὶ ἀδιαφόρως, πρὸς φωτισμὸν τῶν ὅλων.

Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, ἠμπορεῖ ἕνας πτωχὸς πατὴρ νὰ δώσῃ τῶν τέκνων του μίαν τοιαύτην ἀνατροφήν; Ἔ! τοιαύτη ἐρώτησις ἠξεύρω ἀπὸ ποίους θέλει ἀρχίσει. Βέβαια, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ὑπὸ τυραννίας.

Ἂς μάθουν λοιπὸν ὅλοι οἱ πτωχοὶ πατέρες, ὅτι ὑπὸ τῆς νομαρχίας καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ καλά, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι πλούσιος. Οἱ νόμοι προβλέπουν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας. Τὰ τέκνα ὅλων εἶναι τῆς πατρίδος τέκνα, καὶ αὐτὴ τὰ ἀνατρέφει, τὰ γυμνάζει, καὶ τὰ προκόπτει, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὰ τὴν ἀγαπῶσι διὰ εὐγνωμοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο, τέλος πάντων, προτιμᾶται αὐτὴ ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὰ κακά, ὁποὺ φυλάττουσιν αἱ ἄλλαι, ἀλλὰ καὶ πλημμερεῖ ἀπὸ καλά, καλὰ ἐπιθυμητά, ὠφέλιμα, καὶ ἀναγκαῖα.

Ποῖος δὲν καταλαμβάνει τώρα, ἀδελφοί μου, ὅτι εἰς τὴν νομαρχίαν μόνον εὑρίσκεται ἡ εὐτυχία μας, καὶ ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ὁμοιότης εἶναι τὰ πρῶτα καὶ κύρια μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας; Βέβαια, οὐδείς. Πολλοὶ ὅμως, ἂν καὶ καταλαμβάνουσι, ὅτι καλὸν πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐλευθερία, δὲν ἠμποροῦσι νὰ καταλάβωσι, μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν, πόσον ἀναγκαία εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε.

***

Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα λαὸν ὑποδουλωμένον, εἰς τρόπον ὁποὺ φαίνεται φανερῶς, ὅτι ἐνόμιζεν τοὺς δούλους νὰ εἶναι μιᾶς διαφορετικῆς φύσεως, καὶ πολλὰ κατωτέρας ἱκανότητος ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους. Τόσον δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐλευθερίαν ἔκρινε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁποὺ χωρὶς αὐτὴν δὲν μποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος. ()

Ἡ ἐλευθερία λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς ἡμᾶς εἶναι, ὡς ἡ ὅρασις εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ τὴν διαφοράν του ἀπὸ τὸν δοῦλον, καὶ ἐξακολούθως εἶναι ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἰς τὸν δοῦλον νὰ γνωρίσῃ τὴν ἐλευθερίαν, διὰ νὰ μισήσῃ τὴν δουλείαν, καὶ νὰ τὴν ἀποστραφῇ.

Ἂς μὴν σᾶς φανῇ λοιπὸν παράξενον, ἂν ὁ σκλάβος δὲν γνωρίζει παραχρῆμα τὴν ἡδύτητα τῆς ἐλευθέρας ζωῆς. Αὐτός, ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα ἄρρωστον, ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται κάθε νόστιμον φαγητόν, ὡσὰν νὰ μὴν ἦτο πλέον συνθεμένον ἀπὸ τὰ ἴδια πράγματα, ὁποὺ πρότερον τοῦ ἤρεσκον. Ἀναγκαία λοιπὸν τοῦ εἶναι ἡ ὑγιεία.

Ἡ ἐλευθερία εἶναι περισσότερον ἀναγκαία εἰς τὸν δοῦλον, ὁποὺ ἀσθενεῖ κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ μὴν γνωρίζοντας εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ πρόσκαιρος ζωή, ζῇ διὰ νὰ τρώγῃ, καὶ εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι.

Στοχασθῆτε, ἀγαπητοί μου, ὅτι, ὁποίας καταστάσεως καὶ ἂν εἶναι ὁ δοῦλος, πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ εἶναι δυστυχής. Εἰ μὲν πλούσιος, φοβεῖται νὰ μὴν πτωχύνῃ, εἰ δὲ πτωχός, λυπεῖται, ὅτι νὰ μὴν εἶναι πλούσιος.

Ὁ ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας χλευάζεται, ὁ φιλαλήθης δὲν εἰσακούεται, ἐκεῖ ἡ τιμὴ συνοδεύει μὲ τὴν πτωχείαν, ἡ ἀρετὴ μὲ τὴν ἀδιαφορίαν· ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.

Πῶς λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ ταλαίπωρος δοῦλος, ὁ ὁποῖος, ἀφ᾿ οὗ ἐγεννήθη μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἄλλο δὲν ἔμαθε, παρὰ νὰ ὑποτάσσηται εἰς ἕναν ἄλλον, πῶς, λέγω, ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ, ὅτι ἡ φύσις μᾶς ἔκαμεν ὅλους ὁμοίους, καὶ ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ βλέπωσιν ἀδιαφόρως ὅλους τοὺς πολίτας; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ὁ σκληροτράχηλος τύραννος νὰ στοχασθῇ ποτέ, καὶ νὰ καταπεισθῇ, ὅτι ὅποιος νομίζει νὰ ἀνέβη εἰς τὸν θρόνον, διὰ νὰ γίνῃ μεγαλείτερος τῶν ἄλλων, ἀποκαταστεῖται ὑποδεέστερος;

Πῶς, τέλος πάντων, εἶναι δυνατόν, ἀγαπητοί μου, - ἔ! ταλαίπωρος ἀνθρωπότης! - πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, ἐκεῖνος ὁ σκλάβος, ὁποὺ πάντοτε τύπτεται, καὶ γυμνός, πεινασμένος, καὶ ἀδικημένος, ὑπακούει, ὡς οἱ βόες τῷ γεωργῷ, κατὰ χρέος καὶ κατὰ συνήθειαν, συχνάκις δὲ ὁ κύριος εἶναι ποταπότερος τοῦ δούλου, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ αὐτός, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος πρέπει νὰ εἶναι ἓν μέρος τοῦ ὅλου, καὶ ὅτι ἡ ζωή του χρησιμεύει εἰς ὅλους, καὶ ὅτι ὁ θάνατός του;... πῶς, ἐν ἑνὶ λόγῳ, νὰ ἀγαπήσῃ τὴν ἐλευθερίαν, ὄντας δοῦλος, καὶ νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκτήσεώς της;

Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος, ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα. Τὰ περιστατικὰ καὶ ἡ κακὴ διοίκησις μόνον σὲ κατέστησαν τόσον διαφορετικόν, ὁποὺ σχεδόν, ὅσον διαφέρει ὁ χαλκὸς ἀπὸ τὸν ἄργυρον, τόσον καὶ σὺ διαφέρεις ἀπὸ τὸν κύριόν σου· ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά, καὶ σύ, ταλαίπωρε, νὰ νομίζῃς ἕναν ἄλλον ὅμοιόν σου ὡς ἕνα θεόν, νὰ τρέμῃς ἔμπροσθέν του, καὶ νὰ τοῦ πωλήσῃς τὸ ἀξιώτερον δῶρον τῆς φύσεως, τὴν ἐλευθερίαν σου! Πῶς ἠμπορεῖς.... καὶ ἄλλα τοιαῦτα.

Τί στοχάζεσθε νὰ ἤθελε τοῦ ἀποκριθῇ ὁ σκλάβος, ὦ ἀγαπητοί; Βέβαια, ἢ ἤθελε τὸν νομίσει τρελλόν, ἢ δὲν ἤθελε καταλάβει τίποτες· καὶ πῶς ἠμποροῦσεν, ἂν διὰ μίαν στιγμὴν ἤθελε γνωρίσει τὴν ἀλήθειαν, νὰ ὑποφέρῃ τὰς ἁλύσους του; Πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ ἰδῇ ὁ φυλακωμένος ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῆς φυλακῆς του, καὶ νὰ μὴν φύγῃ; Ἀδύνατον, βέβαια, ἤθελεν εἶναι ἕνα παρόμοιον.

Ἰδοὺ λοιπόν, πόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν ἄνθρωπον, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὸ εἶναι του. Ὁ δοῦλος, ἀδελφοί μου, δὲν γίνεται ποτὲ ἐλεύθερος, ἂν δὲν γνωρίσῃ τί ἐστὶ ἐλευθερία, καὶ ὅστις ἀγνοεῖ τὴν ἐλευθερίαν, ἀγνοεῖ τὸ εἶναι του. Ὁ δοῦλος, πιστεύσατέ μοι το ἀδελφοί, ποτὲ δὲν στοχάζεται, ὅτι εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν κύριόν του, ἀλλὰ εἶναι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος, καὶ ἐκεῖνος κύριος. Βαβαί!

Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν, καὶ δὲν τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται, καὶ ἐξακολούθως ἐκεῖνοι μόνον γνωρίζουσιν ἐντελῶς τὴν ἀνάγκην τοιούτου καλοῦ. Εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἐλπίζωσιν οἱ ὑπόδουλοι λαοί, ἐπειδὴ αὐτοὶ τρόπον τινὰ μετριάζουν τὴν ἀσχημότητά των, ὡς μερικὰ κτίρια μίαν καταδαφισμένην πόλιν στολίζουσι.

Αὐτοὶ λοιπόν, ἂς διδάξουσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂς καταπείσωσι μίαν φορὰν τοὺς ἀγαπητούς μου Ἕλληνας νὰ γνωρίσωσιν, ὅτι μόνη ἡ δουλεία εἶναι πρόξενος τῶν ὅσων κακῶν αὐτοὶ πάσχουσι, καὶ ἂς καταλάβουν πόσον τοὺς εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία, διὰ νὰ ζήσωσι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐτυχεῖς, ἐπειδὴ χωρὶς αὐτὴν δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουσι οὔτε δικαιοσύνην, οὔτε ὁμοιότητα, οὔτε ἀγάπην, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ οὐδεμίαν ἀρετήν. Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί, νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.

Καὶ ποῖος δὲν βλέπει πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία; Ὁ ἐνάρετος θέλει γνωρίσει τὴν ἀνάγκην καὶ θέλει προκρίνει τὴν ἐλευθέραν ζωήν, ὁποὺ βλέπει νὰ εἶναι ἡ ἀρετὴ τιμημένη καὶ δοξασμένοι οἱ ἐνάρετοι. Ὁ γενναῖος τῇ ψυχῇ, καὶ αὐτὸς δὲν θέλει εὕρει δισταγμόν, βλέποντας τοὺς ἐλευθέρους λαοὺς νὰ αἰωνιάζωσι τὰ ὀνόματα τῶν γενναίων ἀνδρῶν, καὶ τῶν ἡρώων.

Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του· ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του· ὁ νέος εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὴν φυσικὴν κλίσιν του, καὶ νὰ δείξῃ τὴν ἀγχίνοιάν του· ὁ στρατιώτης ἔχει ἀναμφίβολον τὴν εὐεργεσίαν εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις του· ὁ πτωχὸς δὲν φοβεῖται ἀτιμίαν, ἀλλ᾿ εὑρίσκει συμπάθειαν καὶ βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχίας του, καὶ οὐχὶ ὕβρεις καὶ ἀνυποληψίαν· τέλος πάντων, κάθε καλὸς ἄνθρωπος βλέπει φανερὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλευθέρας ζωῆς, καὶ μόνον ὁ κακὸς θέλει προκρίνει τὴν ὑπόδουλον· αὐτὸ εἶναι φανερόν, ἀδελφοί μου, καὶ ἐσεῖς πολλὰ καλὰ πρέπει νὰ τὸ καταλάβητε.

Ὄντας φανερὸν λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐναρέτους, καὶ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὸ εὖ πράττειν, διὰ τοῦτο εἰς μόνον τὰς ἐλευθέρας πολιτείας γεννῶνται τὰ μεγάλα ὑποκείμενα, καὶ ἰδοὺ τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.

Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.

Ἀλλά, πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον! Αὐτὴ γὰρ ἀποκαταστεῖ γλυκεῖαν τὴν ζωήν, αὐτὴ γεννᾶ διαυθεντευτὰς τῆς πατρίδος, αὐτὴ νομοδότας, αὐτὴ ἐναρέτους, αὐτὴ σοφούς, αὐτὴ τεχνίτας, καὶ αὐτὴ μόνον, τέλος πάντων, τιμᾶ τὴν ἀνθρωπότητα.

Πόσοι, ἆραγε, ἄνδρες ἄξιοι γεννῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καθὼς γεννῶνται, οὕτως καὶ ἀποθνήσκουν, μὴν ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν μεγάλα πράγματα (2).

Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς , καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.

Ἀλλ᾿ εἰς τὴν νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν, παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.

Ἂς λάβῃ ἐπὶ χεῖρας λοιπὸν ὁ δύσπιστος τὸν ἀξιάγαστον Πλούταρχον, καὶ Ξενοφῶντα τὸν ἡδύτατον, διὰ νὰ μάθῃ πόσα ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν, καὶ νὰ ἰδῇ ἐν ταὐτῷ, ὅτι ὅσα φαίνονται ἀδύνατα εἰς τοὺς δούλους, μόλις εἶναι δύσκολα εἰς τοὺς ἐλευθέρους καὶ μεγαλοψύχους ἄνδρας.

Ἡ ἱστορία, ἀδελφοί μου, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, εἶναι τὸ εὐκολώτερον μέσον εἰς τὸ νὰ καταλάβητε πόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία. Αὐτή, τέλος πάντων, ἡ ἱστορία εἶναι ὁ πλέον σοφὸς διδάσκαλος εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ ἀγαπῶσι νὰ μάθωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ μάλιστα οἱ νῦν Ἕλληνες, ὁποὺ τοσαύτην ἔχουσι χρείαν.

***

Ἀνάμεσα εἰς πολλὰ ἄλλα ἀποτελέσματα τῆς ἐλευθερίας, ὁποὺ θέλουσι σᾶς προξενήσει θαυμασμόν, ὦ ἀδελφοί μου, ὅταν ἀναγνώσετε τὰς νίκας τῶν προγόνων μας, καὶ συγκρίνετε τὴν ποσότητά των μὲ τὴν ποσότητα τῶν ἐχθρῶν των, βέβαια θέλετε μείνει ἔκθαμβοι, καὶ ἴσως ἴσως τινὲς θέλει ἀμφιβάλλουσι. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος τὰ ὅσα ἄλλα, ὁποὺ θέλει σᾶς φανοῦσι παράξενα, ἀγαπῶ μόνον νὰ σᾶς εἰπῶ τι προλαβόντως περὶ τοῦ πολέμου, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁ τόπος τοιαύτης ὁμιλίας εἰς τὸν παρόντα λόγον, οὔτε ἐγὼ ἱκανὸς ὅσον χρειάζεται εἰς τὸ νὰ τὴν ἐκφράσω, μ᾿ ὅλον τοῦτο ἐλπίζω νὰ μὴ σᾶς δυσαρέσῃ.

Ὁ πόλεμος ποτὲ μὲν εἶναι δίκαιος, ποτὲ δὲ ἄδικος, καὶ αὐτὸ κρίνεται ἀπὸ τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν προξενοῦν. Εἶναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, ὅταν κινεῖται πρὸς διαυθέντευσιν τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἄδικος δέ, ὅταν ἕνας φθονερὸς καὶ ἅρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του, ἢ διὰ χρημάτων, ἢ διά τινων ἄλλων οὐτιδανῶν μέσων, τινὰς κακοτρόπους καὶ κακοήθεις ἄνδρας, ὁρμεῖ ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, ἁρπάζει, λεηλατεύει καὶ ἀσπλάγχνως καταφθείρει τὸ πᾶν, διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας του, ἢ τῆς κενοδοξίας του.

Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνέβωμεν εἰς τὴν παλαιότητα τῶν ἀπελθόντων αἰώνων, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν μὲ ἀκρίβειαν τὰ συμβεβηκότα τῶν ἀνθρώπων, θέλομεν εὕρει βέβαια τὸν πόλεμον τόσον παλαιόν, ὅσον τὴν αὐτὴν ἀνθρωπότητα, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐχρησίμευσεν διὰ νόμος, ἐπειδὴ ὁ καθεὶς ἐκδικεῖτο μόνος του, καὶ οὕτως, ἀπὸ τὸν πόλεμον ἄδικον, τοῦ ὁρμήσαντος, ἐγεννήθη ὁ πόλεμος δίκαιος, τῆς διαυθεντεύσεως.

Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι, ὑποθέτοντας τρεῖς ἄνδρας τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, οἱ δύο ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ νικήσουν τὸν ἕνα. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἐδίδαξε εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους μυρίους τρόπους καὶ τέχνας πρὸς διαυθέντευσίν των ἐναντίον τῶν περισσοτέρων.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τῶν τεχνῶν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μεγάλη καταπολλά, διὰ τοῦτο καὶ ἡ νηπιότης αὐτῶν εἶναι μακρά· ὅθεν ἐχρειάσθησαν πολλοὶ αἰῶνες, ἕως τὸν καιρὸν τῶν Αἰγυπτίων, Περσῶν, καὶ τέλος πάντων τῶν ἀξίων προγόνων μας Ἑλλήνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ τέχνη τῆς διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τὸν φόβον εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους, καὶ αὐξάνουσα τὰς δυσκολίας εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἐσύστησεν, τρόπον τινὰ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς. Διὰ μέσον δὲ τῶν κανόνων αὐτῆς καὶ ἐνασχολήσεως μερικῶν ἀξιολόγων ὑποκειμένων ἀπεκατεστάθη τόσον ἐντελὴς εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐνίκησαν ἐχθροὺς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐξακολούθως ἐτρόμασαν σχεδὸν ὅλην τὴν οἰκουμένην.

Αἱ νίκαι τῶν ὀλιγοτέρων ἐναντίον τῶν περισσοτέρων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθῶσι εἰς τὰ πειράματα τῆς μηχανικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ὁ θεατής, ὁποὺ ἀγνοεῖ τὰς αἰτίας, μένει ἔκθαμβος. Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θέλει πιστεύσει τὸν μηχανικόν, ὁποὺ λέγει ὅτι μὲ ἓν βάρος ἕως δέκα, σηκώνει ἓν ἄλλο ὣς δέκα χιλιάδες (3); Ἀναγκαῖον, λοιπόν, εἶναι νὰ τοὺς καταπείσῃ μὲ παραδείγματα καὶ ἀποδείξεις· οὕτως καὶ εἰς τὴν τακτικήν, λέγοντας ἕνας ἀρχιστράτηγος, ὅτι οἱ δέκα πολλάκις νικοῦσι τοὺς ἑκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οἱ ἀγνοοῦντες τὴν αὐτὴν τέχνην· πλὴν φέροντας αὐτῶν χίλια παραδείγματα τόσον τῶν παλαιῶν, καθὼς καὶ τῶν νέων, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ καταπεισθῶσι (4).

Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ μέγας Λεωνίδας, εὑρισκόμενος μὲ δύο χιλιάδας εἰς τὸ στενὸν τῶν Θερμοπυλῶν, καὶ βλέποντας τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν του Περσῶν νὰ πλησιάσῃ, εὐθὺς ἀπεφάσισε νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος πατρίδος του, καὶ οὕτως ἐκλέξας μόνον τριακοσίους Σπαρτιάτας, ἀνέπεμψεν τοὺς λοιποὺς εἰς τὰ ὀπίσω, ἔπειτα ἔστρεψεν πρὸς τοὺς τριακοσίους καὶ τοὺς εἶπεν:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των. Ἂς ὑπάγωμεν λοιπόν. Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿ αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του». Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκφράσω τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκείνου τοῦ ἥρωος, καὶ τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν ἐπακολούθων αὐτοῦ; Τὰ τοιαῦτα, ὦ Ἕλληνες, δὲν γράφονται, οὔτε διηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον αἰσθάνονται.

Ὅθεν, μόλις οἱ λοιποὶ τὸν ἄφησαν νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του, καὶ λαμβάνοντας καθεὶς τὰ ἴδια ἅρματα, ὁμοθυμαδὸν καὶ μὲ ἀνήκουστον ἀνδρείαν, ὥρμησαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν των. Οὔτε ἄλλο ἔβλεπον παρὰ τὴν δόξαν τῆς νίκης, τὴν χαρὰν τῶν συμπατριώτων των, τὴν ἀνανδρίαν τῶν ἐχθρῶν των, καὶ τὴν ἀθανασίαν τοῦ ὀνόματός των. Καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἀπέκτεινον πλῆθος βαρβάρων, καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς τὸν ὕστερον, ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν.

Οὕτως δὲ ἡ γενναία ἀπόφασις τοῦ ἀειμνήτου Λεωνίδα ἔγινεν πρόξενος τῆς καθολικῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνυποφόρου ἐντροπῆς τῶν βαρβάρων. Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας σου, θαυμάσιε Λεωνίδα, ὢ τῆς λαμπρᾶς σου τύχης, πανολβία Ἑλλάς! Ἰδοὺ ὁ καρπὸς τῶν καθημερινῶν ἀγώνων τῶν τέκνων σου. Ἰδοὺ τὰ θαυμαστὰ ἀποτελέσματα τῶν φοβερῶν νόμων τοῦ μεγάλου Λυκούργου. Ἰδού, τέλος πάντων, ὁ σκοπὸς τῶν γυμνάσεων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων οἱ πολῖται διὰ παντὸς εὑρίσκοντο εἰς ἕνα πόλεμον, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ πλαστός, ἐδίδασκε ὅμως μὲ μεγάλην εὐκολίαν τὰ ἀναγκαιότερα μαθήματα τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἡ ὁποία ἑνωμένη μὲ τὴν μεγαλοψυχίαν ἔφερεν εἰς τέλος καὶ ἐπίτευξιν τὰ πλέον δύσκολα ἐπιχειρήματα.

Ἡ τακτικὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὦ ἀδελφοί μου, εἶναι ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα, καὶ εἶναι βεβαιωμένον ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μεγάλους πολεμάρχους, ὅτι δέκα χιλιάδες στρατιῶται καλῶς γυμνασμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἀρχιστράτηγον ἄξιον, ἠμποροῦν νὰ νικήσουν εἴκοσι χιλιάδας ἐχθρούς, καὶ περισσοτέρους τῆς ἰδίας ἀνδρείας, πλὴν ἀμοίρους τῆς τακτικῆς.

Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας. Ὤ, πόσον οἱ προπάτορές μας ἠγωνίζοντο, ἐκ νεαρᾶς των ἡλικίας, διὰ νὰ μάθωσιν τὴν πολεμικὴν τέχνην! Διὰ μέσου λοιπὸν αὐτῆς οἱ ὀλιγότεροι νικῶσι τοὺς περισσοτέρους, ἡ σπανιότης ὅμως τῶν μεγάλων ἀρχιστρατήγων ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ τινὰς ἀξίως τοιοῦτον ὄνομα, καὶ ἀκούσατε τὴν αἰτίαν.

***

Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει νὰ ἑνώσῃ εἰς πολλὰ φυσικὰ χαρίσματα πολλὰς ἀρετὰς καὶ μαθήσεις. Πρέπει, λέγω, ἐν πρώτοις νὰ ἔχῃ τὴν καρδίαν σταθερὰν καὶ ἄφοβον, διὰ νὰ μὴ δειλιάσῃ εἰς ὁποιονδήποτε κίνδυνον ἤθελεν εὑρεθῆ, καὶ νὰ μὴν ἀφήσῃ εἰς τὴν τύχην, ὅσα ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος· νὰ εἶναι ἀγχίνους, διὰ νὰ προβλέπῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ βουλὰς τοῦ ἐχθροῦ· νὰ εἶναι ἄοκνος, διὰ νὰ προλαμβάνῃ κάθε εὐκαιρίαν, καὶ ἕως τὴν παραμικράν, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν πόλεμον συχνάκις συμβαίνουν, καὶ αἱ παραμικραὶ ἀμέλειαι, πολλάκις, προξενοῦν μεγάλας καταστροφάς.

Νὰ εἶναι δίκαιος καὶ φιλαλήθης, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὸ θάρρος καὶ ἀγάπην τῶν στρατιώτων του. Πρέπει νὰ τιμᾷ καὶ νὰ βραβεύῃ τὴν ἀξιότητα, εἰς ὅποιον ὑποκείμενον ἤθελεν τὴν ἐπιτύχει, διὰ νὰ παρακινήσῃ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ τοὺς παραμικροτέρους.

Νὰ παιδεύῃ κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἄνευ προσωποληψίας τινὸς τὸν πταίστην, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, διὰ νὰ ἀποδιώξῃ τὸν πρὸς τὸ κακὸν στοχασμὸν ἀπὸ αὐτούς. Νὰ ἀκροάζεται τὰς γνώμας ὅλων, καὶ νὰ διορθώνῃ τὰ ἴδια σφάλματα, διὰ νὰ λατρεύεται, νὰ εἰπῶ οὕτως, ἀπὸ τοὺς πιστούς του στρατιῶτας (5), καὶ τέλος πάντων νὰ γνωρίζῃ τὸν τόπον τοῦ πολεμικοῦ θεάτρου, ὡς τὸ ἴδιόν του ὀσπίτιον, διὰ νὰ ἀποφεύγῃ κάθε ἔνεδραν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ ἀπατᾷ τοὺς στοχασμούς του.

Ὁ ἐντελὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζῃ τὴν γλῶσσαν τῶν ἐχθρῶν του, καὶ τὰς φυσικὰς κλίσεις των, νὰ γνωρίζῃ κατὰ μέρος τὸν ἀρχιστράτηγον αὐτῶν, καὶ τὴν ἀξιότητά του, ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλας τὰς στρατιωτικὰς γυμνάσεις, τῆς τε ἱππικῆς καὶ τοῦ πεζοῦ στρατεύματος, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προστάζῃ ὀρθῶς, καὶ νὰ ὑπακούεται εὐθύς. Ὡσὰν ὁποὺ ὅποιος ἀρχιστράτηγος ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου μεγάλου ἐπαγγέλματος ἄνθρωπος, δὲν ὑπακούεται, τὰς περισσοτέρας φορὰς τὸ σφάλμα εἶναι ἐδικόν του, ἐπειδὴ ὅποιος ἠξεύρει νὰ προστάζῃ, ἀναμφιβόλως καὶ ὑπακούεται (6).

Τοιαῦται γυμνάσεις καὶ μαθήσεις, μὲ πολλὰς ἄλλας, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω, ἐνεργοῦντο μὲ πᾶσαν προσοχὴν καὶ τελειότητα παρὰ τῶν προγόνων μας, καὶ αὐταὶ ἐσύνθετον τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἤτοι τὴν τακτικήν.

Περὶ δὲ τῶν στρατιωτῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν, διὰ τῆς πράξεως, ἐντελῶς, τὴν γύμνασιν τῶν ἀρμάτων, καὶ νὰ βαδίζουν τακτικῶς, νὰ ὑπακούουν εὐθὺς εἰς τὰς προσταγὰς τῶν ἀρχηγῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύλογοι.

Τέλος πάντων, πρέπει νὰ εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὸ νὰ ὑποφέρουν κάθε κόπον, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα διὰ μέσον τῆς καλῆς διοικήσεως μόνον ἀποκτῶνται, καὶ μόνη ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος καὶ πρώτη αἰτία τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.

Ἡ τακτικὴ ὅμως δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὸ νὰ ἠξεύρῃ τινὰς πῶς νὰ πολεμήσῃ εἰς ἀνοικτὴν πεδιάδα, ἐπειδὴ ἤθελεν ἀποκατασταθῆ καθ᾿ ὅλου ἀνωφελής, ὅταν ὁ ἐχθρὸς ἤθελεν εὑρεθῆ περισφαλισμένος εἰς ἕνα κάστρον, ἢ περιφυλαγμένος μέσα εἰς δύσβατα ὄρη καὶ δάση. Ὅθεν, ἡ τακτικὴ περιέχει τὰ τοῦ πολέμου ἅπαντα, καὶ μᾶλλον τὰ περὶ τῆς διαυθεντεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν χρεία εἶναι ἡ τέχνη μόνη νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς δυνάμεως, ἢ καὶ νὰ τὴν ὑπερέβῃ.

Ἡ διαυθέντευσις εἶναι, λοιπόν, τὸ δυσκολώτερον μάθημα τῆς τακτικῆς, καὶ διὰ μέσου τῆς καλῆς διαυθεντεύσεως, συχνάκις οἱ ἑκατὸν δὲν νικῶνται ἀπὸ τοὺς χιλίους. Ἡ νίκη στέκεται, ὡς καθεὶς τὸ ἐννοεῖ, εἰς τὸ νὰ θέσῃ τινὰς ἀπέναντι τοῦ δυνατοῦ τὸ δυνατότερον, ἀλλ᾿ ἡ τέχνη μόνη διδάσκει τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ τὰ γνωρίσῃ.

Δι᾿ ὃ τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι μικρὸν περὶ αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ νῦν Ἕλληνες μεγάλην χρείαν ἔχουσι καὶ ἄμποτες κανένας φιλογενὴς νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ νὰ μάθωσιν ὅλοι, πόσον ἡ τέχνη τοῦ πολέμου εἶναι μεγάλη, καὶ νὰ κλαύσουν πικρῶς, βλέποντες τοὺς ἑτεροφύλους, οἵτινες ἐδανείσθησαν τὰς τέχνας καὶ ἐπιστήμας ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, νὰ μᾶς καταφρονῶσι τόσον καὶ ἀψηφίζωσι. Ἀλλὰ δι᾿ ὀλίγον θέλουσι χαρῆ εἰς τὴν ἀγνωμοσύνην των, ἐλπίζω.

Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω, τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία, καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!

Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους· ἡ διαυθέντευσίς των διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἡρωϊκὰς πράξεις, ὥστε παράδοξον ἤθελε φανῆ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη ἐναντίον των μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη.

Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζῃ ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος, ὁπού, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787 μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάγχνως. Αὐτός, ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ ἀνεξάρτητον κράτος τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ᾿ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως, πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς, ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεὶς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸν ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν καὶ ἕνα πατέρα.

Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ὁ ἄσπλαγχνος καὶ σκληρὸς τύραννος ἐστερέωσε τὴν δυναστείαν του, ἔρριψεν εὐθὺς τὴν σκέπην τῆς προσποιήσεως, καὶ παραχρῆμα ἐξατμήθη ὅλη ἡ δυσωδία τῆς τυραννίας του. Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἰμὴ τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του (7). Οὔτε εἰς τὴν γενικὴν ἱστορίαν εὑρίσκεται παρόμοιός του. Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας σου ἀνθρωπότης! ὤ, ἀνυπόφορος ἐντροπή! ὤ, θέαμα ἐλεεινόν.

Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰς τυραννικάς του ψευδεῖς δόξας, ἴσως ἐνόμιζεν ὁ ὠμότατος τύραννος νὰ εἶναι ἀνίκητος, οὔτε νὰ ἐσώζετο πλέον εἰς τὴν γῆν τῆς δυναστείας του τινάς, ὁποὺ νὰ ἤθελεν τοῦ ἐναντιωθῆ. Ἀλλ᾿ ἰδού, τῆς ἐλευθερίας τὸ ξίφος, εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν γῆν, τοῦ ἀποδεικνύει τὴν φυσικὴν μικρότητα τῆς τυραννίας, καὶ τὸν ἀποκαταστεῖ ποταπότερον τοῦ ἰδίου του τυραννικοῦ ὀνόματος. Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται, οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του.

Ἓν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σοῦλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, ὁποὺ οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας. Οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες συνηθισμένοι εἰς τὸν θεληματικὸν κόπον μιᾶς ἡσύχου ζωῆς, ἀνυπόδουλοι, ἐξ ἀρχῆς τῆς κατοικήσεώς των εἰς ἐκεῖνα τὰ ὑψηλὰ βουνά, ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν, ἀνδρεῖοι ὡς ἐλεύθεροι, φιλόξενοι ὡς Ἕλληνες, καὶ στρατιῶται ὡς διαυθεντευταὶ τῆς πατρίδος των. Αὐτοί, λέγω, οἱ ἥρωες, ἡ τιμὴ τῆς ὑποδουλωμένης Ἑλλάδος, καὶ βεβαία ἀρχή τε καὶ πρόξενος τῆς πλησίον ἐλευθερώσεώς της, παρακινούμενοι ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς ἐλευθερίας καὶ πατρίδος των, ἐταπείνωσαν τὴν αὐθάδειαν τοῦ τυράννου, πολεμοῦντες τον ἀδιακόπως καὶ νικοῦντες τον, καὶ οὕτως ἐδιαυθέντευσαν διὰ δεκαπέντε χρόνους τὴν πατρίδα των, μὲ ἀνήκουστον θάρρος καὶ μεγαλοψυχίαν.

Τίς ἄλλη, παρακαλῶ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἰτία, εἰμὴ ὁ ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου; Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σοῦλι; Ἔ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἰτία: ὅσα ὑποδουλώθησαν παρ᾿ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του.

Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι, διὰ νὰ καταπεισθοῦν εἰς τὰ τερατουργήματα τῆς ἐλευθερίας. Εἰς αὐτὸ θέλουν ἰδεῖ ἐνθουσιασμένους ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς πατρίδος, οὐ μόνον τοὺς ἄνδρας καὶ νέους, ἀλλὰ καὶ τοὺς γέροντας, καὶ τὰ παιδία καὶ αὐτὰς τὰς ἰδίας γυναῖκας. Θέλουν ἀκούσει τὴν φοβερὰν φωνὴν τῆς θαυμαστῆς Μόσχως, ἡ ὁποία, ἀνάμεσα εἰς τὸν πολεμικὸν θόρυβον, πολεμοῦσα καὶ τρέχουσα, βλέπει ἔμπροσθέν της φονευμένον τὸν υἱόν της, καὶ ἐγκαλιάζουσα μὲ ἔνθερμον ἀγάπην τὸ νεκρὸν σῶμα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ὦ υἱέ μου, ὁποὺ τόσον τιμίως ἀπέθανες. Τὸ ὄνομά σου ἐγράφη εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀθανασίας». Ἀσπάζουσα δὲ τὸ αἱματωμένον ἡρωϊκόν του πρόσωπον, χαίρεται διὰ τοιοῦτον διαυθεντευτὴν τῆς πατρίδος, ὁποὺ ἐγέννησε, καὶ λαβοῦσα τὸ ἴδιόν του σπαθί, ὁρμεῖ κατὰ τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου, καὶ ἐκδικεῖ τὸν θάνατόν του μόνη της.

Ἂς ἰδοῦν τὸν ἄλλον ἥρωα, ὁποὺ διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος του παραδίδεται ἑκουσίως εἰς τὸν τύραννον διὰ ἐνέχυρον τῶν συνθήκων των μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ὕστερον ἀπ᾿ ὀλίγον καιρόν, θέλοντας ὁ ἄπιστος τύραννος νὰ τὸν ξαρματώσῃ, αὐτὸς φονεύεται μόνος του.

Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς, ὁποίων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία, καὶ ἂς βεβαιωθῶσι πλέον, ὅτι μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας φθάνει, διὰ νὰ δειλιάσῃ τὰς ἀνάνδρους καρδίας ὅλων τῶν μιαρῶν τυράννων τῆς γῆς.

***

Ἔ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω, καὶ θαυμαστὸς Ρήγας, ἂν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ ἦτον ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χάριτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής, ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις. Ἐξ ἀρχῆς οὖν ἐπιχειρίσθη τὸ ἐμπορικὸν ἐπάγγελμα εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, ἀλλ᾿ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος του Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ὑπὸ δουλείας, τοσοῦτον ἀδίκως βασανιζομένην, μὴν συγχωρῶντας, εἰς τοιοῦτον ἄνδρα τοιαύτας μικρὰς ἀσχολίας, ἀνεβίβαζε τὰς ἐλπίδας του εἰς ἄκρον, καὶ ἕως ἀπὸ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν του προεμελέτει κατορθώματα ἡρωϊκά, καὶ μόνον ἀνέμενε τὴν ποθουμένην εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὰ βάλῃ εἰς ἔργον.

Ὅθεν, γνωρίζοντας τὴν χρείαν τῆς μαθήσεως, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ νὰ ἀγωνισθῇ, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, εἰς τὰς ἐπιστήμας, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν ἔμαθεν ἐντελῶς τὰς χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ἤρχισε νὰ βάλλῃ θεμέλιον εἰς τὸ μεγάλον κτίριον, ὁποὺ ἡτοίμαζε. Καὶ κατ᾿ ἀρχὰς ἐσύνθεσε εἰς τὴν ἡμετέραν διάλεκτον, μὲ ἀκροτάτην σαφήνειαν, τοὺς δώδεκα Γεωγραφικοὺς Πίνακας τῆς Ἑλλάδος, καὶ διάφορα ἄλλα ἐπωφελῆ πονήματα ἔδωσεν εἰς φῶς, ἰδίοις ἀναλώμασι, πρὸς φωτισμὸν τῶν συναδελφῶν του Ἑλλήνων. Ἔπειτα δέ, συλλέγοντας τὸ ἔχειν του ὅλον, καὶ συνδρομητὰς ἐπιτυχὼν καὶ συνεργούς, ἡτοίμασε, κηδεμόνως καὶ μετὰ πάσης τῆς καλῆς τάξεως, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ εἰς ἀκμὴν ἔφερεν βεβαίας ἐπιδόσεως.

Ἀλλά, φεῦ, τῆς βασκάνου καὶ φθονερᾶς τύχης τῶν Ἑλλήνων! Ὅτε ὁ τῆς Ἑλλάδος ἐλευθερωτὴς ἦτον ἕτοιμος διὰ νὰ μισεύσῃ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων αὐτῆς, καὶ νὰ συνθλάσῃ τὰς ἁλύσους, ὁποὺ τὴν φυλάττουσιν ὑπὸ τῆς δουλείας, μὲ μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν καὶ ἐπανόρθωσιν τῶν ταλαιπώρων συμπατριώτων του, ὅταν λέγω ὁ ἄξιος Ρήγας βλέποντας τὰ πάντα ἕτοιμα, ὡς ἐβούλετο, ἐκαλοτύχιζε τὸν ἑαυτόν του, διὰ μίαν τόσον τιμίαν καὶ μεγάλην ἐπιχείρησιν, καὶ ἐπρόσμενε νὰ ἰδῇ ὀγλήγορα ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν, ἐξαλειμμένον δὲ τὸ ὀθωμανικὸν κράτος· ὅταν, τέλος πάντων, σχεδὸν βέβαιος διὰ τὸ καλὸν τέλος τοῦ ἔργου του, ἐστοχάζετο εἰς τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν τῆς πατρίδος του, καὶ εὐφραίνετο, τότε ἕνας προδότης, ὁ οὐτιδανώτερος τῶν ἀνθρώπων, ὁ πλέον μιαρὸς σκλάβος τῆς γῆς, ἀναιτίως καὶ παραλόγως, τὸν παραδίδει εἰς χεῖρας τῶν τυράννων, καὶ ἡ Ἑλλὰς χάνει εἰς αὐτὸν ἕνα ἀντιλήπτορα καὶ σωτῆρα της.

Ἀλλ᾿ ἂν ἡ φθονερὰ τύχη ἔκλεψεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ζωὴν τοιούτου Ἥρωος, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἀναγκαῖον καὶ φοβερὸν κρότον, ὁποὺ ἡ φήμη τοιαύτης ἐπιχειρήσεως ἀνέπεμψεν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν Ἑλλήνων, οὔτε ἠμπόρεσε, λέγω, νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὴν ὅρασίν των τὴν λαμπρότητα τοιούτου ἔργου. Τὸ ἀθῶον αἷμα τοῦ Ρήγα προετοίμασε τὴν ταχεῖαν ἐξάλειψιν τῶν βαρβάρων τυράννων, καὶ ὀγλήγορα θέλουσιν ἐμφανισθῆ, βέβαια, οἱ ὀπαδοί του. Τότε δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἐμπράκτως τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην μας, ὑψώνοντες εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στεφάνους δόξης καὶ θριάμβους εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὡς ἀρχηγοῦ καὶ πρώτου συνεργοῦ εἰς τὴν τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέρωσιν.

Ἴσως, τινὲς τῶν Ἑλλήνων, μὴν στοχαζόμενοι εἰς βάθος τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν, εἰς τὸν ἑαυτόν των, ὡς μάταιον τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος ὅλους ἐκείνους τοὺς δισχυρογνώμονας, οἵτινες δὲν καταπείθονται, εἰμὴ εἰς τοὺς ἰδίους των στοχασμούς, καί, ἐξακολούθως, μὴν ἐξετάζοντας τὰς ἑτέρων γνώμας, μένουν πάντοτε σταθεροὶ εἰς τὴν ἀμάθειάν των, παρακαλῶ, ὅσους τὴν ἀλήθειαν ἀγαπῶσι νὰ μάθωσι, καὶ νὰ κρίνωσι δικαίως, νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἡ τύχη εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἔχει ἄκραν δύναμιν, ὡσὰν ὁποὺ τὸ παραμικρὸν συμβὰν εἰς τὰς μεγάλας ὑποθέσεις δύναται πολλάκις νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πᾶν, καὶ κανένα ἄλλο παράδειγμα δὲν μᾶς τὸ βεβαιοῖ περισσότερον, ὅσον τὸ θλιβερὸν συμβεβηκὸς τοῦ Ρήγα.

Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνήρ, γνωρίζοντας ἀρκετῶς τὴν ποταπότητα καὶ δειλίαν τοῦ μιαροῦ συντρόφου του, τοῦ ἀχρειεστάτου, λέγω, προδότου Οἰκονόμου, μὲ τοσαύτην ἐπιμέλειαν ἔκρυψεν εἰς αὐτὸν τὰ προμελετήματά του, ὁποὺ καθόλου ὁ χυδαιότατος δὲν ὑπωψίαζεν.

Ἀλλά, φεῦ, τῆς ἀτυχίας! Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἀπὸ τὸν μισευμὸν τοῦ Ρήγα, ἔφθασεν μία γραφή του, καὶ ἔπεσεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ προδότου του, ὁ ὁποῖος, ἀνοίγοντάς την, ἀνέγνωσεν εἰς αὐτὴν σχεδὸν τὰ πάντα, καὶ παραχρῆμα τρέχει καὶ τὸν προδίδει.

Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.

Ἐπειδή, ἀγκαλὰ καὶ ἡ φρόνησίς του νὰ ἐστάθη μεγάλη, ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπόν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τῆς δουλείας. Ταχέως ὅμως, ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας θέλει ἀντιβοήσει εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, καὶ ἀφεύκτως, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται.

***

Ἰδοὺ λοιπὸν ὁποὺ ἀπεδείχθη, ἀγκαλὰ καὶ συντόμως, πλὴν μὲ σαφήνειαν καὶ ἀλήθειαν, τί ἐστὶ ἐλευθερία, ὁπόσον εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν ἀνθρώπινον εὐδαιμονίαν, καὶ ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων πρόξενος. Τώρα δὲ φανερὸν ἀποκαθίσταται τὸ ἀμέτρητον χρέος, ὁποὺ ἔχουσιν οἱ ἐλεύθεροι λαοί, εἰς τὸ νὰ τὴν διαυθεντεύωσι μὲ τὸ ἴδιον αἷμα των, καὶ τοιοῦτον χρέος, ὡς προερχόμενον ἀπὸ εὐγνωμοσύνην, διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐκπληροῦσι παντοτινὰ καὶ μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν.

Ἡ εὐγνωμοσύνη, ὦ Ἕλληνες, εἶναι τόσον γλυκεῖα ἀρετή, ὁποὺ μισητότερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸν ἀγνώμονα δὲν εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ τόσον εἶναι φυσικὴ αὐτὴ ἡ ἀρετή, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, ὁποὺ τὰ ἴδια ζῶα τὴν διατηρῶσι μὲ ἄκραν ἀκρίβειαν. Εἶναι δὲ ἓν χρέος τοῦ εὐεργετηθέντος ἡ εὐγνωμοσύνη, καὶ οὕτως εὐκόλως γεννᾶται εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνδρῶν, ὡσὰν ὁποὺ μύριαι εἶναι αἱ χάριτες, ὁποὺ παρὰ τῆς πατρίδος τῆς χορηγοῦνται. Ἀλλά, διὰ νὰ καταλάβητε ὦ Ἕλληνες, εὐκολώτερα, τὴν μεγαλειότητα τοιούτου χρέους, καὶ τὴν ζέσιν μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τὸ ἐκπληροῦσι, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ μάθητε πρότερον τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως «Πατρίς», καὶ τότε θέλετε καταλάβει, πόσον ἀναγκαία ἐξακολούθησις εἶναι ὁ πρὸς αὐτὴν ἔρως, καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ παραγόμενα θαυμάσια ἔργα.

Πατρὶς εἶναι μία λέξις, διὰ τῆς ὁποίας ὅλοι κοινῶς ἐννοοῦσι τὴν γῆν, εἰς ἣν ἐγεννήθησαν, οἱ μόνον ἐλεύθεροι ὅμως δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν μεγάλην αὐτῆς σημασίαν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ δοῦλοι ἀδιαφόρως προφέρουσι τοιοῦτον ὄνομα. Ὤ! πόσον διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς προγόνους μας οἱ ταλαίπωροι! Ἐκεῖνοι, ὅταν ὤμνυον εἰς τὴν πατρίδα των, ἔτρεμον, καὶ ἐφύλαττον τοιοῦτον ὅρκον μέχρι θανάτου, ἡμεῖς δὲ οὔτε κἂν διὰ ὅρκον νομίζομεν τοιαύτην λέξιν, καὶ αὐτό, ἀδελφοί μου, προέρχεται ἀπὸ τὴν δουλείαν, ἡ ὁποία οὖσα ἀντικειμένη καθ᾿ ὅλα εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ὅσα ἔργα εἰς τὴν μίαν δοξάζονται, εἰς τὴν ἄλλην καταφρονῶνται, καὶ ὅσα εἰς ἐκείνην πολλὰ εὐλαβοῦνται, εἰς ἐτούτην ὡς οὐδὲν λογίζονται.

Τὰ ὀνόματα, ἀγαπητοί μου, λαμβάνουν τὴν σημασίαν ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται. Ὅθεν, ἂν τινὰς δὲν γνωρίζει τὸ πρᾶγμα, εἰς οὐδὲν τοῦ χρησιμεύει ἡ ὀνομασία του. Καὶ καθὼς ὁ ἐκ γενετῆς ἀόμματος, προφέροντας τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν χρωμάτων, οὐδὲν ἐννοεῖ, ἐπειδὴ δὲν εἶδε ποτὲ τὰ χρώματα, οὕτως καὶ οἱ νῦν Ἕλληνες μὲ τὸ «Πατρὶς» ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι, εἰμὴ τὴν γῆν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν, ἐπειδὴ τοὺς λείπει ἡ ἐλευθερία.

Ἡ λέξις «Πατρὶς» ἐρέθιζε εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν προγόνων μας ὅλας τὰς ἰδέας τῶν καλῶν τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅλην τὴν εὐδαιμονίαν τῆς ζωῆς των (8). Καὶ διὰ τοῦτο, ὅλοι ὁμοῦ, εἰς τὴν πατρίδα των μόνον εὕρισκον τὴν εὐτυχίαν των, καὶ δι᾿ αὐτὴν μόνον ἐφύλαττον τὴν ζωήν των, τὴν ὁποίαν ἐθυσίαζον εἰς κάθε της χρείαν. Θαυμάζουν οἱ δοῦλοι, βλέποντες τοὺς ἐλευθέρους στρατιῶτας νὰ ἀψηφῶσι τοσοῦτον τὸν θάνατον, καὶ νὰ ὁρμῶσι μὲ ἀνέκφραστον θάρρος εἰς ἀπάντησίν του.

***

Δὲν μοῦ φαίνεται, λοιπόν, ἄχρηστον, νὰ σᾶς φανερώσω ἐν συντόμῳ τὰς αἰτίας, μάλιστα νομίζω, νὰ εἶναι ἀναγκαιότατον, διὰ νὰ μάθωσιν ὅσοι τὸ ἀγνοοῦσιν, ὅτι ὁ ἐλεύθερος ἀγαπᾶ τὴν ζωήν του, ὡς καὶ ὁ δοῦλος, καὶ περισσότερον. Ἂν δέ, εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, μὲ τόσην ἀδιαφορίαν τὴν θυσιάζει καὶ μὲ εὐχαρίστησιν, αὐτὸ ἀκολουθεῖ μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶ περισσότερον τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, μὲ τὸ νὰ μὴν ξεχωρίζῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς δούλους δὲν εὑρίσκεται.

Ἡ ὕπαρξις, βέβαια, εἶναι κατὰ πολλὰ γλυκεῖα, καὶ ἡ ζωὴ εἶναι τὸ τιμιώτερον πρᾶγμα εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἀνόητος, λοιπόν, ἤθελεν εἶναι ὅποιος δὲν τὴν νομίζει τοιαύτην. Ἀλλά, πῶς τοσοῦτοι, διὰ μικρόν τι, κινδυνεύουν αὐτὴν τὴν ζωήν των, καὶ οὐκ ὀλίγοι αὐτόκτονοι ἀποκαθίστανται; Ὅθεν, εἶναι φανερόν, ὅτι ἂν καὶ ἡ ζωή, εἶναι τὸ τιμιώτερον πρᾶγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ εὐτυχία ὅμως καὶ τὸ καλῶς ἔχειν του εἶναι πολλὰ περισσοτέρας τιμῆς ἄξια καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν του ζωήν.

Ἡ ὕπαρξις εὐφραίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζῇ εὐχαριστημένος, καὶ ὅταν χωρὶς θλίψεις καὶ βάσανα, ἀπερνᾶ τὸν καιρὸν τῆς ὑπάρξεώς του ἐλευθέρως, μὲ ἡσυχίαν, χωρὶς κυρίους οὔτε τῶν ἔργων του, οὔτε τῶν λόγων του, τέλος πάντων, ὅταν ζῇ εὐτυχής. Ἀλλ᾿ ὁποίαν ἡδύτητα ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ ὁ ταλαίπωρος δοῦλος εἰς αὐτὴν τὴν ζωή του, ὅταν οὔτε νὰ ὁμιλήσῃ, οὔτε κἂν νὰ στοχασθῇ ἠμπορεῖ, ὡς βούλεται;

Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ νὰ μὴν αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι, ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον ὁ δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν κινήσῃ ἐναντίον του.

Ὅταν ὅμως ἡ δυστυχία ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς παύει, καὶ ὁ πάσχων θανατοῦται. Μία ἀσθένεια, παραδείγματος χάριν, ἀνίατος καὶ πολυχρόνιος καὶ ἀνυπόφορος, ἀποκαταστεῖ αὐτόκτονα τὸν ἄρρωστον, καθὼς φονεύει ἕνα γεννήτορα μία βεβαία καὶ μεγάλη ἔνδεια, ἡ ὁποία ὑστερεῖ τὴν ζωοτροφίαν τῶν τέκνων του καὶ τῆς συζύγου του. Τὰ πάθη, πρὸς τούτοις, τῆς ψυχῆς, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πεπροικισμένος ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ συχνάκις πολλὰ μεγαλειτέραν, ἀπὸ τὰς καθ᾿ αὑτὸ χρείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλάκις ἕνα ἐραστὴν νὰ φονεύεται διὰ τὴν ἀπιστίαν τῆς φίλης του, καθὼς καὶ ἕνας φιλάργυρος θανατοῦται, ὅταν τοῦ κλεφθῇ ὁ θησαυρός του, καὶ οὕτως καθεξῆς.

Φανερὸν εἶναι λοιπόν, ὅτι τὰ πάθη καὶ αἱ δυστυχίαι, ὅταν αὐξάνουσι περισσότερον ἀπὸ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς ἀφανίζεται, καὶ ἐξακολούθως ὁ πάσχων φονεύεται. Ἀλλά, τὰ πάθη καὶ αἱ φυσικαὶ κλίσεις καὶ διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι διάφοροι καὶ πολυποίκιλοι, διὰ τοῦτο, ἄλλος μὲν τρέχει μὲ θάρρος καὶ χωρὶς φόβον ἐναντίον δέκα ἐχθρῶν, εὑρισκόμενος δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ταξίδιον διὰ θαλάσσης, τρέμει εἰς κάθε παραμικρὸν αὔξημα τοῦ ἀνέμου, καὶ ὁ ναύκληρος, ἐξ ἐναντίας, ὁποὺ τόσον μεγαλοψύχως πολεμεῖ μὲ τὰς τρικυμίας, φοβεῖται νὰ ἀπαντήσῃ ἕνα ἐχθρὸν καὶ νὰ πολεμήσῃ.

Ποῖος, μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ ἀδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καὶ θεωρεῖ μὲ ὄμμα ἀπτόητον τὸν θάνατόν του εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀντικειμένου ἄρματος, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν σῶμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ οὕτως, καθεὶς διαφέρει τοῦ ἄλλου.

Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, τὸ μόνον ὁποὺ νὰ παρακινῇ ὅλους ὁμοίως, καὶ τὸ ἀνώτερον, εἶναι ἡ φιλοδοξία. Διὰ μέσον τῆς ἀληθοῦς φιλοδοξίας, ἀποκαθίστανται ἥρωες οἱ ἐλεύθεροι, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ δόξα συνίσταται εἰς τὴν διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των καὶ τῆς ἐλευθερίας των.

Τῇ ἀληθείᾳ προξενεῖ θαυμασμόν, εἰς ὅποιον στοχάζεται τὰ ὅσα βλέπει νὰ ἀκολουθοῦν, καὶ τὰ ὅσα οἱ ἱστορικοὶ διηγοῦνται νὰ ἠκολούθησαν, νὰ βλέπῃ, λέγω, νὰ πολεμοῦν δοῦλοι μὲ δούλους, ἐλεύθεροι μὲ ἐλευθέρους, καὶ δοῦλοι μ᾿ ἐλευθέρους, νὰ φονεύωνται ἀλλήλων των τόσον ἀσπλάγχνως, καί, τὰς περισσοτέρας φοράς, χωρὶς μεγάλας αἰτίας. Τί, ἆραγε, νὰ τοὺς παρακινῇ εἰς αὐτὸν τὸν ἀμοιβαῖον ἀφανισμόν, ὦ Ἕλληνες;

Διὰ μὲν τοὺς ἐλευθέρους, λοιπόν, θέλει παύσει ὁ θαυμασμός σας, ἀφοῦ ἐνθυμηθῆτε τὰ ἄνω ρηθέντα περὶ αὐτῶν, ἀφοῦ, λέγω, στοχασθῆτε, ὅτι ὁ ἐλεύθερος εἶναι παρακινημένος ἀπὸ τὴν δόξαν. Αὐτὸς φονεύεται διὰ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, θυσιάζεται διὰ νὰ διαφυλάξῃ τοὺς νόμους του, καὶ πολεμεῖ διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Ὁ ἐλεύθερος, ὦ Ἕλληνες, δὲν ἠξεύρει νὰ ζήσῃ ἀλλεωτρόπως, εἰμὴ ἐλευθέρως· λοιπόν, ἀγοράζει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μὲ τὸν θάνατόν του, οὔτε κἂν ἀμφιβάλλει, ὅτι ἄνευ ἐλευθερίας εἶναι ζωὴ δι᾿ αὐτόν.

Ὁ ἐλεύθερος λαός, ὦ ἀγαπητοί μου, ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς μίαν φαμίλιαν. Οἱ νόμοι εἰς τοὺς πολίτας εἶναι ὡς οἱ γεννήτορες εἰς τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ καθὼς αὐτὰ ἔλαβον ἀπὸ τὴν ἰδίαν φύσιν τὸ ἀπαραίτητον χρέος εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσουν τοὺς γονεῖς των, οὕτως καὶ οἱ συμπολῖται διὰ μέσον τῆς ἐλευθερίας χρέος ἔχουσι νὰ διαυθεντεύσωσι τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των. Ἀλλὰ ποῖος δὲν διαυθεντεύει τὴν μητέρα του; Ἐγὼ νομίζω, νὰ μὴν ἀτιμάζῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, καὶ νὰ εὑρίσκεται ἓν τόσο μισητὸν τέρας ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. Οὕτως λοιπόν, ἂν ὁ ἐλεύθερος διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, μὲ τὸ ἴδιόν του αἷμα, κάμνει τὸ χρέος του.

Καί, καθὼς ἄν, νυκτός, εἰσέλθουν κλέπται εἰς οἶκον τινά, τὰ δὲ τέκνα διαυθεντεύοντας τοὺς γεννήτοράς των καὶ τὴν περιουσίαν των, ἤθελαν φονευθῆ ὅλα, καθεὶς χωρὶς ποσῶς νὰ θαυμάσῃ, ἤθελεν ἐπαινέσει μόνον τὴν ἀξιότητα καὶ εὐγνωμοσύνην τῶν τέκνων, πολλὰ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ θαυμάσῃ τινάς, ὅταν θεωρῇ τους ἐλευθέρους νὰ ὁρμῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, διότι αὐτοὶ διαυθεντεύουσι τὴν πατρίδα των, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀγαπήθησαν, εἰς αὐτὴν ἀνετράφησαν, ἀπὸ τοὺς νόμους της ἐδικαιώθησαν, καὶ εἰς αὐτὴν μόνον χαίρονται τὴν ἀληθῆ ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν.

Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἀκούσῃ τὸν πολεμικὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ νὰ μείνῃ ἀκίνητος; Πῶς, λέγω, νὰ μὴν ὁρμήσῃ ὁ υἱὸς ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὁποὺ μέλλει νὰ φονεύσῃ τὴν μητέρα του; Ποῦ μένει τόπος τῆς φιλοζωΐας, ὅπου εἰσέρχεται ὁ θεῖος καὶ ἡρωϊκὸς ἐνθουσιασμὸς τῆς ἐλευθερίας; Ποῦ στοχάζεται τὸν θάνατον ὁ ἐλεύθερος, ὅταν βλέπῃ νὰ πλησιάζουν εἰς τὴν πατρίδα του αἱ φοβεραὶ ἁλύσοι τῆς δουλείας; Ἔ! ἀδύνατον εἶναι, ὁμογενεῖς μου ἀγαπητοί, ἀδύνατον βέβαια εἶναι νὰ περιγραφθοῦν ὅσον αἰσθάνονται, ἐκείνη ἡ μεγαλοψυχία, τὸ θάρρος, ἡ ἀνδρεία, καὶ ἡ χαρά, ὁποὺ μόνον εἰς τοὺς ἐλευθέρους φαίνονται, ὅταν ὁ ἀρχιστράτηγος κράζῃ: ἄγωμεν, συμπολῖται, κατὰ τῶν ἐχθρῶν! ἂς ὑπάγωμεν νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν γλυκυτάτην μας πατρίδα, ἂς δειχθῶμεν εὐγνώμονες εἰς τὰς καθημερινὰς χάριτας, ὁποὺ μὲ τὴν ἐλευθερίαν μᾶς δίδει, καὶ ἂς ἐκτελέσωμεν τὸ χρέος μας.

Ὁ πατὴρ χαίρεται, βλέποντας τὴν προθυμίαν τοῦ υἱοῦ του, εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὰ ἅρματά του, καὶ νὰ τρέξῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ὁ νέος αἰσθάνεται εἰς τὴν καρδίαν του βαθμηδὸν νὰ αὐξάνῃ ὁ πατριωτικὸς καὶ τῆς δόξης ἔρως, θεωρῶντας τὸν πατέρα του νὰ ἡτοιμάζεται, αἱ μητέρες καὶ ἀδελφαί, μὲ ἀμίμητον ἡδονήν, βλέπουσι τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν υἱῶν των καὶ ἀδελφῶν των εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν κοινὴν μητέρα των. Τὰ παιδία καὶ οἱ γέροντες, μὲ εὐχὰς καὶ φωνὰς ἀγαλλιάσεως, δεικνύουσι τὴν εὐχαρίστησίν των.

Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των, καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς αἰῶνας.

Ἐκεῖνοι οἱ ἥρωες, ὅταν ἐκπορεύοντο πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐχθρῶν των, αἱ ἴδιαι μητέρες ἔδιδαν αὐτῶν τὰς περικεφαλαίας, καὶ τῶν ἔλεγον, «ἢ ἐπιστρέψετε μὲ αὐτὰς εἰς τὴν κεφαλήν, ἢ ἐπάνω εἰς αὐτάς», ἐπειδὴ ἐσυνήθιζον τοὺς ἐν πολέμῳ θανόντας, νὰ φέρωσιν ἐπάνω εἰς τὰς ἰδίας των περικεφαλαίας, καὶ κανεὶς ἔτι ζῶν δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτήσῃ τὰ ἄρματά του, διὰ τὴν ἄκραν ἀτιμίαν, ὁποὺ μία τοιαύτη δειλία ἐπροξενοῦσεν εἰς ὅποιον ἤθελε τὴν κάμει.

Τὸ κοινὸν χρέος ὑποχρεοῖ τοὺς ἐλευθέρους ἄνδρας, ἢ νὰ νικήσουν, ἢ νὰ ἀπεθάνουν. Ἀλλοίμονον, ὦ Ἕλληνες, εἰς τοὺς λιποτάκτας καὶ αὐτομόλους! Αὐτοὶ εἰς τοὺς προγόνους μας δὲν ἠμποροῦσαν πλέον νὰ χαροῦν οὐδένα ἀπὸ τὰ νόμιμα δίκαια τῶν συμπολιτῶν, αὐτοὶ ἐμισοῦντο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συμπατριῶτας των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους των γεννήτορας. Οἱ συγγενεῖς των ἐντρέποντο, ὅταν ἤκουον τὰ ὀνόματά των, εἰ μὲν ἦτον ἄγαμοι, κανεὶς δὲν τοὺς ἔδιδε τὴν θυγατέρα του διὰ γυναῖκα, καὶ ἂν ἦτον ὑπανδρευμένοι, ἐβδελύττοντο ἀπὸ τὰς ἰδίας των συζύγους καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια τέκνα των.

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν προκρίνῃ ὁ ἐλεύθερος χίλιας φορὰς καλλιότερα τὸν θάνατον, ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἄτιμον ζωήν, καὶ νὰ φύγῃ; Μήπως τοῦ ἔμνησκεν ἴσως ἐλπίδα νὰ σμικρύνῃ τὴν ἀτιμίαν του, διὰ μέσου τῶν προγόνων του; Ἔ! τὰ τοιαῦτα οὐτιδανὰ μέσα, ὁποὺ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀνθίζουν, ὡς οὐδὲν λογίζονται εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, καὶ ὄχι μόνον ὁ δειλὸς ἐκατάσταινε τὸν ἑαυτόν του τόσον ἄτιμον, ἀλλὰ διεδίδετο τοιαύτη ἀτιμία καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του, εἰς τρόπον, ὁποὺ τὰ τέκνα του τὸν ἀναθεμάτιζον καὶ ἐντρέποντο νὰ κράζωνται υἱοί του, ἕως ὁποὺ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ των, μὲ κανένα ἄξιον ἔργον, ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ ξαναλάβουν τὴν χαμένην των δόξαν καὶ κοινὴν ὑπόληψιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος, παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας, οὔτε ἐστοχάζετο κἂν εἰς τὴν ζωήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δόξαν τῆς νίκης καὶ εἰς τὸ χρέος τὸ πατριωτικόν.

Ἰδού, ὁποὺ παύει ὁ θαυμασμός, ὦ Ἕλληνες, ὡς πρὸς τοὺς ἐλευθέρους, ἂν μὲ τόσην ἀφθονίαν ἐκχύουσι τὸ αἷμα των. Πόσον ὅμως πρέπει νὰ θαυμάζῃ τινάς, ὅταν βλέπῃ, καὶ καθημερινῶς τὸ βλέπει, τοὺς δούλους νὰ φονεύωνται εἰς τοὺς πολέμους, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί, ἐκείνους, λέγω, τοὺς ταλαιπώρους στρατιῶτας, οἱ ὁποῖοι μὲ βίαν καὶ δυναστείαν ἁρπάζονται διὰ προσταγῆς τῶν σκληρῶν τυράννων των ἀπὸ τὰς πτωχικάς των οἰκίας, καὶ ἀκουσίως βαδίζουν εἰς ἄφευκτον ἐσφαγιασμόν, ἐκείνους τοὺς ἀθλίους, λέγω, καὶ μισθωτοὺς αἰχμαλώτους καὶ ἐπὶ ζωῆς των ἀνελευθέρους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν νεότητά των μέχρι τοῦ ἐσχάτου γήρατός των τυραννοῦνται καὶ βασανίζονται, κακῶς ἐνδυμένοι, καὶ συχνῶς ραβδισμένοι, οὖσα ἡ τροφή των πολλὰ χειροτέρα ἀπὸ ἐκείνην τῶν ἰδίων ἀλόγων ζῴων, χωρὶς ποτὲ νὰ ῾λπίζουν, βεβαίως, βραβεῖα εἰς τὰ ἄξια κατορθώματά των, χωρὶς νὰ εἶναι κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των, ὄχι εἰς τὸ νὰ πράξουν κατὰ τὴν θέλησίν των, ἀλλ᾿ οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσουν, πάντοτε ὑβρισμένοι καὶ καταφρονημένοι, ὑποφέροντες μίαν ἄδικον καὶ βιαστικὴν παρθενίαν, καὶ γηράζοντες, χωρὶς νὰ ἠμποροῦν νὰ εἰποῦν ὅτι ἔζησαν.

Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς, παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ὁ ἀθῶος ἐφυλάχθη ἀπὸ τοὺς νόμους; Πότε ἐτόλμησεν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φωνάξῃ μὲ θάρρος ἔμπροσθεν ὅλων τῶν ἐχθρῶν του: «Οὐχί! δὲν σᾶς φοβοῦμαι, ἐγὼ εἶμαι διαυθεντευμένος ἀπὸ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θέλει σᾶς τιμωρήσουν διὰ τὴν συκοφαντίαν σας»;

Οὐδέποτε, ἀγαπητοί μου. Αὐτοὶ δὲν εἶδον κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου των, καὶ τρέμουσι εἰς κάθε προσταγήν του, χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ τόσον βδελυκτοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἐνταυτῷ τόσον ἄξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Βέβαια, μεγάλη εἶναι ἡ ἀναισθησία αὐτῶν τῶν δούλων, καὶ ὠφέλιμον εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας, διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς.

Ἀπεδείχθη ἀνωτέρω, ὅτι ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος φονεύεται εἰς τὸν πόλεμον ἑκουσίως διὰ δύο ἀφορμάς, διὰ εὐγνωμοσύνην δηλαδὴ πρὸς τὴν πατρίδα του, καὶ διὰ τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ γένους του, ἤτοι τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀλλὰ εἰς τοὺς δούλους ἀμφότερα δὲν ἔχουν τὸν τόπον τους, ἐπειδὴ οὔτε πατρίδα, οὔτε τιμὴν ἔχουσιν οἱ ταλαίπωροι. Τὴν πατρίδα των τὴν ἐπώλησαν τῆς ἰδίας ἀτιμίας, ὁποὺ εἰς τὸν θρόνον εὑρίσκεται, καὶ ἐξακολούθως αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, δὲν ἠμποροῦσι νὰ ἔχωσι τὴν ἀληθῆ τιμήν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν κύρωσιν τῶν νόμων καὶ τῶν λοιπῶν συμπολιτῶν εἰς τὰς κατὰ μέρος πράξεις τοῦ καθενός· εἰς αὐτοὺς φθάνει ἡ κύρωσις μόνο τοῦ τυράννου, διὰ νὰ καταστήσῃ χρηστὰ τὰ πλέον βδελυκτὰ ἔργα.

Ἄλλη, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ αἰτία, ὁποὺ τοὺς παρακινεῖ νὰ θυσιάζωνται τόσον ἀνοήτως, εἰμὴ ὁ φόβος. Ἡ φύσις, ἀδελφοί μου, ὁποὺ ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας μας τὴν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ἤτοι τὴν ἐλπίδα, διὰ νὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ ἕνα ἄφευκτον καὶ γενικὸν ἀφανισμόν, ὡς ἄνωθεν εἶπον, μετὰ τῆς ἐλπίδος, ἡ ἰδία φύσις, διὰ νὰ μὴν μᾶς ἀποκαταστήσῃ παντάπασιν ἀναισθήτους, μᾶς ἔδωσεν τὴν ὑποψίαν πρὸς τὸ χεῖρον, ἤτοι τὸν φόβον.

Ὁ μὲν ἐλεύθερος, λοιπόν, οὔτε ἐλπίζει, οὔτε φοβεῖται εἰς τὸ ὅ,τι μέλλει νὰ πράξῃ, διότι εἶναι βέβαιος, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι, ἂν πράττῃ καλῶς, ἤτοι κατὰ τὰς νομικὰς διαταγάς, βραβεύεται, καὶ ἂν πράττῃ ἐναντίον αὐτῶν, παιδεύεται. Ἀλλ᾿ ὁ δοῦλος ἐξ ἐναντίας, ἀπὸ μίαν ὥραν εἰς ἄλλην, ἀπερνᾶ ἀπὸ μεγάλας ἐλπίδας εἰς ἄκρον φόβον, ὄντας βέβαιος καὶ αὐτός, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι ἢ καλῶς, ἢ κακῶς πράξῃ, ποτὲ μὲν βραβεύεται, ποτὲ δὲ θανατοῦται, ὡσὰν ὁποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ προϊδῇ τοῦ τυράννου τὴν θέλησιν, ἡ ὁποία μεταβάλλεται κάθε στιγμήν.

Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται, καὶ τοσοῦτον οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν, ὁποὺ πάντοτε φοβοῦνται τὸ ὅ,τι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς φοβίσῃ. Πλήν, ἡ ἀναισθησία των τοὺς κρύπτει τὴν ἀλήθειαν.

Ὁ τύραννος τρέμει, ἐπειδὴ αὐτὸς μόνον γνωρίζει τὴν καθαυτὸ ἀδυναμίαν μιᾶς ἀπολελυμένης ἀρχῆς, καὶ κάθε φορὰν ὁποὺ βλέπει τοὺς τυφλοὺς δούλους του, βλέπει ἐνταυτῷ τὴν βρωμερὰν ζωήν του νὰ κρέμαται ἀπὸ ἓν πτενὸν ράμα, καὶ πάντοτε λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: «Ἔ! ἂν αὐτοὶ προφέρουν μίαν φορὰν τὸ ὄχι, ἡ δύναμίς μου τελειοῦται.» Πλήν, ματαίως καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες, ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν.

Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι; Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα.

Φεῦ! ὦ ἀνυπόφορος ἐντροπὴ τῆς ἀνθρωπότητος! Ἕως πότε ἡ φωνὴ τῆς φιλοσοφίας θέλει λαλεῖ τὴν ἀλήθειαν ματαίως! Ἕως πότε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀτιμάζουν τὴν ἀνθρωπότητα! Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, φυλάττουσιν εἰς τὴν φυσιογνωμίαν των τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς δουλείας των, καὶ κάθε ἐλεύθερος μὲ μεγάλην εὐκολίαν γνωρίζει τὸν δοῦλον. Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.

Διὰ τοῦτο, καὶ ὁ θαυμαστὸς τῶν Ἀθηνῶν ἀρχιστράτηγος, γνωρίζοντας νὰ εὑρίσκοντο μερικοὶ ξένοι δοῦλοι, καὶ δειλοί, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἐλεύθερους στρατιῶτας του, καὶ μέλλοντας νὰ συγκροτήσῃ τὴν μάχην μετὰ τῶν ἐχθρῶν, ἠθέλησεν νὰ ἐβγάλῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια ἀπὸ τὸ στράτευμά του, καὶ ἐπιχειρίσθη τὸν ἀκόλουθον τρόπον: «Ὅποιος ἀπὸ ἐσᾶς», τοὺς λέγει, «ὦ στρατιῶται, κατὰ τύχην ἀλησμόνησε κανένα πρᾶγμα του εἰς τὴν πόλιν, ἂς ὑπάγῃ νὰ τὸ πάρῃ, καὶ ἔπειτα ἂς ξαναγυρίσῃ», εἰς τρόπον ὁποὺ ὅλοι οἱ δειλοὶ μὲ αὐτὴν τὴν πρόφασιν ἀνεχώρησαν. Καὶ τότε αὐτὸς ἐφώναξεν: «Ἰδού, συμπολῖται μου, ὁποὺ εἴμεθα ἐλεύθεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ βάρη. Οἱ ἄνανδροι ἔφυγον, καὶ ἡ νίκη εἶναι βεβαία διὰ ἡμᾶς». Καθὼς καὶ ἠκολούθησεν.

Ἂν κανένας ἀρχιστράτηγος δούλων ἤθελε κάμει τοιαύτην δοκιμὴν εἰς τοὺς στρατιῶτας του, βέβαια δὲν ἤθελεν ἐκχυθῆ αἷμα μὲ τελειότητα, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι ἤθελαν ἐπιστρέψει εἰς τὴν πολιτείαν. Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «Ἂν ἐγὼ δὲν διαυθεντεύσω τὴν πατρίδα μου, ποῖος θέλει διαυθεντεύσει ἐμένα; Ἐγὼ εἰς αὐτὴν ἐλπίζω τὴν εὐτυχίαν μου. Ἐγὼ εἰς τὸν ναόν της ὡρκίσθην, ἐνώπιον ὅλων μου τῶν ἀδελφῶν, νὰ ἀπεθάνω δι᾿ αὐτήν, πῶς νὰ γίνω ἐπίορκος; Ἐγὼ εἰς τὴν γῆν της ἔχυσα τοὺς ἱδρῶτας μου, πῶς νὰ ἀφήσω τοὺς καρπούς της εἰς χεῖρας ἀλλοτρίων; Ἐγώ, τέλος πάντων, εἶμαι ἓν μέρος τοῦ ὅλου, πῶς νὰ τὸ ἀσχημίσω μὲ τὴν ἔλλειψίν μου; Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν, οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; Ἴσως εἶναι ἡ λύπη δι᾿ αὐτὴν τὴν ὑστέρησιν; Ἀλλ᾿ ἤθελεν εἶναι ἀνοησία, νὰ λυπῆται τινὰς διὰ ἕνα κακόν, ὁποὺ ἀκόμη δὲν ἤθελε τοῦ συνέβη, καὶ ὅταν τοῦ συμβαίνῃ ὁ θάνατος, τότε δὲν εἶναι πλέον εἰς καιρὸν νὰ λυπηθῇ. Ὅθεν, ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του. Ἔ! αὐτὴ ἡ ζωή μου εἶναι ἓν δῶρον της. Ἐγὼ ἔζησα ὑποκάτω εἰς τοὺς νόμους της, ἔπια τὰ ὕδατά της, ἔφαγα τοὺς καρπούς της. Πρέπει, λοιπόν, νὰ τὴν διαυθεντεύσω, καὶ ὡς θνητός, πλὴν ἀληθὴς συμπολίτης, νὰ ἀποκαταστήσω ἐπωφελῆ καὶ τὸ ἴδιον τέλος τῆς ζωῆς μου. Ἡ νίκη, ἢ ὁ θάνατος ἂς μὲ στέψωσιν, καὶ ἂς φύγῃ μακρόθεν ἀπὸ ἐμὲ κάθε δειλὸς στοχασμός. Ναί, πατρίς μου ἱερά, ἐγὼ τρέχω πρὸς διαυθέντευσίν σου, ἄμποτες νὰ ἀποδειχθῶ εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς σου καὶ νὰ συναριθμηθῶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν διαυθεντευτῶν σου».

***

Τοιουτοτρόπως, ἀδελφοί μου, ὁμιλεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὅταν εὑρίσκεται ἁρματωμένος πρὸς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκπληροῦσιν οἱ ἐλεύθεροι τὸ χρέος των πρὸς τοὺς συμπολίτας των, πρὸς τὴν πατρίδα των, πρὸς τοὺς συγγενεῖς των, καὶ πρὸς τοὺς φίλους των. Λέγω πρὸς τοὺς φίλους των, ἐπειδὴ ἡ φιλία, ὑπὸ τῆς νομαρχίας, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας.

Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες, ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα καλά, ὁποὺ ὑστερεῖ τῆς ἀνθρωπότητος, κατασταίνει πρὸς τούτοις καὶ τὴν φιλίαν ἓν κτῆμα ἐπικίνδυνον. Ἡ φιλία, ἀδελφοί μου, γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ ἰδεῶν δύο ὑποκειμένων, καὶ αὐτὸ ἀκολουθεῖ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, εἰς τρόπον ὁποὺ θέλοντας ὁ ἕνας ὅ,τι θέλει καὶ ὁ ἄλλος, ἀγαπῶνται ἀμοιβαίως, καὶ τοιαύτην ἀγάπην οὐδὲν μέσον εἶναι ἱκανὸν νὰ τὴν διαλύσῃ, οὔτε ἡ ἰδία τυραννία δύναται νὰ σμικρύνῃ τὴν δύναμίν της, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας, καὶ ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀπουσία περισσότερον τὴν στερεοῦσι, καὶ ἀσφαλεστέραν τὴν ἀποκαθιστῶσι.

Αἱ δυστυχίαι τοῦ ἑνὸς φίλου λογιάζονται ὡς ἴδιαι παρὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ἀμφότεροι χαίρονται εἰς τὰς ξεχωριστάς των εὐτυχίας. Ὁ ἕνας κινδυνεύει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ ἐκείνην τοῦ φίλου του, ὁ ἄλλος ἐξοδεύει ὅλην τὴν περιουσίαν του, διὰ νὰ φυλάξῃ τὸν φίλον του, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς δύο ἀληθεῖς φίλους τὰ πάντα εἶναι κοινά, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ μεγάλου Πυθαγόρα.

Ὤ, πόσα παραδείγματα μᾶς παρασταίνει ἡ ἱστορία πρὸς τιμὴν τῆς φιλίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ σιωπήσω τὸ ἀκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τοῦ Τυράννου εἰς Συρακούζην, ἐσυκοφαντήθη πρὸς αὐτὸν παρά τινος προδότου ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἑνωμένος μὲ τοὺς ἡδυτάτους δεσμοὺς μιᾶς εἰλικρινεστάτης φιλίας. Ὁ τύραννος οὖν, κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐπὶ θρόνου καθημένων, καταδικάζει τὸν ἀθῶον εἰς θάνατον, καὶ δὲν καταδέχεται οὔτε κἂν νὰ τὸν ἰδῇ, ὄχι δὲ νὰ τὸν ἀκούσῃ. Μανθάνει ὁ ἀθῶος τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς ἔκπληξιν, ὡσὰν ὁποὺ ἐγνώριζε, ὅτι οἱ δοῦλοι ὑπόκεινται εἰς τὸ νὰ χάσουν τὴν ζωήν των εἰς κάθε στιγμήν, καὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ τυράννου. Δὲν λυπεῖται δι᾿ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἄφηνε τὰς ὑποθέσεις του εἰς ἄκραν ἀταξίαν. Διὸ τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ δακρύων τὸν παρακαλεῖ, νὰ ἀναβάλῃ τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου του διὰ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, διὰ νὰ διορθώσῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ὀσπιτίου του, καὶ ἔπειτα μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον. Ὁ τύραννος, λοιπόν, τοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι ἤθελε τοῦ κάμει τοιαύτην χάριν, πλὴν ὑπωψίαζε, μήπως δὲν ἤθελεν ἐπιστρέψει, καὶ διὰ τοῦτο ἂν ἤθελε τοῦ προσφέρει ἕνα ἐγγυητὴν - τὸν ὁποῖον νὰ ἤθελε θυσιάσει, ἂν αὐτὸς ἤθελε τὸν ἠπατήσει - τότε ἤθελε τοῦ δώσει τὴν ἄδειαν. Ἀκούσας δὲ ὁ φίλος του αὐτά, εὐθὺς τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ χαρᾶς τοῦ λέγει, δεικνύοντας τὸν ἑαυτόν του: «Ἰδοὺ ὁ ἐγγυητής του. Ἐγὼ μένω εἰς φυλακήν, ἕως εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φίλου μου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιασθῶ εἰς ἔλλειψίν του».

Τότε ὁ τύραννος ἐπροσδιώρισεν τὴν ἡμέραν, ἕως εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸν προσμείνει, καὶ παραχρῆμα ὁ μὲν πρῶτος ἀνεχώρησεν, ὁ δ᾿ ἄλλος ἐβάλθη εἰς φυλακήν. Καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἰδεασθῇ τὴν χαρὰν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς εὐπραξίας, ὁποὺ ἀμφότεροι αἰσθάνθησαν. Ἐπῆγεν, λοιπόν, εἰς τὸ ὀσπίτιόν του καὶ μετὰ πάσης σπουδῆς ἐδιώρθωσε τὰς ὑποθέσεις του, δίδοντας δὲ τὸν ὑστερινὸν ἀσπασμὸν εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τέκνα του, ταχέως ἐπέστρεφεν πρὸς τὸν τύραννον, καὶ ἔφθασεν πρὶν τοῦ τέλους τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, βλέποντας τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τρόπον τινὰ ἐκινήθη εἰς σπλάγχνος καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ἀμφοτέρους.

Ἰδού, ὦ ἀγαπητοί μου, πόσον δύναται νὰ πράξῃ ἡ φιλία, ὅταν εὑρίσκεται ὄντως ριζωμένη εἰς τὰς καρδίας δύο ὑποκειμένων. Στοχάζεσθε, ἴσως, νὰ εἶχον αὐτοὶ οἱ δύο φίλοι καρδίας δούλων; Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθίσῃ τοιαύτη φιλία εἰς σκλαβωμένας καὶ δούλας ψυχάς; Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, ἂν καὶ κατὰ συμβεβηκὸς συμφωνήσουν εἰς μερικὰς ἰδέας των, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ συμφωνήσουν εἰς τὸν κυριώτερον σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εὐτυχίας των, ὡσὰν ὁποὺ καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμενος εἰς μίαν παντοτινὴν ἀβεβαιότητα, φυλάττει καθεὶς ξεχωριστὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ ζῇ, καὶ ἐξακολούθως προσπαθεῖ διηνεκῶς νὰ διαφθείρῃ τὴν διαγωγήν του, καὶ νὰ τὴν παρομοιάζῃ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ τὸ πᾶν κρέμαται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας.

Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.

Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον, νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του. Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία, ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος.

Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια, εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται. Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.

Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου, ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας, καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.

Ἀλλά, ποτὲ δὲν ἤθελα τελειώσει, ἂν ἤθελα περιγράψει καταλεπτῶς τῶν διαφόρων ὑποδουλωμένων λαῶν τὰς ἀσελγείας καὶ κακὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι διαφέρουσι ἀλλήλων, ὡς καὶ αἱ τυραννίαι διάφοροι ἀποκαθίστανται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πρῶτα ἤθη τοῦ ὑποδουλωθέντος λαοῦ, ἀπὸ τὸ κλῖμα, ἀπὸ τὴν ποσότητα τῶν κατοίκων, ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἀπὸ μύρια ἄλλα αἴτια, ὁποὺ δὲν ἀναφέρω, χάριν συντομίας. Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον, ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν, ἢ ἀπὸ μόνην φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον.

Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος, λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον, καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς λαμβάνουν διὰ γυναῖκας - περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν (9). Μάλιστα δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁποὺ οἱ νέοι μόλις φθάνουν εἰς τὴν ποθουμένην ἡλικίαν τῆς νεότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ ὠφελήσουν τοὺς γονεῖς των, καὶ νὰ τοὺς ἀνταμείψωσι διὰ τὰς χάριτας, ὁποὺ παρ᾿ αὐτῶν ἔλαβον, ἡ ἀνάγκη εὐθὺς τοὺς ξεχωρίζει, καὶ πολλάκις διὰ παντός, ἀπὸ τοὺς γεννήτοράς των, τοὺς συγγενεῖς των καὶ τοὺς φίλους των, διὰ νὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, εἰς τοὺς ἐλέγχους τῶν βαρβάρων, καὶ τέλος πάντων εἰς ἀνυπόφορον κακὸν γῆρας εἰς ἀλλοτρίαν γῆν.

Ἰδού, ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς τί μᾶς ἔφερεν ἡ δουλεία, καὶ εἰς ὁποίαν ἀθλίαν κατάστασιν ἐκαταντήσαμεν. Εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε τώρα, ὦ Ἕλληνες, πόσον εἶναι τὸ χρέος τῶν ἐλευθέρων λαῶν εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ ἐξακολούθως πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκπληροῦσι. Ἀφοῦ ὅμως συντρίψετε τὰς ἁλύσους σας, τότε θέλετε αἰσθανθῆ, ἀγαπητοί μου, καὶ εὐκολώτερα καὶ καλλιότερα, τὴν δύναμιν, ὁποὺ ἔχει ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ δέ, σιωπῶντας κάθε ἀποδεικτικὴν διήγησιν, τελειώνω μὲ τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα.

Εὑρισκόμενος ἕνας στρατιώτης, λέγει ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος, εἰς τὴν μάχην, καὶ ἀφοῦ ἐνίκησαν τὸν ἐχθρόν, ἔτρεξεν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πλοιάριον εἰς ἕνα ποταμόν, ὅπου ἤθελε νὰ διέλθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀντικειμένων, καὶ φθάνοντάς το τὸ ἥρπασε μὲ τὴν δεξιάν του χεῖρα, διὰ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ συμπολῖται του, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ πλοῖον τοῦ τὴν ἐσύντριψαν, αὐτὸς δὲ παραχρῆμα ἐκτείνει τὴν ἀριστερὰν καὶ ἔπαθε τὸ ἴδιον. Τότε, ὡς λέων, ὥρμησε μὲ τοὺς ὀδόντας νὰ τὸ ἁρπάσῃ, καὶ εὐθὺς τὸν ἀποκεφάλισαν. Ὤ! πόσον, πόσον ζῆλον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐμφυτεύσει εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνου τοῦ ἥρωος! Καὶ πόσον ἀπέδειξεν ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτήν!

----------

(1) Ἂς θεωρήσῃ, διὰ μίαν στιγμήν, ὁ ἀναγνώστης ἕνα τεχνίτην μὲ ἓξ τέκνα, καὶ τὸν τύραννον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἔπειτα ἂς μὴν καταπεισθῇ, ἂν ἠμπορέσῃ.

(2) Ἂν ἕνας νέος μεγάλου πνεύματος παρ. χάριν, γεννᾶται ὑπὸ δουλείας υἱὸς ἑνὸς χαλκέως, τί ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, παρὰ ἕνας χαλκεύς; Ἂν ὅμως ὁ αὐτὸς υἱὸς εὑρίσκετο εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν, τότε εἰς τὰ κοινὰ φροντιστήρια ἤθελε φανῆ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸ εἶναι του, καὶ ἐξακολούθως ἤθελεν ἀποκατασταθῆ ὅσον ἠμποροῦσε ἀξιώτερος, καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἤθελε χάσει εἰς αὐτὸν ἕνα διαυθεντευτήν, καὶ αὐτὸς ἤθελεν ἀπεθάνει μεγάλος ἄνθρωπος.

(3) Τὸ παράδειγμα τοῦ ζυγίου εἶναι ἀρκετὸν νὰ καταπείσῃ καθένα.

(4) Ὁ πόλεμος τῆς Σαλαμίνης, τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῆς Πλατείας εἶναι ἀρκεταὶ ἀποδείξεις, διὰ νὰ καταπείσουν κάθε νοῦν ἔχοντα ἄνθρωπον.

(5) Ἀναγκαῖον εἶναι πρὸς τούτοις, νὰ εἶναι γεωμέτρης καὶ γεωγράφος, νὰ γνωρίζῃ τὴν μηχανικήν, τὴν φυσικὴν καὶ τὴν ρητορικήν, διὰ τῆς ὁποίας πολλάκις ἁρπάζει τινὰς τὴν νίκην σχεδὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ.

(6) Οἱ προπάτορές μας ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα ἄλλα μαθήματα, ὁποὺ ἠναγκάζοντο νὰ ἀποκτήσωσι, ἡ μουσική, καὶ ὁ χορός, συναριθμοῦντο ἐκ τῶν ἀναγκαιοτέρων· ὡσὰν ὅπου ὁ ἀρχιστράτηγος διὰ μὲν τῆς μουσικῆς, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην συνέχειαν μὲ τὰ ψυχικὰ πάθη, ὁποὺ ποτὲ μὲν συγχύζει, ποτὲ δὲ καταπραΰνει, θέλει ἐρεθίζει κατὰ τὴν χρείαν καὶ ἐξυπνᾶ τὸ θάρρος καὶ ἐνθουσιασμὸν τῶν στρατιώτων, διὰ δὲ τοῦ χοροῦ, διὰ τοῦ ὁποίου μανθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσαρμόζῃ τὰ βήματα, ἐν καιρῷ, μὲ τὸ μουσικὸν λάλημα, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, νὰ μετρᾷ μὲ τοὺς πόδας τὸν καιρὸν τοῦ λαλήματος, εἰς τρόπον ὁποὺ τόσον δέκα, ὅσον καὶ χίλιοι, κινοῦνται καὶ περιπατοῦσιν ὅλοι μαζί, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν ὁ πρῶτος καθὼς καὶ ὁ ὕστερος, διὰ μέσον του, λέγω, θέλει βιάζει ἢ βραδύνει τὸ περιπάτημα τῶν στρατιώτων του.

(7) Αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ, κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος. Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του, νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον.

(8) Τὰ παιδία, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνθυμοῦντο τὰ κοινὰ φροντιστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὅλα μαζὶ ἐδιδάσκοντο τὰς ἀρετάς, μὲ κοινὴν εὐχαρίστησιν, ἐνθυμοῦντο τὰς γλυκείας καὶ ὀρθὰς συμβουλὰς τῶν καθηγητῶν των, ἐνθυμοῦντο τὰ βραβεῖα, ὁποὺ ἐλάμβανον εἰς τὰ χρηστὰ ἔργα των, καὶ τοὺς στεφάνους εἰς τὴν προκοπήν των, τὴν ἀγάπην καὶ εὔνοιαν τῶν μεγαλειτέρων, τὰς περιδιαβάσεις των, καὶ τέλος πάντων, μὲ τὴν λέξιν τῆς Πατρίδος ἐνεθυμοῦντο τὴν ἀληθῆ εὐδαιμονίαν των. Οἱ νέοι ἐπρόσθετον εἰς τὰ ρηθέντα τοὺς πολεμικοὺς ἀγῶνας, τὴν δόξαν τῶν ἁρμάτων, τὴν ἀνωτάτην χαρὰν τῆς κοινῆς ὑπολήψεως, τὴν ἐλπίδα τῆς ταχέας συναριθμήσεώς των εἰς τὸν κατάλογον τῶν συμπολίτων καὶ τῶν διαυθεντευτῶν τῆς πατρίδος, καὶ τὴν ἀνέκφραστον χαρὰν τῆς φιλίας. Οἱ ἄνδρες, παρομοίως, ἐκτὸς τῶν ρηθέντων, ἐνθυμοῦντο τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὡραίων συμβίων των, τοὺς γλυκυτάτους καρποὺς τοῦ γάμου των, καὶ τὰ τοιαῦτα. Οἱ γέροντες, τέλος πάντων, ἐνθυμοῦντο τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ σέβας εἰς αὐτούς. Ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς των, διὰ μιᾶς λέξεως, ἐπαρησιάζοντο εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ ἡ βεβαία ἀθανασία τοῦ ὀνόματός των εὔφραινε τὰς καρδίας των.

(9) Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι. Πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς οὔτε κἂν γνωρίζουσι τὰ τέκνα των, ἐπειδή, εὐθὺς ὁποὺ τὰ γεννῶσι, τ᾿ ἁρπάζει μία ξένη δούλη, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὰ μεταφέρουν εἰς τὰ φροντιστήρια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κολαστήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐβγαίνουν, εἰμὴ μετὰ δεκαπέντε χρόνους. Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν παύσῃ εἰς τοὺς νέους ἡ πρὸς τοὺς γονεῖς των ἀγάπη, ἡ ὁποία γεννᾶται μόνον ἀπὸ τὴν καλοποιΐαν; Αἱ τοιαῦται μητέρες, ὅταν ἐνθυμῶνται μόνον τὰ ὀνόματα καὶ τὸ γένος τῶν τέκνων των, εἶναι ἀρκετόν, μάλιστα περισσόν.


ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ

Ἀναγκαῖον μοι φαίνεται, ἀγαπητοί μου, τώρα, ὁποὺ ἐκαταλάβητε τὸ πόσον χρέος ἔχει ὁ ἐλεύθερος νὰ διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, καὶ πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκτελεῖ, νὰ σᾶς φανερώσω ἐν συντόμῳ, τίνι τρόπῳ καὶ οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ ὑποδουλώνονται, καὶ πόσον δύσκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις τινῶν, πόσον δὲ εὔκολος ἄλλων. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν καλλιότερα, ἂς ἐρευνήσωμεν πρότερον τὰς αἰτίας τοιαύτης μεταβολῆς, καὶ βέβαια, θέλει μᾶς εὐκολυνθῆ ἡ κατάληψίς της.

Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν ἀτελειότητα φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς οὐδέν, δὲν εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.

νομαρχία λοιπόν, ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη, ἡ καλλιοτέρα διοίκησις, καὶ μόνη πρόξενος τῆς εὐτυχίας μας, μ᾿ ὅλον τοῦτο, καὶ αὐτὴ ἔχει τὰ ἐλαττώματά της, ὡς ἔργον ἀτελοῦς ποιήματος, δηλαδὴ ὡς ἀνθρώπινον ἔργον, καὶ οὕτως, ἀφοῦ διέλθῃ τὴν νηπιότητα, τὴν νεότητα, τὴν ἀνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καὶ ἀπεθαίνει. Αὐτὴ ἡ διοίκησις ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα πύργον ὑψηλὸν καὶ περίφημον, ὁ ὁποῖος, ὅταν κτισθῇ ἀπὸ ἀρχιτέκτονα ἄξιον βέβαια, βαστᾶται καὶ μένει σῶος διὰ πολλοὺς αἰῶνας, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν ἄφευκτον νόμον τοῦ καιροῦ, καὶ πρέπει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του νὰ γκρεμνισθῇ. Ἀλλά, πολλάκις, τὸ συμβεβηκὸς προλαμβάνει. Ἕνας σεισμός, παραδείγματος χάριν, ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ καταδαφίζει αἰφνιδίως τὸ πλέον στερεὸν κτίριον! ἢ τὸ πέσιμον ἄλλου τινὸς πύργου, γκρεμνίζει καὶ αὐτόν, ἢ τέλος πάντων ἡ πυρκαϊά. Οὕτως, ἀδελφοί μου, καὶ ἡ νομαρχία ὑποδουλώνεται ἀπὸ τοὺς γείτονάς της, ὅταν αὐτοὶ πρῶτον ὑποδουλωθῶσι, ἢ ἀπὸ κανένα τύραννον, ὁποὺ νὰ ἔλθῃ μὲ μεγάλας δυνάμεις νὰ τὴν κυριεύσῃ. Τότε, ἀγαπητοί μου, καθὼς ὁ πύργος γίνεται ἕνας σωρὸς ἀπὸ καταχαλάσματα, οὕτως καὶ ἡ νομαρχία μεταβάλλεται εἰς μοναρχίαν, ἤτοι τυραννίαν (1).

Τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἐβεβαιώθημεν διὰ τὴν ἄφευκτον μεταβολὴν τῶν διοικήσεων, ἀκούσατε πρῶτον, παρακαλῶ, πότε εἶναι δύσκολος ἡ ἐπανόρθωσις μιᾶς ὑποδουλωμένης νομαρχίας, καὶ ἔπειτα θέλω σᾶς φανερώσει τὸ πότε εἶναι εὔκολος.

Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.

Παύει, παραχρῆμα, ἐκείνη ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη, ὁποὺ πρότερον ἕνωνε εἰς ἓν ὅλους τοὺς συμπολίτας, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν τόπον της ἡ διχόνοια, μία ἀλλεπάλληλος δυσπιστία, ὁ φόβος τέλος πάντων. Εὐθὺς γεννᾶται εἰς τὰς ψυχὰς τῶν συμπολιτῶν μία γενικὴ ἐπιθυμία ἀρχῆς. Οὔτε πλέον στοχάζονται πατρίδα, οὔτε δόξαν, οὔτε τιμήν, ἀλλὰ καθεὶς φοβούμενος νὰ μὴν εἶναι δυναστευμένος, θέλει νὰ δυναστεύσῃ, καὶ τότε οἱ ἀρχηγοί, ἁρπάζοντες τοὺς νόμους εἰς τὰς χεῖρας των, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, παραχρῆμα ὁ λαὸς γίνεται δοῦλος, καὶ αὐτοὶ τύραννοι. Καὶ ἰδοὺ ἡ ὀλιγαρχία. Ἀλλ᾿ ἀνάμεσα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντας εὐθὺς εὑρίσκεται ἕνας, ὁ πονηρότερος, ὁ ὁποῖος, δυναστεύοντας τοὺς λοιπούς, ὑψώνεται εἰς τὸν θρόνον καὶ γίνεται μονάρχης, ἤτοι τύραννος, καὶ ἰδοὺ ἡ μοναρχία, ἤτοι τυραννία.

Ἡ τυραννία, ἀγαπητοί μου, ἄλλο δὲν εἶναι, παρὰ μία ἀνεξάρτητος καὶ ἀπολελυμένη ἀρχὴ ἑνὸς πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ διὰ τοῦτο εἰς οὐδὲν διαφέρει ἡ μοναρχία ἀπὸ τὴν τυραννίαν. Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται, δὲν κρίνω τόσον ἀναγκαῖον νὰ περιγράψω καταλεπτῶς τὴν ἰδιότητά της, μάλιστα εἰς ἐσᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἐντὸς ὀλίγου περὶ τῶν ὀθωμανῶν θέλω ὁμιλήσει. Ὅθεν, μόνον ἐν συντόμῳ, θέλω ἀναφέρει τι δι᾿ αὐτούς, ὁποὺ τὴν σήμερον ὀνομάζουν βασιλέας ἐναρέτους καὶ πεπολισμένους.

Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, διὰ μέσου τῆς θρησκείας καὶ τῶν νόμων, ἐκτελοῦσι τὰ ὅσα ἡ κακία τους τοὺς διδάσκει, καὶ εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσιν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, εἰμὴ μόνον ὅτι προσποιοῦνται. Αὐτοί, ἀδελφοί μου, ἀδικοῦσι, κλέπτουσι, ἁρπάζουσι, καὶ θανατώνοσι, πλὴν τὰ πάντα ἀναφέρουσιν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ μόνοι τους συνθέτουσι, αὐτοὶ ἐνεργοῦσι, καὶ αὐτοὶ δὲν ὑπακούουσι. Ὤ, πόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀνεξάρτητος ἐξουσία ἀφανίζει καὶ τὸν πλέον ἐνάρετον ἄνδρα (2)!

Ἄν, κατὰ συμβεβηκός, ἀγαπητοί μου, εὑρεθῇ καὶ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βασιλεῖς, δὲν λέγω δίκαιος καὶ ἐνάρετος, ἐπειδὴ ἤθελεν κατέβη παρευθὺς ἀπὸ τὸν θρόνον, ἀλλ᾿ ὁπωσοῦν καλῆς διαθέσεως, ἀφοῦ δι᾿ ὀλίγον καιρὸν δὲν ἀπαντήσῃ ἀνθίστασιν εἰς τὰ προστάγματά του, ἀποκαθίσταται καὶ αὐτὸς ὅμοιος τοῖς λοιποῖς. Ὁ θρόνος, ἀδελφοί μου, ἀλλάζει τὴν φύσιν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τοῦ ἐπ᾿ αὐτὸν καθημένου, καὶ ἐνθυμηθῆτε το, ὅτι ὅποιος δὲν ἀκούει ποτὲ τὸ ὄχι, σπανίως τοῦ τυχαίνει τὸ ναί. Καὶ κάθε τύραννος νομίζει διὰ χρέος ἀπαραίτητον τῶν δούλων του τὸ νὰ ὑπακούεται.

Ἡ ἱστορία, καλλιότερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, μᾶς παρασταίνει τὸ τί εἶναι οἱ τύραννοι. Ὁ Διονύσιος, τύραννος τῆς Συρακούζης, ἐφόνευσεν ἕνα πολίτην, διὰ νὰ εἶδεν εἰς τὸ ὄνειρόν του, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ φονεύσῃ τὸν τύραννον, οἱ νῦν δὲ τύραννοι, οἱ λεγόμενοι βασιλεῖς, θανατώνοσιν ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοὺς ἀρέσει! Ἂς μὴν θαυμάσουν εἰς αὐτὸ μερικοί, ὁποὺ ἀγαποῦσι νὰ τοὺς διαυθεντεύωσι, ἀλλ᾿ ἂς εἰδοποιηθῶσι πρότερον, διὰ τὰ ὅσα κάθε στιγμὴν ἀκολουθοῦν εἰς τὰς βασιλικὰς αὐλάς, καὶ ἔπειτα, ἂς ἀμφιβάλλουν, ἂν ἠμποροῦν, εἰς τὰ πλημμελήματα καὶ ἀδικίας αὐτῶν τῶν τεράτων.

Αὐτοί, διὰ παραμικρὰς αἰτίας, καὶ συχνάκις διὰ μίαν βάρβαρον ὄρεξίν τους, ἀποφασίζουν τὸν θάνατον τόσων χιλιάδων ὑπηκόων, κηρύττοντες τὸν πόλεμον ἀναμεταξύ των. Αὐτοὶ δὲν ψηφοῦσι οὔτε φιλίαν, οὔτε συγγένειαν, καὶ σπανίως ἕνας βασιλεὺς ἀνεβαίνει εἰς τὸν θρόνον, χωρὶς νὰ πατήσῃ πρότερον τὰ λείψανα τῶν συγγενῶν του ἢ τῶν προγόνων του (3).

Ὤ, πόσον ἤθελε τρομάξει κάθε αἰσθαντικὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ βλέπει τὰ βασιλικὰ παλάτια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος φαίνονται τόσον λαμπρὰ καὶ ζωγραφισμένα, ἂν ἤθελεν ἰδεῖ μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν ἐκείνους, ὁποὺ τὰ κατοικοῦσι, εἰς τὴν ἀληθῆ στάσιν τῆς καρδίας των καὶ τῆς διαθέσεώς των. Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των! Πόσον ἤθελαν μετανοήσει, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι οἱ βασιλεῖς ἐπιμελοῦνται διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τῶν λαῶν των, θεωρῶντες τους δεδοσμένους εἰς παντοτινὰς τρυφάς!

Διατί δὲν στοχάζονται οἱ μοναρχολάτραι, ὅτι καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας βασιλεὺς νὰ ἠμπορέσῃ κατὰ χρέος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πάντα; Πῶς, ἀγαπητοί μου, ἕνας ἀμαθὴς καὶ ὀκνηρὸς νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα, ὁποὺ εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας τόσοι ἐνάρετοι καὶ ἄξιοι πολῖται, προσπαθοῦντες ὅλοι μαζὶ διὰ τὸ κοινὸν ὄφελος, καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ὄχι ὀλίγας φορὰς σφάλλουσι; Πῶς νὰ ὑπακούσῃ εἰς τοὺς νόμους ἐκεῖνος, ὁποὺ ὁρίζει, πρὶν γεννηθῇ; Καὶ πῶς νὰ διοικήσῃ ὀρθῶς ὁ παραβάτης τῶν νόμων; Πῶς νὰ γνωρίσῃ τὸ χρέος του ἐκεῖνος, ὁποὺ ἀνετράφη εἰς τὸν κόλπον τῆς ὀκνηρίας καὶ τῆς κολακείας; Ποῦ περισσεύει καιρὸς τοῦ μονάρχου, νὰ στοχασθῇ διὰ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ του (4);

Πῶς λοιπόν, πῶς τάχατες νὰ διοικῇ αὐτός, ὁποὺ ποτὲ δὲν στοχάζεται εἰς τὴν διοίκησιν; Ἔ, πολλὰ εὐκόλως, ἀδελφοί μου. Αὐτὸς ἐκλέγει, ἢ εὑρίσκει ἐκλεγμένον ἕναν ἄλλον παράσιτον κόλακα, τοῦ ὁποίου δίδει ὅλην τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτός, ἔχοντας διπλᾶ τὰ ἐλαττώματα, ὡς δοῦλος δηλαδὴ καὶ ὡς κύριος, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε αὐτὸς νὰ διοικῇ μόνος του. Ὅθεν, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου του, ἐκλέγει καὶ αὐτὸς ἐδικούς του ὑποδιακόνους, καὶ οὕτως ἡ ἀρχὴ διαμοιράζεται εἰς τόσους δούλους μισθωτούς, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ κερδίσουν τὰ ἄτακτα καὶ ἀναρίθμητα ἔξοδα, ὁποὺ τοὺς χρειάζονται, πωλῶσι τὴν δικαιοσύνην, καὶ τυραννοῦσι τὸν ταλαίπωρον λαόν, ὅσον περισσότερον δύνανται.

Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, ἕνας λαὸς νὰ ἀγαπήσῃ ποτὲ τὸν τύραννόν του, ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, ἀδελφοί μου, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ μισῇ τοὺς δούλους του, ἐπειδὴ γνωρίζει ἀρκετῶς, ὅτι οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀγαπήσουν τὸν κλέπτην, τὸν φανερὸν ἅρπαγα τῆς ἐλευθερίας των. Ἀλλὰ διατί, καὶ πῶς ἕνας μόνον ἄνθρωπος, πολλάκις ἀμαθέστατος καὶ ἀναξιώτατος, πάντοτε δὲ θηριώδης, ἄσπλαγχνος, καὶ σκληρός, καθὼς εἶναι ὁ τύραννος, νὰ βαστᾷ ὑπὸ τῆς θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων, χωρὶς ἄλλην δύναμιν, οὔτε ἅρματα ἄλλα, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνα τῆς τυραννίας, καὶ τόσον πλῆθος ὑπηκόων, ὁποὺ τὸν μισεῖ, ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατόν του, καὶ εἶναι τέλος πάντων ἐχθρός του, νὰ ὑπόκειται, νὰ ὑπακούῃ, καὶ ἀναισθήτως νὰ ἀγωνίζεται, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν σκλαβιάν του, χωρὶς νὰ τολμῇ κανείς, νὰ φονεύσῃ ἓν τέρας, ἕνα μωρόν, ἄνανδρον καὶ οὐτιδανώτατον ἄνθρωπον, καθώς, ἐξ ἀνάγκης, πρέπει νὰ εἶναι ὁ τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;

Ἔ, Ἕλληνες! ἡ ἰδία βαρύτης εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἀδυναμίας των, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν λαόν, ὁποὺ ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπὸ τοιαύτης τυραννίας. Αὐτὸς κεχαυνώνεται τόσον, ὁποὺ χάνει τὴν δύναμιν τοῦ στοχασμοῦ. Ὅθεν, καὶ δυσκόλως ἐλευθερώνεται, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὴν δυστυχίαν του, καὶ μόνον ὁ καιρὸς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τους.

Τοιοῦτοι λαοί, ἀδελφοί μου, ἂν κατὰ τύχην ἐκβάλλουν ἕνα, εἰς ἄλλον τύραννον ὑπόκεινται, καὶ πάντοτε μένουν δοῦλοι. Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν, ὁ δὲ λαὸς δὲν τὸν ἐνθυμεῖται, παρὰ ὅταν ζητῇ τοὺς ἀξιωτέρους καὶ δικαιοτέρους συμπολίτας του, καὶ δὲν τοὺς εὑρίσκῃ. Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του, μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος (5).

Οἱ ἱερεῖς, ἀγαπητοί μου, φυλάττοντες ἕνα σκοπὸν καθόλου διάφορον, ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συμπολίτας, πάντοτε ἐπροσπάθησαν, μὲ τὸ μέσον τῆς θεότητος, νὰ καταδυναστεύσουν τοὺς συμπολίτας των, καθὼς μέχρι τῆς σήμερον, μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ κακομάθησιν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Αὐτοί, καλύπτοντες μὲ τίτλον ἁγιότητος τὰ πλέον φανερὰ ψεύματα, ἐγέμισαν τοὺς ἀδυνάτους νόας τοῦ λαοῦ ἀπὸ μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ὥστε ὁπού, ἀντὶ νὰ ὀνομάσουν ψεῦμα τὸ ἀδύνατον, τὸ ὀνομάζουν ἅγιον, καὶ οὕτως ἀδιστάκτως πιστεύουσιν εἰς κάθε τους λόγον, οὔτε τολμοῦσι νὰ ἐξετάσωσι τὸ παραμικρόν, μάλιστα δὲ τοὺς εἶναι ἐμποδισμένον.

Ὅσα ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰπῇ τινὰς δι᾿ αὐτὴν τὴν κλάσιν, ἡ συντομία τοῦ παρόντος μου λόγου μοῦ τὰ ἐμποδίζει. Καὶ μόνον ἀφήνω νὰ στοχασθῇ καθείς, ὅτι τόσον πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν, πόσον μεγαλείτερον εἶναι, ἀπ᾿ ὅλα τὰ βάρη μιᾶς ὑποδουλωμένης πολιτείας, καὶ πόσον βοηθεῖ τὴν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, οὖσαι καὶ αἱ δύο δυνάμεις ἰδεαστικαὶ καὶ ἀνύπαρκτοι.

Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.

Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των (6).

Ἀλλὰ εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ εὐγένεια, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες; Ἴσως εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη; Εἰς τὰ μεγάλα κατορθώματα, εἰς τὴν ἀξιότητα. Ἴσως εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καθὼς οἱ πρόγονοί μας ἐστοχάζοντο; Ἔ, οὐχί, οὐχί! Οἱ νῦν δοῦλοι κράζουν εὐγενεῖς τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων, καὶ τόσον ἐβαρβαρώθησαν ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, ὁποὺ εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγοράζεται ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναισθήτους τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀναισθησία καὶ ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ψευδοευγενῶν, καὶ ὅταν εὑρεθῇ ἀνάμεσα εἰς χιλίους ἕνας ὀλίγον μέτοχος ἀνθρωπότητος, εἶναι βέβαια ἄξιον θαυμασμοῦ.

Πῶς ἠμποροῦν αὐτοὶ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ μάθουν τὰ χρέη τοῦ ἀληθοῦς πολίτου; Πῶς νὰ τιμήσουν τὴν ἀρετήν; Οἱ γονεῖς των ἄλλην ἔννοιαν δὲν ἔλαβον, παρὰ νὰ τοὺς διδάξουν τὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ κολακεύωνται ἀναμεταξύ των καὶ τὸ πῶς νὰ ὑβρίζωνται μ᾿ εὔμορφας λέξεις. Ἡ προσποίησις εἰς αὐτοὺς εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἀναγκαιότερον μάθημα (7). Ὤ! τῆς μωρίας των! Ὤ! ἐντροπὴ τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ, καὶ ἀφανισμὸς τοῦ κόσμου.

Τὰ καμώματα, ὦ Ἕλληνες, αὐτῆς τῆς κλάσεως εἶναι τόσον παιδαριώδη καὶ χαμερά, ὁπού, βέβαια, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν τόπον εἰς τὸ παρὸν θέμα, καὶ οὔτε ἐγὼ πλέον θέλω τὰ ἀναφέρει, ἀλλὰ τελειώνω μὲ τὸ ρητὸν τοῦ Πλουτάρχου, ὅστις λέγει: «κρεῖσσον γίνεσθαι λαμπρόν, ἢ γεννᾶσθαι», καὶ πάλιν «εὐγένεια καλὸν μέν, προγόνων δὲ ἀγαθόν».

Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον ὁποὺ ἐδιηγήθην, τότε, ἀγαπητοί μου, εἶναι πολλὰ δύσκολον νὰ ξαναλάβῃ μόνη της τὴν ἐλευθερίαν της, καθὼς φανερὰ μᾶς τὸ παρασταίνει ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει. Ὅταν ὅμως μία ἐλευθέρα πόλις χάσῃ τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν κυρίευσιν κανενὸς τυράννου, τότε, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τὴν ξαναλάβῃ, ἀλλὰ πολλὰ εὔκολον, καὶ μάλιστα ἀναγκαῖον. Αὐτὸ δὲ ἀκολουθεῖ, ἐπειδὴ τὰ ἤθη μένουν τὰ αὐτά, καὶ ἡ πολιτεία ὑπόκειται μόνον εἰς τὴν δύναμιν, καὶ ἐξακολούθως ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται πάντοτε εἰς μάχην μὲ τὴν τυραννίαν.

Ὁ τοιοῦτος λαὸς ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα ἀετόν, ὅταν εὑρίσκεται δεδεμένος, ὁ ὁποῖος, εὐθὺς ὁποὺ συνθλάσῃ τοὺς δεσμούς του, ὄντας ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του σῶος, παραχρῆμα ἀπετῶντας φεύγει, καὶ μένει ὡς καὶ πρότερον. Οὕτως, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται καὶ ἡ Ἑλλὰς τὴν σήμερον, ἡ ὁποία ἂν ἀκόμη δὲν ἐσύντριψε τὰς ἁλύσους της, πολλὰ εἶναι τὰ αἴτια, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται. Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιοῖ ἡ ἱστορία μὲ τὴν διήγησιν πολλῶν ὁμοίων συμβάντων. Διάφοροι μικραὶ πόλεις ἐλευθέραι ἐχρειάσθη νὰ ὑποκύψουν εἰς ἀνωτέρας τυραννικὰς δυνάμεις, ἀλλὰ μετ᾿ ὀλίγον ἐσύντριψαν τοὺς δεσμοὺς τῆς δουλείας, καὶ ἔμεινον ἐλευθέραι, ὡς καὶ πρότερον.

Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως ἠκολούθησεν. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ τριάκοντα κυβερνῆται, εἰς μικρὸν διάστημα καιροῦ, ἐκαταστήθησαν τριάκοντα τύραννοι, ἀπὸ τοὺς πλέον σκληροὺς καὶ αἱμοβόρους, ὥστε ὁποὺ εἰς ὀκτὼ μῆνας μόνον, ὁποὺ ἐδυνάστευσαν, ἐφόνευσαν ἕως χιλίους πεντακοσίους πολίτας, τοὺς πλέον δικαίους καὶ ἐναρέτους. Ἀλλ᾿ εἰς ὀκτὼ μῆνας, βέβαια, μία ἐλευθέρα πολιτεία δὲν γίνεται δούλη. Καὶ ἂν αὐτοὶ οἱ Τριάκοντα Τύραννοι ἐνόμιζον νὰ ἐξολοθρεύσουν ὅλους τοὺς ἐναρέτους καὶ ἐλευθέρους, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν ζωντανὸν οὐδένα. Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου.

Αὐτὸς ὁ ἥρως, βλέποντας τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς πατρίδος του, καὶ προβλέποντας τὸν μέλλοντα αὐτῆς ἀφανισμόν, ἀπεφάσισεν νὰ θυσιασθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν της, καὶ οὕτως φεύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του, περιφέρεται δι᾿ ὀλίγον καιρὸν ἔνθεν κακεῖθεν, ζητεῖ συμβοηθοὺς καὶ συνδρομητάς, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς ὀλίγον καιρὸν προητοιμάζει τὰ πάντα. Εἰσέρχεται, νυκτός, εἰς τὴν ἀγαπητήν του πατρίδα μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως, ἐξυπνᾶ τοὺς συμπατριῶτας του ἀπὸ τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας, φωνάζει εἰς τοὺς κεκωφωμένους ἤδη ἀπὸ τὴν δουλείαν: «Δεῦτε, συμπολῖται, δεῦτε, ἀδελφοί μου, νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν προτέραν μας εὐτυχίαν. Ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι πρὸς βοήθειάν μας! Ἂς ἐκβάλωμεν τὴν θανατηφόρον νόσον τῆς κυριότητος, ἂς γίνωμεν ἄξιοι τοῦ ὀνόματός μας, ἂς δειχθῶμεν ἀληθεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἂς ἀποβάλωμεν τοὺς τυράννους».

Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης, ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν, καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος, τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας, βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.

Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, πόσον εὐκόλως ξαναλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν της μία πολιτεία, ὅταν τὴν χάσῃ ἀπὸ ἁρπαγὴν κανενὸς τυράννου, καὶ ὅταν φυλάττῃ σῶα τὰ ἤθη της. Πῶς λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; Δὲν ἐφύλαξεν αὐτὴ ἴσως τὰ ἤθη της σῶα; Δὲν τὰ φυλάττει καὶ ἕως τὴν σήμερον; Διατί λοιπὸν εὑρίσκεται πάντοτε δούλη; Καὶ διατί δὲν ἐσύνθλασεν ἕως τώρα τὰς ἁλύσους, ὁποὺ τὴν κρατοῦσι ὑπὸ δουλείας τόσον ἀδίκως; Αὐτὴ ἡ ἐξέτασις, ὦ Ἕλληνες, εἶναι πολλὰ ἀναγκαία διὰ ἡμᾶς, πρῶτον μέν, διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ ἐμπόδια, ἀφοῦ τὰ γνωρίσωμεν ὁποῖα εἶναι, καὶ δεύτερον, διὰ νὰ ἠμπορῇ καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ ἀποδεικνύῃ εὐκόλως τῶν βαρβάρων καὶ ἀχαρίστων ἀλλογενῶν, ὁποὺ τόσον ὀλίγον μᾶς ψηφῶσι, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν γένος δὲν ἐγεννήθη διὰ τὴν δουλείαν. Αὐτὰς λοιπὸν τὰς αἰτίας θέλω προσπαθήσει νὰ παραστήσω, ὅσον συντομώτερα μοῦ σταθῇ δυνατόν, καὶ ἔπειτα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ἀναγκαιότερον μέρος τοῦ λόγου μου, διὰ νὰ ἀποδείξω, πόσον εὔκολον εἶναι νὰ ἐλευθερωθῇ τώρα, καὶ πῶς τάχιστα θέλει ἀκολουθήσει.

Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.

Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿ αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου. Ἡ Ἑλλὰς δὲ ἐλλιπής, κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἐποχάς, ἀπὸ ἀξίους στρατιῶτας, ὁπού, ὡς προεῖπον, εἶχαν θυσιάσει ἡ ματαιότης Φιλίππου καὶ Ἀλεξάνδρου καὶ οἱ ἀναμεταξύ των πολέμοι, ὡσαύτως καὶ ἀπὸ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ὁ φθόνος καὶ ἡ πολυτέλεια εἶχαν φθείρει, ἐπαρώξυνεν σφόδρα τὴν ἀχορτασίαν τῶν Ρωμαίων, οἱ ὁποῖοι προσποιούμενοι νὰ βοηθήσουν τινὰς τῶν ἑλληνικῶν δυνάστων, ὥρμησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔφερον μαζί των τὸν καθ᾿ αὑτὸ ἀφανισμόν της, ἀφοῦ ἐλεηλάτευσαν, ἀφοῦ κατέκαυσαν πόλεις, ἀφοῦ τέλος πάντων, τὸ ὅλον ἠφάνισαν, ἐκήρυξαν τὴν Ἑλλάδα ρωμαϊκὴν ἐπαρχίαν.

Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν, καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας, ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν. Δὲν ἐδύναντο νὰ ἐλευθερωθῶσι ἀπὸ τοιοῦτον ζυγόν - ἀγκαλὰ καὶ τὰ ἤθη των νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα καὶ νὰ ὑπόκειντο εἰς ξένην ἀρχὴν - ἐπειδὴ ἡ ἐπικράτεια ἦτον μεγαλωτάτη, καὶ δὲν ὑπέφερον ὅλοι ἐξίσου τὰς δυστυχίας, καὶ ἐξακολούθως, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσουν τοὺς τυράννους των (8).

Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ὁποὺ ἐστερεώθη ὁ χριστιανισμός, ἕως εἰς τοὺς 1453, ἀντὶς νὰ αὐξήσουν τὰ μέσα τῆς ἐλευθερώσεώς των, φεῦ! ἐσμικρύνοντο. Ἡ δεισιδαιμονία καὶ ὁ ψευδής τε καὶ μάταιος ζῆλος τῶν ἱερέων καὶ πατριαρχῶν, κατεκυρίευσεν τὰς ψυχὰς τῶν βασιλέων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶς νὰ ἐπιμελοῦντο εἰς τὸ νὰ διοικῶσι τὸν λαόν, καθὼς ἔπρεπε, ἄλλο δὲν ἐστοχάζοντο, παρὰ νὰ φιλονικῶσι, καὶ νὰ κτίζωσιν ἐκκλησίας. Τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφάνησαν τρεῖς κυριότητες· ἡ τυραννία, τὸ ἱερατεῖον, καὶ ἡ εὐγένεια, αἱ ὁποῖαι διὰ ἕνδεκα αἰῶνας σχεδόν, κατέφθειραν τοὺς Ἕλληνας καὶ κατερήμωσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ματαιότης τῶν πατριαρχῶν, καὶ πάπων ἐπροξένησεν τὸ σχίσμα ἀναμέσον ἡμῶν καὶ τῶν Λατίνων, καὶ ἡ δεισιδαιμονία ἥνωσεν εἰς αὐτὸ ἓν μῖσος φοβερὸν μέχρι τῆς σήμερον.

Ἀφοῦ, λέγω, τὸ ἱερατεῖον ἠθέλησε νὰ ἑνώσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐντάλματα μὲ τοὺς πολιτικοὺς νόμους, διὰ νὰ τιμᾶται ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ ὁρίζῃ χωρὶς δυσκολίαν, ἐκατάλαβεν, ὅτι ἀναγκαῖον ἦτον πρότερον νὰ τυφλώσῃ τὸν λαὸν μὲ τὴν ἀμάθειαν, διὰ νὰ στερεώσῃ καλλιότερα τὸν σκοπόν του, καὶ οὕτως ἐπροσπάθησεν νὰ ἐσβήσῃ κάθε σπουδὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὑπερασπίσθη τὴν ἀμάθειαν.

Αἱ ἐπιστῆμαι, ὁποὺ πρότερον ἤνθιζον, ἄρχισαν νὰ μαρανθῶσι, τὰ σχολεῖα ἐσφαλίσθησαν, οἱ διδάσκαλοι ἐμωράνθησαν, καὶ ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί. Ἕνας ἀφορισμὸς τοῦ ἀρχιερέως ἐτρόμαζεν τόσα μιλλιούνια ἀνθρώπων. Ὦ δεισιδαιμονία, πόσον φοβερὰ εἶσαι ἀνάμεσα εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, καὶ πόσον οὐτιδανώνεις τὴν ἀνθρωπότητα, ὅταν κυριεύσῃς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλῶν καὶ ἀμαθῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀπομωρώνονται, ὁποὺ τρέμουσιν εἰς τὴν ψευδῆ λαλιάν σου, καθὼς τὰ βρέφη φοβοῦνται ἕνα ὄφιν ξύλινον, ἢ ἕνα χαλκοῦν λέοντα!

***

Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης, καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπόρεσεν βέβαια νὰ ἀποφύγῃ τὸν ζυγόν του, οὕτως προητοιμασμένη. Ὅθεν, καὶ εἰς βραχύτατον διάστημα ἔκλινε τὸν αὐχένα εἰς τὴν τυραννικὴν ράβδον τοῦ Μωάμεθ. Ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἑλλάδος ἐγέμισεν ἀπὸ βαρβάρους ἀλλοτρίου ὁρίζοντος, καὶ τοιούτης λογῆς, ὁ οὐτιδανὸς καὶ ἀχρεῖος θρόνος τῶν ὀθωμανῶν ὑψώθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον, ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι εἰς τὸ τέλος του πλησιέστατος.

Ὤ! πόσον ἔκλαυσαν οἱ Ἕλληνες μετέπειτα! Ἀλλὰ ματαίως. Ὁ ἐχθρός των ἦτον μεγάλος. Αὐτοί, δὲν εἶχον στρατεύματα γυμνασμένα, οὔτε πόλεμον ἐδιδάσκοντο ἀπὸ τοὺς κυρίους των πλέον. Αὐτοί, ἐκυβερνοῦντο ἀπὸ σκιὰς καὶ φαντάσματα, καὶ ἀφοῦ ἀπέρασαν τὴν τυραννίαν τῶν Ρωμαίων καὶ ἔπειτα τῶν Ἱερέων, ἐκατήντησαν, τέλος πάντων, νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν πλέον σιχαμερὰν καὶ βάρβαρον κυριότητα, λέγω, εἰς τὴν τυραννίαν τῶν ὀθωμανῶν. Τὰ ἤθη των, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα, δὲν ἠμπόρεσαν ὅμως νὰ τοὺς ἐλευθερώσωσι ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν Ρωμαίων, ἐπειδὴ οἱ ἐχθροί των ἦτον δυνατοὶ καὶ πολλοί, ἡ δεισιδαιμονία δὲ καὶ ἡ ἀμάθεια προητοίμασε διὰ πολλοὺς αἰῶνας τὴν δόξαν τοῦ ἀχρείου Μωάμεθ, καὶ οὕτως ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν, εἰς διάστημα τεσσάρων αἰώνων, ἔφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς τόσον ἀθλίαν κατάστασιν, ὁποὺ κανείς, βέβαια, κανεὶς δὲν ἤθελε τὸ πιστεύσει, ἂν ὅλοι ἡμεῖς, ὦ Ἕλληνες, δὲν τὸ ἐγνωρίζαμεν, καθὼς τὸ γνωρίζομεν καὶ τὸ πάσχομεν καθημερινῶς.

Δύο αἴτια μὲ ἐμπόδισαν, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν ἐδιηγήθην καταλεπτῶς τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἔφερον τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν δουλείαν τῶν Ρωμαίων. Πρῶτον μέν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ἐχρειάζετο μίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διὰ νὰ μὴν μείνῃ ἀτελές, καὶ δεύτερον, ἔχοντας σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω πλατύτερα διὰ τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἕως τὴν σήμερον τὴν φυλάττουσι δούλην ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν, ἐνόμισα, ὅτι αἱ αὐταὶ αἰτίαι, ἂν καὶ εἰς τὸ ὅλον δὲν ὁμοιάζουσι μὲ ἐκείνας, βέβαια, εἰς μέρος αὐτῶν, ἠμποροῦσι νὰ ἀναφέρωνται μετὰ πάσης τῆς ἰσότητος, καὶ ὁ ἀναγνώστης εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ἀπὸ τὰς παρούσας τὰς παρελθούσας.

----------

(1) Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν, ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός, ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿ ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων, βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός.

(2) Οἱ λαοὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐσυνήθισαν τόσον νὰ εἶναι δοῦλοι, ὁποὺ χωρὶς νὰ τρομάζουν εἰς τὸ νὰ ἐξεύρουν, ὅτι ὁ μονάρχης ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, εὐχαριστοῦνται μόνον νὰ ἐπαινῶσι κείνους, ὁποὺ δὲν πράττουσι ὅσα κακὰ ἠμποροῦσι.

(3) Ποῖος φονεύει τὸν ἀδελφόν του, διὰ νὰ τοῦ ἁρπάσῃ τὸ σκῆπτρον. Ποῖος φονεύεται παρὰ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία θέλει νὰ βασιλεύσῃ μόνη της. Ἄλλος φαρμακεύει τὸν πατέρα του, καὶ ἄλλη τὰ ἴδια τέκνα της θανατώνει.

(4) Αὐτὸς ἐξυπνᾶ τὸ μεσημέρι, σηκώνεται εἰς τὴν μίαν ὥραν, ἐξοδεύει ἄλλην μίαν διὰ νὰ προγευθῇ, ἄλλη μία χρειάζεται διὰ νὰ τὸν ἐνδύσουν, εἰς τὰς τρεῖς τὸν φέρουν εἰς τὴν περιδιάβασιν, εἰς τὰς πέντε ἐπιστρέφει εἰς τὸ γεῦμα, καὶ μένει ἕως εἰς τὰς ἑπτά. Ἄλλην μίαν ὥραν, βέβαια, τὴν ἐξοδεύει διὰ νὰ πάρῃ τὸν καφφέ, καὶ νὰ εἰπῇ μερικὰ ξυλολογήματα, εἰς τὰς ὀκτὼ ξαναεβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, εἰς τὰς ἐννέα ὑπάγει εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὰς δώδεκα ἐπιστρέφει εἰς τὸ παλάτιον, καὶ δειπνεῖ ἕως εἰς τὰς δύο, ἔπειτα κοιμᾶται ἕως εἰς τὸ μεσημέρι. Ἴσως τινὰς μοῦ ἀποκριθῇ, ὅτι καθημερινῶς αὐτὰ δὲν ἀκολουθοῦν, ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ πρότερον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέφερα τὰ ἐλαττώματά των ἀκόμη: Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά, διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις κάθε στοχασμόν, ὁποὺ ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ ἡ μεγαλειότης του τὸν διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον πατέρα δι᾿ αὐτά.

(5) Ἡ θρησκεία, ὦ Ἕλληνες, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πλάστην τοῦ παντός, βέβαια εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ παλαιότερα συστήματα τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐξακολούθως οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἐστάθησαν ἱερεῖς. Αὐξάνοντας ὅμως αἱ ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, ἀπεφάσισαν νὰ τιμήσουν τὸν κτίστην τοῦ παντός, ὄχι πλέον μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν, ἀλλὰ μὲ πομπὴν καὶ πολυτελῆ δῶρα. Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ εὐκολοκατάπειστον λαόν, ὥστε ὁποὺ εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησαν εἰς τὸν κόσμον, καὶ βέβαια ὁ πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νὰ κλαύσῃ, ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν ἱστορίαν των.

(6) Ἂν τινὰς ἐπρόβανε κανενὸς πλουσίου εὐγενοῦς, νὰ τοῦ φονεύσῃ ἢ ἕνα ἄλογον, ἢ δύο δούλους, βεβαιότατα, ὦ Ἕλληνες, ἤθελε προκρίνει νὰ χάσῃ τοὺς δούλους, ἐπειδὴ εὕρισκεν καὶ ἄλλους οὐχὶ δὲ τὸ ἄλογον, ὁποὺ δυσκόλως ἤθελεν ἐπιτύχει ἄλλο παρόμοιον.

(7) Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν, τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ, καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε, καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας των.

(8) Εἰς μίαν πολιτείαν, παραδείγματος χάριν, ἐτύχαινεν ἕνας κυβερνητὴς καλοηθὴς καὶ δίκαιος, καὶ ἐκεῖνος ὁ λαὸς εὐχαριστεῖτο, εἰς ἄλλην δὲ ὁποὺ ὁ λαὸς ἐτυραννεῖτο, δὲν ἐτολμοῦσαν οἱ κάτοικοι νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν των, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης διαφορᾶς εἰς τὴν ποσότητα ἀναμεταξὺ τῆς πολιτείας των καὶ τῶν ἄλλων πολιτειῶν.


ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ

 

Πρὶν ὅμως νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην ἔρευναν, ὦ ἀγαπητοί, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐξιστορήσω, ἐν συντόμῳ, τοῦ παρόντος αἰῶνος τὴν ἑλληνικὴν ἀθλίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν, ἀναγινώσκοντες οἱ μεταγενέστεροι ὁμογενεῖς μου, νὰ ἀναστενάξουν καὶ νὰ κλαύσουν, οἱ δὲ νῦν νὰ ἐξυπνήσουν μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν δουλικὴν ληθαργίαν, διὰ νὰ ἠμπορέσουν οἱ μέλλοντες νὰ τοὺς δοξάζωσι καὶ εὐχαριστῶσι μὲ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης.

Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα (1). Τὰ ἤθη των εἶναι βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος. Ἡ ἀμάθειά των ἄκρα καὶ γενική (2).

Ὁ τύραννος εἶναι πάντη ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε στοχασμὸν περὶ τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι· οἱ νόμοι των δέ, ἐπειδὴ τὸν ἀποθεώνοσι, διὰ τοῦτο δὲν τοῦ συγχωροῦσι νὰ λάβῃ γυναῖκα ὡς σύζυγον, ὡς πρᾶγμα οὐτιδανὸν πρὸς τὴν μεγαλειότητά του (3). Ἐβγαίνει μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὸ παλάτιόν του καὶ ὑπάγει νὰ προσκυνήσῃ τὸν κτίστην τοῦ Παντὸς εἰς τὸν ναόν του.

Αὐτός, δὲν εἶναι εἰς χρέος νὰ ἠξεύρῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ τρώγῃ, νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ στέκεται εἰς τὸ ἄλογον. Ὅσον μὲν διὰ τὰς ἐπιστήμας ἢ ξένας γλώσσας τοῦ εἶναι ἐμποδισμένη ἡ σπουδή των ἀπὸ τοὺς νόμους των, ἂν δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του γλῶσσαν δὲν ἤθελεν ἠξεύρει νὰ προφέρῃ εἰμὴ δέκα λέξεις, βέβαια ἤθελε τοῦ ἦτον ἀρκεταί, ὡσὰν ὁποὺ ποτὲ δὲν ἔχει χρείαν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὅταν ὁμιλῇ, μόνον προστάζει νὰ φονεύουν τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Ὁ λόγος του εἶναι νόμος ἀπαράβατος, καὶ οἱ σκλάβοι του νομίζουσι μεγαλείτερον ἁμάρτημα τὴν παρακοὴν πρὸς τὰ ἐντάλματά του, παρὰ ἐνεργοῦντες τα νὰ ἤθελαν ἐκτελέσει τὰς πλέον φοβερὰς ἀδικίας (4). Ὅθεν, δὲν εὑρίσκεται οὔτε ἕνας, ὁποὺ νὰ ζῇ βέβαιος ὑπὸ τῆς δυναστείας του, δὲν λέγω διὰ μίαν ἡμέραν, ἀλλ᾿ οὔτε διὰ μίαν ὥραν (5).

Αὐτὸς προσέτι νομίζεται παρὰ τῶν ὀθωμανῶν ὡς καρδιογνώστης. Ὅθεν, εὐθὺς ὁποὺ τινὸς ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοῦ ἀρέσει, μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ ρίπτει τὴν κεφαλὴν χαμαί. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, αὐτὸς καταδικάζει εἰς θάνατον ὅποιον θελήσῃ, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοῦ ἀποκριθῇ. Τὸ «διατί;» εἶναι ἁμάρτημα τοιοῦτον ὡς πρὸς αὐτόν, ὁποὺ ἂν ἤθελεν ἔχει ἐκεῖνος ὁποὺ ἤθελε τὸ προφέρει δέκα ζωάς, βέβαια ἤθελε τοῦ δοθῶσι δέκα θάνατοι (6). Δὲν εὑρίσκεται πρᾶγμα, ὁποὺ οἱ νόμοι νὰ ἐμποδίζουσι τοῦ τυράννου, ἐκτὸς τοῦ οἴνου. Ἀλλ᾿ αὐτός, ὁποὺ εἶναι συνηθισμένος νὰ μὴν ὑπακούῃ, ὅταν ἐνθυμῆται αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν τοῦ Μωάμεθ, ἀδημονεῖ, καὶ ἀλλέως δὲν ξεθυμώνει, παρὰ χύνοντας τὸ αἷμα τινῶν ὑπηκόων. Τοιοῦτος, λοιπόν, ὑπάρχει, ὦ ἀγαπητοί μου, ὁ τῶν Ἑλλήνων τύραννος, καὶ βέβαια πολλὰ χειρότερος ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὸν ἐπερίγραψα, καθὼς ὅλοι σας τὸν γνωρίζετε.

Αὐτό, λοιπόν, τὸ ἄγαλμα τῆς μωρίας ἐκλέγει ἕναν ἀπὸ τοὺς προειρημένους δούλους τῆς ἀσωτείας του, καὶ βέβαια τὸν χειρότερον, καὶ τὸν κηρύττει ἐπίτροπόν του, ἤτοι ἀντιβασιλέα, καὶ δίδοντάς του τὴν σφραγῖδα τῆς κυριότητος, ὅσα κάμῃ, εἶναι καλὰ καμωμένα. Ἰδοὺ ἄλλος τύραννος χείρων τοῦ πρώτου. Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ βαστᾶ εἰς τὰς μιαρὰς χεῖρας του τοὺς βαρυτάτους χαλινοὺς τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τόσα μιλλιούνια ὑπόκεινται εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς ἀμαθοῦς τέρατος, ὁποὺ γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς εἰς τὸν κόλπον τῆς δουλείας καὶ τῆς ἀσωτείας, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄξιος νὰ διοικήσῃ, ἀλλ᾿ οὔτε ἄξιος ἤθελεν ἦτον νὰ εἶναι ὁ ὑποδεέστερος τῶν ὑπηκόων. Ὤ! ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ τὸν ὑπακούοσι!

Ἀκούσετε τώρα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς διοικεῖ. Ὁ πρῶτος, καὶ κυριώτερος, καὶ ἀπαράβατος νόμος εἶναι θέλησίς του. Ὅθεν, ἂν ἐξαιρέσωμεν μερικὰς ἐντολὰς τῆς θρησκείας των, κάθε ἄλλον νόμον ἀφανίζει τὸ κῦρος του. Ἡ ἀμάθειά του τὸν βιάζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα κριτήν, τοῦ ὁποίου δίδει τὸν τίτλον τοῦ Σοφωτάτου, ὁ ὁποῖος ἄλλο δὲν ἠξεύρει, εἰμὴ νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν γλῶσσαν του, μαζὶ μὲ μερικὰ κεφαλαιώδη προστάγματα τοῦ Μωάμεθ, ὁποὺ νὰ τὰ ἀκούσῃ τινάς, τοῦ ἐρεθίζουν γέλωτα. Τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐντάλματα ἀναφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τῆς θρησκείας καὶ μάλιστα εἰς τὴν διαφύλαξιν τῆς ἀμαθείας.

Ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ κριτοῦ εἶναι ἀναντίρρητος. Ὁ κῶδιξ τῶν τιμωριῶν του εἶναι βραχύτατος, καὶ δὲν περιέχει, εἰμὴ τρεῖς μόνον τιμωρίας - τὴν φυλακὴν λέγω, τὸ ράβδισμα, καὶ τὸν θάνατον, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε ἑνωμέναι μὲ τὴν χρηματικὴν παιδείαν. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει καὶ ἀποφασίζει αὐτὸς ὁ μωροκριτής, εἶναι τόσον παιδαριώδης καὶ ἀνόητος, ὁποὺ δύο ψευδομάρτυρες καὶ ἕνας κακοῦργος, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀφανίσουν τὸν πλέον ἐνάρετον πολίτην (7). Ὁ δὲ κριτὴς καθημερινῶς πολιτεύεται, καὶ ἀποφασίζει τοιουτοτρόπως, οὔτε ποτὲ τὸν τύπτει τὸ συνειδὸς διὰ τοιαύτας ἀνομίας (8).

Διὰ τὴν φύλαξιν καὶ εὐταξίαν τῆς πόλεως, ὁ ἀντιβασιλεὺς δίδει ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἑνὸς δούλου του, νὰ κάμνῃ ὅ,τι τοῦ φανῇ εὔλογον. Αὐτός, μὴν ἠξεύροντας πῶς νὰ μεταχειρισθῇ τὸν καιρόν του, εἰς ἄλλο δὲν καταγίνεται, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς προδότας καὶ κακούργους τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἐφευρίσκῃ τρόπους εἰς τὸ νὰ ἀδικῇ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον (9). Ὅταν τινὰς ἤθελεν ἀποκριθῆ εἰς αὐτοὺς τὸν παραμικρὸν λόγον, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν ὑπογράψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ θανάτου του, ἐπειδὴ εὐθὺς τὸν συκοφαντοῦσι, καὶ μὲ δύο ψευδομάρτυρας ἔμπροσθεν τοῦ κριτοῦ των βεβαιοῦσι, ὅτι τοὺς ὕβρισε τὴν θρησκείαν, καὶ παραχρῆμα τὸν θανατώνοσι (10). Ἰδού, ἀγαπητοί μου, πῶς διοικεῖται τὴν σήμερον ἡ ὀθωμανικὴ δυναστεία. Διοίκησις, ὅσον τυραννική, τόσον εὔκολος, καὶ τοιαύτη, ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ὑποθέσῃ μίαν χειροτέραν ἀπὸ αὐτήν.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἀντιβασιλεὺς ἐκλέγει πάντοτε ὅποιον θελήσῃ, τὰς περισσοτέρας φορὰς ὅμως δίδει αὐτὴν τὴν τιμήν, ἢ τοῦ μαγείρου του, ἢ τοῦ δούλου του, καὶ τὸν ψηφίζει κυβερνήτην καὶ ἀπόλυτον κύριον μιᾶς πόλεως τῆς ἐπικρατείας, εἰς τρόπον ὁποὺ κάθε πόλις τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διοικεῖται ἀπὸ ἕνα μάγειρα ἢ ἕνα δοῦλον (11).

Ἡ ὀθωμανικὴ αὐλὴ δὲν φυλάττει μισθωτὰ στρατεύματα, καθὼς τὰ ἑτερογενῆ βασίλεια, ἐκτὸς ἀπ᾿ ὅσα διὰ τὴν κοινὴν εὐταξίαν ὑποθέτει ἀναγκαῖα εἰς τὴν βασιλεύουσαν. Ὅθεν, ὅταν τῆς χρειασθοῦν, αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ τῶν διαφόρων πόλεων εἶναι εἰς χρέος, νὰ εὕρουν στρατιῶτας καὶ νὰ τοὺς πληρώσουν ἐξ ἰδίων των, ὁ καθεὶς κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἐπικρατείας του.

Ἡ πενιχρότης τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν, πρὶν λάβωσι τὸ σκῆπτρον τῆς δυνάμεως, ἀρκετῶς μᾶς δηλοποιεῖ τὴν πτωχείαν των, καὶ τὰς περισσοτέρας φοράς, ὅταν πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπικρατείας των, εὑρίσκονται καταχρεωμένοι, διὰ τὰ χαρίσματα ὁποὺ εἶναι βιασμένοι νὰ κάμνωσι, καὶ διὰ τὴν ἄκραν πολυτέλειαν, ὁποὺ φυλάττουσι. Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς, εἰσέρχεται εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ (12). Ἀλλὰ μὲ ποῖον τρόπον ἆρα γε πλουτίζει; Ἔ, πολλὰ εὔκολος εἶναι δι᾿ αὐτόν. Εὐθύς, ὁποὺ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν, κράζει τοὺς πλουσιωτέρους πολίτας, καὶ τοὺς λέγει, ὅτι ὁ βασιλεύς των ἔχει χρείαν ἀπὸ στρατεύματα, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰς χρέος νὰ προβλέψῃ ἀναλόγως εἰς τὴν δύναμίν του. Ὅθεν, ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον.

Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην, τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους (13) καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.

Παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστην νὰ μὴν θαυμάσῃ διὰ τὴν τοιαύτην διήγησιν. Ἐγὼ τὴν ἔγραψα, ὄχι πὼς δὲν ἠξεύρω, ὅτι εἶναι πασίδηλος τοῖς ὁμογενέσι μου Ἕλλησι, ἀλλ᾿ ἂν κατὰ τύχην τὸ παρὸν βιβλιάριον ἐκπέσῃ εἰς τὴν ὄψιν τινῶν, ὁποὺ ἔχουσι τὴν αὐθάδειαν νὰ ὁμολογοῦσι, ὅτι σχεδὸν σχεδὸν τοὺς ἀρέσκει ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις, νὰ καταλάβουν, ἂν εἶναι δυνατόν, μίαν φορὰν τὸ λάθος των, καὶ νὰ τρομάξουν εἰς τὴν ἀναισθησίαν των.

***

Τώρα, ἀγαπητοί μου, ὁποὺ ἐδιηγήθην τὸν ἀνυπόφορον τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος, ὄχι βέβαια ὅσον ἔπρεπε διεξοδικῶς, ἀλλ᾿ ὅσον τὸ παρὸν θέμα καὶ ὁ σκοπός μου τὸ ἐσυγχώρησε, τώρα, λέγω, ὁποὺ ἡ μόνη διήγησις, ἀρκετῶς μᾶς ἀπέδειξε, πόσον εἶναι ὁ αὐτὸς τρόπος τυραννικὸς καὶ ἀνυπόφορος, μὲ τὴν αὐτὴν συντομίαν θέλω σᾶς ἐνθυμίσει μὲ πόσην στενοχωρίαν οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες ἀναπληροῦσι εἰς τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, καὶ πόσα βάρη ὑποφέρουσι. Μετὰ ταῦτα δὲ θέλω ἐρευνήσει τὰς αἰτίας τῆς μέχρι τοῦδε ἀναιδεστάτης μας ὑπομονῆς.

Διὰ περισσοτέραν σαφήνειαν ὅμως κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν τυράννων αὐτῶν. Ἀλλ᾿ ἐπειδή, ὦ ἀγαπητοί μου, τὰ περιστατικὰ μ᾿ ἐμπόδισαν ἀπὸ τὸ νὰ ἐκτελέσω τὴν θέλησίν μου, καὶ νὰ περιδιαβάσω τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλην την ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, διὰ νὰ ἐπαριθμήσω μόνος μου καὶ καθὼς πρέπει, τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας, διὰ τοῦτο συντρέχω εἰς τοὺς πλέον νέους καὶ πλέον ἀξιοπίστους γεωγράφους, νὰ ἀντλήσω κἂν ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐκεῖνο, ὁποὺ μόνος μου δὲν ἐδυνήθην νὰ ἀπολαύσω.

Ἀφοῦ, λοιπόν, μὲ ἄκραν ἐπιμέλειαν ἐξέτασα πολλοὺς συγγραφεῖς, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν συμφωνοῦσιν ἀλλήλων των, καὶ σχεδὸν ὅλοι ἐκτείνονται εἰς περιττολογίας καὶ ἀφήνουσι εἰς σκότος τὰ ἀναγκαιότερα πράγματα τῆς γεωγραφίας, εὗρον δι᾿ ἀληθεστέραν ἢ πλησιεστέραν εἰς τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐπακόλουθον ἐπαρίθμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν, βέβαια, οὔτε ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ καταπεισθῶ μὲ ἀναμφιβολίαν, ἀλλ᾿ οὔτε ἀπίστευτος καθόλου μοῦ φαίνεται. Ὅθεν, ἐγὼ μὲν τὴν ἐκθέτω, ὅποιος δὲ εἶναι βεβαιότερος, ἂς τὴν διορθώσῃ, καὶ θέλω τοῦ μείνει εὐχάριστος.

***

Τὸ ὀθωμανικὸν βασίλειον εἰς τὴν Εὐρώπην διαιρεῖται εἰς τὰς ἀκολούθους δεκατρεῖς ἐπαρχίας, δηλαδὴ Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μπόσναν, Δαλματίαν, Ἀλβανίαν, Ἤπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν καὶ Ρούμελην. Οἱ κάτοικοι δὲ εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους, ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω (14). Τόσον πλῆθος Ἑλλήνων, ὦ ἀγαπητοί, πῶς ἆρα γε νὰ ζῇ; Αὐτὸ λοιπόν, θέλω ἐξετάσει τώρα καὶ ἀκούσετε.

Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς πόλεις (15) μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν εἰς τὰ χωρία (16). Ἐκ τῶν ὀθωμανῶν οὖν οἱ περισσότεροι ζῶσιν ἀπὸ χρονικὰ εἰσοδήματα, ὁποὺ συναθροίζουσιν ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ὑποστατικῶν των, οἱ δὲ λοιποὶ διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τεχνῶν, ὡς πάντως ἀσύδοτοι, κερδίζουσιν ἀρκετῶς, καὶ ζῶσιν κάλλιστα. Ἀλλ᾿ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι, εἶναι τὴν σήμερον τὸ πλέον θλιβερὸν θέαμα εἰς τὸ θέατρον τοῦ κόσμου.

Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.

Τόσα μεγάλα εἶναι τὰ βάρη, ὁποὺ ὑποφέρουσι, καὶ τόσον μιαρὰ ἡ ψυχὴ τῶν ὀθωμανῶν (17). Ὁ τρόπος δὲ τῆς συμφωνίας των μετὰ τῶν κυρίων τῶν ὑποστατικῶν, ἐκτὸς ὁποὺ εἶναι τυραννικώτατος, εἶναι, πρὸς τούτοις, καὶ ἀκατάστατος καὶ ἄνομος (18). Πῶς οὖν ζῶσι; Ἔ! ἀδελφοί μου, φίλτατοί μου Ἕλληνες, ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ. Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα. Βέβαια, ὁ πλούσιος ὀθωμανὸς τρέφει τὰ ἄλογά του μὲ πολλὰ καλλιότερα φαγητὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποὺ φυλάττουσιν εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὰς θλίψεις τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον χωριάτην.

Ἀλλά, μήπως τελειώνει εἰς αὐτὰ μόνον ἡ δυστυχία του; Αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος πρέπει πρὸς τούτοις - ὦ ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! - πρέπει, λέγω, νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν καὶ τοῦ ληστοῦ τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ὡς κατωτέρω ρηθήσεται, εἰς τρόπον ὁποὺ οἱ χωριάτες, ἐξαιρῶντας ἐκείνους τοὺς προδότας καὶ κακοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μὴν διψήσωσι, πίουσι τὸ αἷμα τῶν συναδελφῶν των, καὶ ἀποκαθίστανται συνεργοὶ τῶν τυραννικῶν προσταγμάτων, ἀφοῦ χάνουν τὰ ὅσα οἱ ὀθωμανοὶ τοὺς ἁρπάζουσι καὶ τὰ ὅσα δίδουσι τῶν καλογήρων, μόλις ἠμποροῦσι νὰ ζήσωσι ἀπ᾿ ὅσα τοὺς μένουσι (19).

Ἀλλά, πῶς νὰ παραιτήσω τὰς καθημερινὰς ἀγγαρείας ὁποὺ ὑποφέρουσι! Ὦ οὐρανέ, πῶς δὲν κατακαίεις μὲ τοὺς κεραυνούς σου τόσα βδελυρὰ τέρατα, ὁποὺ μιαίνουν καὶ ἀφανίζουν τὸ ἀνθρώπινον γένος! Δὲν εἶναι χωρίον, ὦ ἀγαπητοί, καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐπικράτειαν τοῦ τυράννου τῶν Ἰωαννίνων, ὁποὺ καθ᾿ ἑκάστην νὰ μὴν πέμπῃ τὸ ἓν τρίτον τῶν κατοίκων του, διὰ νὰ δουλεύῃ εἰς τὰ ἀνωφελῆ καὶ πολυέξοδα κτίρια τοῦ τυράννου, χωρὶς ἄλλην ἀνταμοιβήν, εἰμὴ ραβδίσματα καὶ πολλάκις θάνατον (20). Τοιαύτην λοιπὸν θλιβερὰν καὶ ἀνυπόφορον ζωὴν διάγουσιν οἱ χωριάτες τῆς ἑλληνικῆς γῆς, καί, βέβαια, πολλὰ χειροτέραν ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὴν παρέστησεν ἡ διήγησίς μου.

Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας; Ἔ, αὐτοὶ χωρὶς νὰ ἔχουν ὀλιγοτέρους κόπους καὶ μόχθους ἀπὸ τοὺς χωριάτας, ἔχουν τὰ βάσανα, καὶ περισσότερα καὶ φοβερώτερα, ἀπὸ αὐτούς. Οἱ τεχνῖται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδὸν 18 ὥρας τὸ ἡμερόνυκτον, καὶ ποτὲ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀναπληρώσουν τὰς ἀναγκαίας χρείας των. Οἱ προεστοὶ μὲ τὰ ἄδικα δοσίματα, ὁποὺ τοὺς ἐπιφορτώνοσι, τοὺς ἁρπάζουσιν, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, τὸν ὀλίγον καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι, καὶ ἀνάμεσα εἰς τόσας χιλιάδας, ὅταν τινὰς φθάσῃ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς χρείας του μὲ ὅσον κέρδος τοῦ μένει, νομίζεται πολλὰ εὐτυχής.

Πρόσθες ἀκόμη τὰ ἀνυπόφορα κακά, ὁποὺ καθημερινῶς δοκιμάζουσιν ἀπὸ τοὺς ἀχρείους ἐπιστάτας τοῦ τυράννου, οἱ ὁποῖοι, μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν, καὶ χωρὶς συνείδησιν, ἐπιφορτώνοσιν εἰς τοὺς ἄλλους τὰ βάρη τοῦ μέρους των, καὶ αὐτοὶ μένουν ἀσύδοτοι. Ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ ἄφρονες καὶ μωροὶ ἄνθρωποι, ὁποὺ κράζονται προεστοὶ καὶ ἄρχοντες, οἵτινες, ἀπὸ τὴν βρωμερὰν συνήθειαν, ἔχασαν σχεδὸν καὶ τὴν ἐντροπὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν δὲν διστάζουσιν ἀπὸ τὸ νὰ ἀρνῶνται, ποτὲ μέν, τὰς ποσότητας τῶν πληρωμῶν, ποτὲ δέ, νὰ ξαναζητῶσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔλαβαν ἤδη, καὶ τὸ χειρότερον νὰ καυχῶνται, εἰς τὸ νὰ δεικνύωνται πιστοὶ ὀπαδοὶ καὶ δοῦλοι τοῦ τυράννου ἑκούσιοι. Ἔ, σκληροὶ καὶ ἀναιδέστατοι ἄνθρωποι, ταχέως θέλετε μετανοήσει, ναί, θέλετε μετανοήσει καὶ θέλετε κλαύσει πικρῶς διὰ τὰς κακοεργίας σας.

Ποῦ νομίζετε, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, νὰ στέλνωσι, διὰ νὰ κατοικήσωσι, αὐτοὶ οἱ ἀπάνθρωποι καὶ ἀναιδέστατοι ἄρχοντες ἐκείνους τοὺς δυσώδεις καὶ βρωμεροὺς Ἀλβανίτας ἢ ἄλλης ἐπαρχίας ὀθωμανούς, ὁποὺ ὁ κάθε τύραννος βαστᾶ διὰ τὴν φύλαξίν του, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Θετταλίαν καὶ Ἤπειρον; Ἴσως εἰς ὀσπίτια καμωμένα ἐξεπίτηδες, ἴσως εἰς τὰ εὐρύχωρα μετόχια τῶν μοναστηρίων, ἴσως εἰς τὰ μεγάλα παλάτια των, ἴσως ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἢ εἰς ἔρημά τινα κτίρια, ἤ, τέλος πάντων, εἰς τὰ μοναστήρια; Οὐχί, οὐχί, ἀγαπητοί μου, μὴν προσμένετε τόσην κρίσιν ἀπὸ τὸν μεμεθυσμένον τους δουλικὸν νοῦν· αὐτοὶ ἐκλέγουσι καὶ πέμπουσιν αὐτοὺς τοὺς αἱμοβόρους λύκους εἰς τὰ ὀσπίτια, ὅπου εὑρίσκονται γυναῖκες καὶ κοράσια.

Καθείς, ὦ ἀγαπητοί μου, καθεὶς ἀπὸ ἐσᾶς ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ καταλάβῃ τὰς φοβερὰς ἐξακολουθήσεις. Ἐγὼ δέ, ἀπὸ τὴν δικαίαν μου ἀγανάκτησιν, ἡ χείρ μου τρέμει καὶ ἡ ὅρασις μου ἐθάμπωσε, οὔτε πλέον ἠμπορῶ νὰ ἐπαριθμήσω τὰς δυστυχίας τῶν Ἰωαννίτων καὶ ὅλων τῶν Θετταλῶν, χωρὶς ἀπὸ τὸν θυμόν μου νὰ εἰπῶ, βέβαια, ὀλιγότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουσι ἐκείνων τῶν μωροαρχόντων ἀλλ᾿ ἴσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ χρηστοήθεια καὶ τὸ ὁμογενὲς μὲ διδάσκουσι.

Ἂν ἐγώ, ὅμως, σιωπῶ, δὲν θέλουσι σιωπήσει αἱ τρομασμέναι μητέρες, ὁποὺ μετὰ δακρύων καὶ γονυκλιτῶς ἔμπροσθεν αὐτῶν τῶν ἀχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ᾿ ἑκάστην, σπανίως δὲ ἐκεῖνοι καταδέχονται νὰ τὰς ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις, ἀντὶς νὰ τὰς παρηγορήσωσι, τὰς ἐπιπλήττουσι καὶ μὲ βίαν τὰς ἐκβάλλουσιν ἔξω, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς δώσωσι τὴν παραμικρὰν βοήθειαν (21). Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, βέβαια, τὰ κρεμνισμένα ὀσπίτια τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, τὰ ξεσχισμένα στολίδια τῶν ὀσπιτίων των, αἱ αἱματωμέναι ὁδοὶ καὶ τείχη τῶν πόλεων ἀρκετῶς ὁμιλοῦσι εἰς τὰς ὁράσεις, ὄχι μόνον τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ξένων. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, ἀκούονται ὅμως οἱ ἀναστεναγμοὶ τῶν δυστύχων πατέρων, οἵτινες, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ κερδίσωσι τὴν ζωοτροφίαν των, οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἀφήσουν εἰς τὴν φαμελίαν των δέκα ὀθωμανοὺς καὶ ἄλλα τόσα ἄλογα, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ὄχι ὀλίγας φοράς, εἰς θάνατον. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, θέλει λαλήσουν τὰ ἀθῶα στόματα τῶν τρομασμένων κορασίδων καὶ πεφοβισμένων ἐφήβων. Καὶ ἂν ἐγώ, τέλος πάντων, δὲν τοὺς δηλοποιῶ τὸ τέλος των, τὰ παραδείγματα καὶ αἱ ἱστορίαι ὅλου τοῦ κόσμου μὲ μεγάλην σαφήνειαν τοὺς τὸ προλέγουσι, καὶ ἀρκετὰ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ προϊδῶσι μόνοι των, ἂν ἄξιοι κρίσεως καὶ συλλογισμοῦ ἦτον τοιαῦτα τέρατα.

Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, οἱ τεχνῖται πῶς ζῶσι, καὶ μὴν νομίσετε ὅτι ἐννοῶ διὰ μόνον τοὺς Ἰωαννίτας. Αὐτοὶ δὲν εἶναι δυστυχέστεροι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὁ τύραννός των εἶναι κακοηθέστατος. Ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εὑρίσκεται ἡ αὐτὴ διοίκησις, ὁ αὐτὸς τρόπος, αἱ ἰδίαι αἰτίαι, καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν κλάσιν τῶν πραγματευτῶν, λέγω, ἐκείνων, ὁποὺ πωλῶσι διάφορα εἴδη εἰς τὰ ἐργαστήριά των, διότι περὶ τῶν ταξιδευόντων περαιτέρω ρηθήσεται. Ἀλλὰ τί ἠμπορῶ νὰ εἰπῶ δι᾿ αὐτούς, χωρὶς νὰ ξαναειπῶ τὰ ἴδια προλεχθέντα διὰ τοὺς τεχνίτας;

Αὐτοὶ βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν κακὴν τύχην, μάλιστα δὲ αἱ δυστυχίαι των αὐξάνουσιν ἀναλόγως μὲ τὰς ὑποθέσεις των. Αὐτοὶ καθ᾿ ἑκάστην δίδοσι τῷ τυράννῳ τόσας ποσότητας ἀπὸ κάθε εἶδος πραγματείας, ὁποὺ ἔχουσι, αὐτοὶ πληρώνοσι βαρύτατα δοσίματα, αὐτοὶ ὑποφέρουσι μὲ μεγαλειτέρας ζημίας εἰς τὰ ὀσπίτιά των πάντοτε τοὺς βρωμεροὺς Ἀλβανίτας (22). Αὐτοὶ εἰς φυλακήν, αὐτοὶ εἰς ἀγγαρείας (23). Αὐτοὶ τέλος πάντων εἶναι ὑποκείμενοι εἰς ὅλα τὰ χειρότερα κακά, ὁποὺ ἠμπορεῖ τινὰς νὰ στοχασθῇ. Πολλάκις ἡ τύχη τοὺς κατατρέχει καὶ εἰς τὰς ἐμπορικάς των ἐπιχειρήσεις, καὶ πολλοὶ ἀπεθνήσκουν εἰς τὴν φυλακήν.

Ποῖος ἐμβαίνει εἰς μίαν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν αἰσθάνεται μίαν ψυχρότητα εἰς τὴν καρδίαν του, ἀκούοντας πανταχόθεν νὰ ἐξέρχεται τὸ ἒ καὶ τὸ ἀλλοίμονον! Τί ἄλλο ἀκροάζεται ἕνας ξένος, πάρεξ ἀναστεναγμούς; Τί ἄλλο βλέπει ὁ Ἕλλην, εἰμὴ δάκρυα; Τί ἄλλο εὑρίσκεται, τέλος πάντων, εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ λύπη, φόβος, φυλακὴ καὶ θάνατος; Ἕνα γενικὸν μουρμούρισμα λύπης, μία σιωπὴ ἀπελπισίας κυριεύει ὅλων τὰς καρδίας. Καὶ πολλῶν ἡ ἀδυναμία μιᾶς δικαίας ἐκδικήσεως καὶ ἡ πολλὰ αἰσθαντική των καρδία φθείρει τὴν ζωὴν καὶ θνήσκουν ἀπελπισμένοι. Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.

***

Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται, δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.

Συγχωρήσετέ με, ὦ ἄνδρες γενναιότατοι καὶ φιλεύσπλαγχνοι, ἂν μία μεγάλη αἰτία μ᾿ ἐμποδίζῃ ἀπὸ τὸ νὰ ἐκθέσω εἰς τοῦτον μου τὸν λόγον τὰ ἔνδοξα ὀνόματά σας· ἡ εὐγνωμοσύνη μου ὅμως ὡς Ἕλλην, καὶ τὸ χρέος τῶν συναδελφῶν μας, ἐντὸς ὀλίγου θέλουν ἐνεργήσει, διὰ νὰ ἐγχαράξουν μὲ χρυσᾶ ψηφία τοιοῦτον κατάλογον εἰς τοὺς ναοὺς τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τώρα τὸν φυλάττουσι ἐγκεχαραγμένον εἰς τὰς καρδίας των. Δὲν μένει τώρα ἄλλη κλάσις, εἰμὴ τῶν ταξιδιώτων, ὁποὺ νὰ ζητῇ ἐξήγησιν, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν, ὡς προεῖπον, θέλω ὁμιλήσει παρεμπρός, καὶ τελειώνω τοιαύτην θλιβερὰν διήγησιν μὲ μίαν γλυκεῖαν παρατήρησιν, ὁποὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, διὰ κοινήν μας χαράν.

Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας (24). Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του. Σύ, ὁποὺ χαρακτηρίζεις καὶ καταστεῖς ἀμετάτρεπτον τὸν ἐνάρετον. Ναί, ὁ ναός σου δὲν εἶναι ἐσφαλισμένος εἰς τὴν ὑποδουλωμένην Ἑλλάδα! Σύ λατρεύεσαι ἀπὸ τοὺς εὐεργέτας τοῦ γένους.

Αὐτοὶ σὲ τιμοῦσι μὲ τὰ καθημερινὰ δῶρα, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐγὼ τοὺς τὸ κοινοποιῶ διὰ δόξαν μας. Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ, διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου, τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐνάρετον (25).

***

Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει, καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει (26), ἀλλ᾿ ἐκεῖνο, ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον του ἐνάρετον.

Εἰς τὰς νομαρχικὰς διοικήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ κυρία βάσις καὶ τὸ θεμέλιον ὅλης τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς, ὁ ἐνάρετος κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ ποτὲ δὲν ζημιοῦται, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν συγχωρεῖ ἡ ὀρθὴ διοίκησις ξεχώρισιν ἀπὸ τὰς μερικὰς εἰς τὰς κοινὰς ὑποθέσεις, καθὼς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ παρόντος μου λόγου ἀρκετῶς ἀπεδείχθη. Καὶ ἐξακολούθως, ὁ ἐνάρετος κάμνοντας ὅ,τι τὸν διδάσκει ἡ ἀρετή, κάμνει πρῶτον μὲν τὸ χρέος του ὡς πολίτης, καὶ δεύτερον, ὠφελῶντας τοὺς ἄλλους· ἡ ἕνωσις, ὁποὺ εὑρίσκεται ἀναμεταξὺ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, κάμνει νὰ ὠφελῆται καὶ ὁ ἴδιος.

Πολλὰ διαφορετικὸν εἶναι ὅμως τὸ πρᾶγμα εἰς τὰς τυραννικὰς διοικήσεις, ὅταν καμμίαν φορὰν ἐμφανίζεται ἡ ἀρετή - τὸ ὁποῖον, ἀγκαλὰ καὶ σπανίως, πλὴν ἀκολουθεῖ, καὶ εἰς κάθε τόσον εὑρίσκονται μερικοὶ ἐνάρετοι διὰ τιμὴν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ διὰ μεγαλειτέραν ἐλπίδα μιᾶς ταχέας ἐπανορθώσεως ἐκείνου τοῦ γένους, ὁποὺ τυραννεῖται (27) - ὡσὰν ὁποὺ ἡ τυραννία ἔχει διὰ βάσιν καὶ θεμέλιον τὴν ἀνομοιότητα καὶ τὴν ἀδικίαν. Ὅσοι δοῦλοι εἶναι, τόσαι διαιρέσεις εὑρίσκονται, καὶ εἰς τὸ λεξικὸν τῆς δεσποτείας ἡ λέξις «ἕνωσις» δὲν εὑρίσκεται. Ὅθεν, εἶναι φανερὸν, ὅτι ἕνας ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ πάσχῃ, καὶ ἐξακολούθως, ὅποιος δὲν πάσχει ὑπὸ τῆς δουλείας, δὲν εἶναι ἐνάρετος.

Καλὸν ἤθελεν ἦτον, ὦ Ἕλληνες, ἂν οἱ ἐνάρετοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελον ὑποφέρει, ἀλλά, κάμνοντες τὸ χρέος των, ἤθελον ὠφελήσει τοὺς ἄλλους καὶ τὸν ἑαυτόν τους. Πλὴν αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ, ἕως ὁποὺ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τυραννίας. Ἂς ὑποφέρωσι λοιπὸν ὡς φιλογενεῖς καὶ φιλελεύθεροι, καὶ ἂς μάθωσιν ὅτι, ὅποιος ἠμπορῶντας νὰ ὠφελήσῃ περισσότερον, ὠφελεῖ ὀλιγότερον, δὲν εἶναι ἐνάρετος.

Ἐγὼ ἔλαβα τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίσω ἀρκετοὺς ἐναρέτους Ἕλληνας καὶ εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων ἡ φιλευσπλαγχνία καὶ ἡ καλὴ καρδία, δὲν μοῦ συγχωροῦσι νὰ τοὺς κράξω μὴ ἐναρέτους, ὄντας βέβαιος ὅτι, ἂν δὲν κάμνουσι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον ἔπρεπε καὶ ὅσον ἠμποροῦσαν, ἡ μόνη αἰτία εἶναι, ὁποὺ δὲν γνωρίζουσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔπρεπε νὰ κάμωσι, ἐπειδή, ὦ Ἕλληνες, δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἕνα καλὸν ἄνθρωπον νὰ κάμῃ ἓν καλὸν ἔργον τόσον, ὅσον εἶναι δύσκολον νὰ τὸ κάμῃ καλῶς καὶ καθὼς πρέπει. Ὅθεν, παρεμπρός, θέλω φανερώσει πρὸς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, καὶ ἐλπίζω ὡς ἐνάρετοι, ὁποὺ εἶναι, νὰ κάμωσι τὸ χρέος των, καθὼς τυχαίνει, διὰ νὰ ἀποκαθιστῶσι ἄξιοι τῆς ἀρετῆς.

Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ τῆς Ἑλλάδος (28).

Οἱ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, λοιπόν, ἂς μὴ νομίζωσι, ὅτι ὠφελοῦσιν, ὅσον πρέπει τὴν πατρίδα των, εὐεργετῶντας τινὰς Ἕλληνας. Ἡ Ἑλλὰς βλάπτεται, ἡ κοινὴ ἐλπὶς ὀλιγοστεύει, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, ἂν οἱ εὐεργέται του δὲν ἀλλάξωσι σκοπόν, καὶ δὲν μεταχειρισθῶσιν εἰς ἄλλον τρόπον τὰς εὐεργεσίας των (29). Κάτωθι λοιπὸν θέλω ἀποδείξει, ὡς προεῖπον, τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, διὰ νὰ ἐξαλείψουν τὰς χρείας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν ἀχρήστους τὰς εὐεργεσίας των μὲ τὴν ἰδίαν εἰλικρινότητα, ὁποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ γένους μου καὶ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος μὲ διδάσκουσι.

----------

(1) Τοὺς σεληνιαζομένους νομίζουσιν ὡς ἁγίους.

(2) Οἱ νόμοι των τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ σπουδάσωσιν ἐπιστήμας, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν οἱ φιλόσοφοί των, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσωσι μ᾿ εὐκολίαν τὰ ἐντάλματα τοῦ Μωάμεθ.

(3) Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην χρῆσιν προσδιωρισμένους.

(4) Ὅταν διορίζῃ καμμίαν συνέλευσιν εἰς τὸ παλάτιόν του, τότε αὐτὸς δὲν φανερώνεται, ἐπειδὴ φοβεῖται νὰ μὴν τυφλώσῃ τοὺς παρεστηκότας μὲ τὴν λάμψιν τῆς βασιλείας του. Ὅθεν, κρεμᾶ ἀπὸ τὸ παράθυρον τὸ μανίκι τοῦ φορέματός του, καὶ αὐτὸς μένει μέσα νὰ πελεκᾷ μερικὰ ξυλαράκια διὰ νὰ παστρεύῃ τὰ ὠτία του. Ὅταν, πάλιν, ἐβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, διὰ νὰ μὴν μιανθῇ ἀπὸ τὴν οὐτιδανότητα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ αὐτὸς νομίζει κατωτέρας φύσεως καὶ ὅτι νὰ ἐγεννήθησαν ἐξεπίτηδες διὰ νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτόν, ἀλλάζει μορφήν, καὶ ἐνδύεται κοινὰ φορέματα, τὸ ὁποῖον τοῦ ὁρίζεται ἀπὸ τοὺς νόμους. Ὅσας φορὰς δὲ περιδιαβάζει εἰς τὴν πολιτείαν, ἢ δύο ἢ τρεῖς, πάντοτε, προστάζει νὰ φονευθοῦν, πρὶν ἐπιστρέψῃ, καὶ παραχρῆμα ὁ δήμιος, ὁποὺ τὸν ἀκολουθεῖ, τοὺς ἀποκεφαλίζει ἐπ᾿ ὁδοῦ.

(5) Ἄν τινας ἤθελε συγγράψει τὰ ὀνόματα μόνον τῶν ὅσων ὁ νῦν ὀθωμανὸς τύραννος ἐφόνευσεν ἀδίκως, ἤθελεν ὑπερέβη τοιαύτη καταγραφὴ τὸν παρόντα μου λόγον εἰς τὴν ποσότητα τῶν σελίδων.

(6) Κάθε φαμελίτης, ὅταν ἐβγαίνῃ ἀπὸ τὸ ὀσπίτιόν του, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἀγοράν, νὰ θεωρήσῃ τὰς ὑποθέσεις του, νομίζει τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἐπήγαινε εἰς τὸν πόλεμον, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι βέβαιος, ἂν πλέον ἐπισστρέψῃ· ὅταν δὲ ἐπιστρέφῃ, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε τότε νὰ αἰσθανθῇ τὴν γλυκύτητα τῆς συναναστροφῆς τῶν τέκνων του καὶ συγγενῶν του, φοβούμενος εἰς κάθε στιγμὴν νὰ ἰδῇ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

(7) Ἂν κανεὶς κακοποιὸς φθονῇ κανένα πλούσιον, τρέχει εὐθὺς πρὸς τὸν κριτὴν καὶ λέγει ὅτι ἐκεῖνος νὰ τοῦ χρεωστῇ τόσην ποσότητα. Ὁ κριτής, ἀφοῦ δοξάσῃ πρῶτον τὴν τύχην διὰ τὸ ἄφευκτον μέλλον κέρδος του, κράζει τὸν ἐναγόμενον καὶ τὸν ἐρωτᾷ, ἂν ἀληθῶς χρεωστῇ τοῦ ἐνάγοντος ἐκείνην τὴν ποσότητα ὁποὺ τοῦ ζητεῖται, ἀποκρινόμενος δὲ αὐτὸς τὸ ὄχι, τότε ἐρωτᾷ τὸν ἐνάγοντα ἂν ἔχῃ μάρτυρας, ὁ ὁποῖος λέγει τὸ ναί, καὶ ὁ μωροκριτὴς τοῦ δίδει καιρὸν τρεῖς ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας, καὶ τὸν ἐναγόμενον βάζει εἰς φυλακήν. Ἂν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐνάγων εὕρῃ καὶ παρησιάσῃ δύο ψευδομάρτυρας, ὁ ἐναγόμενος εἶναι εἰς χρέος νὰ πληρώσῃ ὅσα ἐκεῖνοι ψευδομαρτυρήσουν ὅτι χρεωστεῖ, ἂν δὲ καὶ δὲν τοὺς φέρῃ, τότε ὁ κριτὴς ἐλευθερώνει τὸν ἀδικημένον, πλὴν λαμβάνει παρ᾿ αὐτοῦ τὸ δέκατον εἰς τὴν ποσότητα ὁποὺ ἀδίκως τοῦ ἐζητήθη, χωρὶς ποσῶς νὰ τιμωρήσῃ τὸν ψεύστην. Ἂν πάλιν ὁ ἀδικημένος ὁρκισθῇ ὅτι δὲν χρεωστεῖ, τότε οἱ μάρτυρες δὲν χρησιμεύουν, καὶ αὐτὸς δὲν πληρώνει ἄλλο εἰμὴ τὸ δέκατον, εἰς τρόπον ὁπού, ἂν καὶ ἀληθῶς εἶναι χρεώστης, μὲ τὸ ἴδιον μέσον τοῦ ὅρκου δὲν πληρώνει τὸ χρέος του.

(8) Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.

(9) Περιφερόμενος εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς τὰς ὁδούς, ἔχει κάθε ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ ξυλίσῃ καὶ νὰ φυλακώσῃ ὅποιον θελήσῃ ἀπὸ τοὺς πολίτας, πολλάκις δὲ καὶ θανατώνει, καὶ μένει πάντοτε ἀνερεύνητος. Οἱ βαρβαρώτατοι ὀπαδοί του μὲ ἄκραν ἀσπλ